
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
Οἱ παρευρεθέντες στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου πού ἔφθαναν τούς 120, (11 Ἀπόστολοι, 70 οἱ λοιποί, οἱ Μυροφόρες γυναῖκες, ἡ Παναγία Μητέρα Του, οἱ ἀδελφοί καί οἱ ἀδελφές Του), ἐπέστρεψαν στό Ὑπερῶο, «προσκαρτερούντες τή προσευχή καί τή δεήσει» καί ἀναμένοντες τήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Διδασκάλου, γιά τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν, ἀμέσως μετά, στά πλήθη τῶν προσκυνητῶν τῆς Ἱερουσαλήμ, («Πάρθοι καί Μήδοι καί Ἐλαμίται… Κρῆτες καί Ἄραβες…» (Πράξ.β΄9,10) πού συγκεντρώθηκαν ἀπό τή δημιουργηθεῖσα βοή, ὁμίλησε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καί τούς ἐξήγησε τό φαινόμενο τῆς ἐπιφοιτήσεως, ὡς ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεού, πού προεῖπε ὁ Προφήτης Ἰωήλ, συγκινήθηκαν, δέχθηκαν τό λόγο τῶν Ἀποστόλων πού τους μιλοῦσαν μάλιστα καί στή μητρική τους γλώσσα, (ὅλοι ἦσαν Ἰουδαῖοι, ἀλλά ἀπό διαφόρους τόπους), βαπτίστηκαν καί ἐδημιούργησαν αὐτή τήν ἡμέρα τήν πρώτη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (3.000 ψυχές).
Οἱ ἀγράμματοι Ἀπόστολοι, μέ μιᾶς ἔγιναν σοφοί. Ἐθεολόγησαν θαυμασίως, ἔγιναν κήρυκες τῆς Ἀληθείας καί διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης!
Ἡ Πεντηκοστή πού θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τή σημερινή τῆς μορφή, δέν εἶναι ἕνα γεγονός πού ἁπλῶς τό ἀναθυμόμαστε σήμερα καί τό τιμᾶμε. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μιά ζωή ἀδιάκοπης κοινωνίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει καί σήμερα ὅλους αὐτούς, πού τηροῦντες τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ «προσκαρτερούν» μέ ὑπομονή στό δικό τους ὑπερῶο, «μηδέν ἀμφιβάλλοντες» γιά τίς ὑποσχέσεις Του. Μετά τή Θεία Λειτουργία τῆς ἡμέρας, ἀκολουθεῖ ὁ Ἑσπερινός τῆς Δευτέρας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στό μέσο περίπου τῆς ἀκολουθίας γονατίζουμε ὅλοι οἱ πιστοί καί ἀπευθύνουμε στήν Ἁγία Τριάδα, στόν Πατέρα, στόν Υἱό καί στό Ἅγιο Πνεῦμα, εὐχές δοξολογίας, ἱκεσίας καί εὐχαριστίας γιά μας καί γιά τούς κεκοιμημένους μας. Ζητᾶμε μέ τίς εὐχές καί τή γονυκλισία τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μείνει πάντα πάνω μας καί μέσα μας ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ
Περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰώνα, ὁ ἅγιος Παφνούτιος, ποὺ ζοῦσε σὲ ἕνα μοναστήρι στὴν Αἴγυπτο, ἔλαβε τὴν ἔμπνευση νὰ διεισδύσει βαθιὰ στὴν ἔρημο προκειμένου νὰ βρει ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ λάβει τὴν εὐλογία τους. Μετὰ ἀπὸ πορεία τεσσάρων ἡμερῶν σώθηκαν οἱ προμήθειές του καὶ ἐξαντλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀσιτία. Ἦλθε ὅμως ἄγγελος νὰ τὸν ἐνδυναμώσει καὶ τὸν ὁδήγησε μετὰ ἀπὸ δεκατέσσερις ἡμέρες χωρὶς νὰ λάβει τροφὴ σὲ ἕναν ἄνθρωπο μὲ φοβερὴ ὄψη. Ἦταν γυμνὸς καὶ τριχωτὸς σὰν ζῶο, μὴν ἔχοντας περὶ τὴν ὀσφὺ του τίποτε ἄλλο παρὰ μία ποδιὰ ἀπὸ κλαδάκια δένδρων. Ἔμοιαζε μὲ πτῶμα -τόσο ἀποσαρκωμένος ἦταν ἀπὸ τὴν ἄσκηση- καὶ τὰ μαλλιὰ του, λευκὰ σὰν τὸ χιόνι, μέχρι τὴν γῆ. Φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του τὸν Παφνούτιο, ὁ ὁποῖος εἶχε κρυφτεῖ, καὶ ἀφοῦ ἀντάλλαξαν ἅγιο ἀσπασμὸ τοῦ ἐξιστόρησε τὸν βίο του. Τοῦ διηγήθηκε ὅτι ἦταν γιὸς τοῦ βασιλιὰ τῆς Περσίας καὶ ὅτι μετὰ τὴν γέννησή του, ποὺ εἶχε ἔλθει μετὰ ἀπὸ χρόνια προσευχῶν, ὁ πατέρας του εἶχε λάβει τὴν ἀποκάλυψη νὰ τὸν βαπτίσει δίνοντάς του τὸ ὄνομα Ὀνούφριος καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει ἀμέσως σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Αἰγύπτου μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ἀφιερώσει στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Καθ’ ὁδὸν τὸν θήλαζε μιὰ ἐλαφίνα, ἡ ὁποία συνέχισε νὰ τὸν τρέφει μὲ τὸ γάλα της καὶ στὸ μοναστήρι, μέχρι ποὺ ἔγινε τριῶν ἐτῶν. Στὴν ὑποδειγματικὴ αὐτὴ ἀδελφότητα, τὸ παιδὶ μεγάλωσε μὲ φόβο Θεοῦ καὶ ἀγάπη γιὰ τὶς ἐντολὲς Του. Ἀκούγοντας νὰ ἐγκωμιάζουν διαρκῶς τοὺς ἀναχωρητές, τοὺς συναμιλλόμενους τοῦ προφήτη Ἠλιού καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, ποὺ ἐγκαταβιώνουν στὴν ἔρημο ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸν Θεό, στραμμένοι ὅλοι πρὸς τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ καὶ δίχως καμμία ἀνθρώπινη παραμυθία, κυριεύθηκε ἀπὸ ἀκόρεστο πόθο νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Ἐγκατέλειψε τελικὰ μιὰ νύχτα τὸ μοναστήρι καὶ στὸν δρόμο ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν ὁ φύλακας Ἄγγελός του, μέσα σὲ φῶς ἀπαστράπτον, καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ σταθεῖ βοηθὸς μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Τὸν ὁδήγησε σὲ σπήλαιο, ὅπου ζοῦσε ἕνας γέροντας ἀναχωρητής, ἑβραϊκῆς καταγωγῆς, ὁ Ἑρμείας, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν κατάρτισε γιὰ λίγες ἡμέρες στὴν πολιτεία τῶν ἐρημιτῶν τὸν ὁδήγησε στὸν τόπο τοῦ ἀγώνα του, κοντὰ σὲ ἕναν φοίνικα καὶ μία καθαρὴ πηγή. Ἔκτοτε τὸν ἐπισκεπτόταν μία φορὰ τὸν χρόνο, μέχρι τὴν μακαρία ἀνάπαυσή του.
Ὁ ἅγιος Ὀνούφριος διεξήγαγε στὸν τόπο αὐτὸ ἐπὶ ἑβδομήντα χρόνια ἀδιάλειπτο ἀγώνα κατὰ τῆς φύσεως, τῆς ἀσθένειας τῆς σαρκὸς καὶ τῶν δαιμόνων. Ὑπέμενε τὸν καύσωνα, τὸ ψύχος τῆς νύχτας καὶ τοῦ χειμώνα, τὴν πείνα, τὶς ἀσθένειες, προκειμένου νὰ ἀποκτήσει τὰ ἐπαγγελλόμενα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀγαθὰ σὲ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν∙ δὲν τοῦ ἔλειψε ὡστόσο ποτὲ ἡ θεϊκὴ ἀρωγή, κάθε φορὰ ποὺ τοῦ ἦταν ἀναγκαία. Ὅταν τὰ φορέματά του ἔπεσαν κουρελιασμένα, ὁ Κύριος φρόντισε νὰ φυτρώσει ὅλο τὸ σῶμα του ἄφθονο τρίχωμα ποὺ τὸν προστάτεψε ἀπὸ τὶς ἀντιξοότητες τοῦ κλίματος καὶ καθημερινὰ ἕνας ἄγγελος ἐρχόταν νὰ τοῦ προμηθεύσει ψωμὶ γιὰ νὰ τρέφεται. Στὴν ἐρώτηση τοῦ Παφνούτιου σχετικὰ μὲ τὴ θεία Μετάληψη, ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε ὅτι κάθε Κυριακὴ ἐρχόταν ἄγγελος καὶ ἔφερνε σὲ ὅλους τοὺς ἀναχωρητὲς τὴν θεία Κοινωνία ποὺ τοὺς ἐπλήρωνε πνευματικῆς παραμυθίας καὶ ἐνέργειας γιὰ νὰ συνεχίσουν τὰ παλαίσματά τους. «Ἔχοντας ἐγκαταλείψει κάθε μέριμνα τοῦ κόσμου τούτου γιὰ νὰ ἐμπιστευτοῦμε τὸν ἑαυτὸ μας μόνον στὸν Θεό, δὲν νιώθουμε», τοῦ εἶπε, «οὔτε πείνα, οὔτε δίψα, οὔτε ἄλλη θλίψη. Καὶ ὅταν κάποιος μεταξὺ μας ἐπιθυμεῖ μὲ νοσταλγία νὰ ξαναδεί τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ἄγγελοι τὸν μεταφέρουν ἐν ὀπτασία στὸν Παράδεισο, ὅπου βλέπει τὸν ἑαυτὸ του τόσο διάφανο μέσα στὸ θεϊκὸ φῶς ποὺ τὸν διαπερνᾶ, ὥστε λησμονεῖ ὅλους τοὺς πόνους καὶ μὲ μεγαλύτερη ἀκόμη φλόγα ξαναρχίζει τὴν ἄσκησή του.
Ὁ Ὀνούφριος ὁδήγησε κατόπιν τὸν ἐπισκέπτη του μέχρι μία καλύβα, ὅπου συνέχισαν τὴν συζήτηση μέχρι τὸ βράδυ. Ὁ Παφνούτιος εἶδε τότε στὸ κελλὶ ἕνα ψωμὶ ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε στείλει γιὰ αὐτοὺς καὶ ἀφοῦ χόρτασαν, πέρασαν ὅλη τὴ νύχτα προσευχόμενοι. Τὸ πρωὶ ὁ Ὀνούφριος ἀποκάλυψε στὸν ἐπισκέπτη του ὅτι ὁ Θεὸς τὸν εἶχε στείλει γιὰ νὰ φροντίσει γιὰ τὸν τάφο του, διότι εἶχε φθάσει ἡ ὥρα νὰ ἀπέλθει στὴν οὐράνια πατρίδα του. Ἔδωσε λοιπὸν ἐντολὴ στὸν Παφνούτιο νὰ ἐπιστρέψει στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὴν πολιτεία τῶν ἐρημιτῶν, ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ τοὺς μιμηθοῦν, ὁ καθένας κατὰ τὴ δύναμή του. Ἀφοῦ προσευχήθηκε, ξάπλωσε στὴ γῆ, ἡ ὄψη τοῦ ἔλαμψε ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ δὲν ἦταν τοῦ κόσμου τούτου καὶ εὐωδία πλημμύρισε τὸν τόπο. Κατόπιν ἀντήχησαν σὰν κεραυνοὶ καὶ ἄνοιξε ὁ οὐρανὸς γιὰ νὰ κάνει τόπο σὲ ὁλόκληρη τὴν στρατειά τῶν ἀγγέλων ποὺ ἐρχόταν νὰ παραλάβει τὴν ψυχὴ του. Ἐν μέσω τῆς ἑορταστικῆς αὐτῆς συνοδείας ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσκαλοῦσε τὴν ψυχὴ τοῦ δούλου Του νὰ προσέλθει στὴν μακαριότητα. Καθὼς ὁ Παφνούτιος ἔχυνε ἄφθονα δάκρυα πάνω στὸ σκήνωμα τοῦ ὁσίου ἀναχωρητοῦ καὶ ἀναρωτιόταν πὼς νὰ ἀνοίξει ἕνα μνῆμα στὸ κατάξηρο ἔδαφος, πρόβαλαν δύο λεοντάρια ποὺ ἔσκαψαν γι’ αὐτὸν ἕνα τάφο, στὸν ὁποῖο κατέθεσε τὸ σῶμα.
Στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, συνάντησε τέσσερις Γέροντες ποὺ ἔμεναν σὲ σπήλαιο ἐπὶ ἑξήντα χρόνια καὶ πιὸ πέρα, σὲ ἕναν παραδείσιο τόπο, ἄλλους τέσσερις νέους ἀσκητές. Ἦσαν εὐγενεῖς ἀπὸ τὴν Οξύρυγχο (Ἄνω Αἴγυπτο) ποὺ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς θύραθεν σπουδὲς τους γιὰ νὰ διδαχθοῦν στὴν ἐρημία τὴν ἀληθινὴ Σοφία. Ζοῦσαν χωριστὰ τὶς πέντε ἡμέρες καὶ ξαναβρίσκονταν τὴν Κυριακὴ γιὰ νὰ λάβουν τὴν θεία Κοινωνία ἀπὸ ἕναν ἄγγελο. Παρὰ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μείνει μαζὶ τους, ὁ Παφνούτιος ἔπρεπε νὰ συνεχίσει τὸν δρόμο του καὶ ἔφθασε, τέλος, στὴν Αἴγυπτο ὅπου ἔδωσε μαρτυρία ὅτι πράγματι ἄνθρωποι μὲ σάρκα μποροῦν νὰ διάγουν βιοτή ὅμοια μὲ ἐκείνη τῶν ἀγγέλων. Πέρασε τὸν ὑπόλοιπο βίο του μὲ τρόπο θεάρεστο καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη γιὰ νὰ ἀπέλθει στὶς αὐλὲς τῶν δικαίων.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 10ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ
Ιωαν. ζ’ 37-52, η’ 12
ΚΕΙΜΕΝΟ
37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.
12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
37Kαι την τελευταία ημέρα, την πιο μεγάλη της γιορτής, στάθηκε ο Iησούς και είπε με δυνατή φωνή: «Aν διψάει κάποιος, σ’ εμένα να έρχεται και να πίνει. 38Όπως το λέει η Γραφή, ποτάμια ζωντανού νερού θα ξεχυθούν μέσα από εκείνον που πιστεύει σ’ εμένα». 39Kι αυτό το είπε ο Iησούς εννοώντας το Πνεύμα που επρόκειτο να πάρουν εκείνοι που πίστευαν σ’ αυτόν, γιατί δεν είχε δοθεί ακόμα το ʼγιο Πνεύμα, αφού δεν είχε δοξαστεί ακόμα ο Iησούς. 40Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, έλεγαν: «Aυτός είναι πραγματικά ο προφήτης!» 41άλλοι έλεγαν: «Aυτός είναι ο Xριστός!» Kι άλλοι πάλι έλεγαν: «Πώς είναι δυνατόν από τη Γαλιλαία να έρθει ο Xριστός; 42Δε λέει η Γραφή πως από το σπέρμα του Δαβίδ πρόκειται να έρθει ο Xριστός και να γεννηθεί στη Bηθλεέμ, στο χωριό από το οποίο καταγόταν ο Δαβίδ;» 43Έτσι, διχάστηκαν οι γνώμες του πλήθους γι’ αυτόν. 44Mάλιστα, μερικοί απ’ αυτούς ήθελαν να τον συλλάβουν, αλλά κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του.45Eπέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, οι οποίοι και τους ρώτησαν: «Γιατί δε μας τον φέρατε;» 46Oι υπηρέτες απάντησαν: «Ποτέ άλλοτε δε μίλησε κανείς όπως αυτός ο άνθρωπος!» 47Tότε οι Φαρισαίοι τους είπαν: «Mήπως έχετε πλανηθεί κι εσείς; 48Mην τάχα πίστεψε σ’ αυτόν κανένας από τους άρχοντες ή τους Φαρισαίους; 49Mα ο όχλος αυτός, που το νόμο δεν τον ξέρει, είναι καταραμένος!» 50Tους λέει τότε ο Nικόδημος, αυτός που είχε επισκεφθεί νύχτα τον Iησού και ήταν ένας απ’ αυτούς: 51 «Mήπως ο νόμος μας επιτρέπει την καταδίκη ενός ανθρώπου, αν δεν του δοθεί πρώτα η ευκαιρία να απολογηθεί και να γίνει γνωστό το τι κάνει;» 52Aποκρίθηκαν οι άλλοι και του είπαν: «Mπας κι είσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία; Ψάξε και δες ότι προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει παρουσιαστεί».
12Tους μίλησε, λοιπόν, ξανά ο Iησούς και είπε: «Eγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθεί εμένα, δε θα περπατήσει στο σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής».



