
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ
Σταδιακὰ ἤδη μπαίνουμε στὸν μεγάλο ἀγώνα. Μετὰ τὸ καθῆκον τῆς προσευχῆς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀδελφοὺς μας (Σάββατο πρὸ τῆς ἀπόκρεω) προβάλλει ἡ Κυριακὴ τῆς Δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ τῆς τελευταίας Κρίσεως. Εἶναι βεβαιωμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ κάποτε θὰ γίνει πραγματικότης. Τὸ πότε ὅμως παραμένει ἄγνωστο. «Περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν» λέγει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Εἶπε βέβαια ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Του παρουσία θὰ προηγηθοῦν κάποια σημεῖα, τὰ ὁποία ἀναφέρονται στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια. Καὶ ἀκόμα ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου θὰ ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀντίχριστος, ποὺ φαινομενικὰ θὰ ζεῖ ὡς Χριστιανὸς καὶ θὰ κάνει θαύματα ὅπως ὁ Χριστός. Θὰ ἀναστήσει νεκροὺς καὶ θὰ παραπλανήσει πολλοὺς ἀκόμα καὶ πιστούς. Θὰ δημιουργήσει πολλὰ προβλήματα στοὺς ἀνθρώπους. Ὅσοι διαλέξουν νὰ ζήσουν μὲ εὐσέβεια θὰ φύγουν μακριά. Ὅμως ὁ Ἀντίχριστος θὰ ψάξει καὶ θὰ τοὺς βρεῖ, ὅπου κι ἂν βρίσκονται κρυμμένοι καὶ θὰ τοὺς προξενήσει πολλὲς δοκιμασίες μὲ τοὺς δαίμονες ποὺ κατευθύνει…Μετά ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἡ παρουσία Του θὰ εἶναι φανερὴ σὲ ὅλους, ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀνατολή, φαίνεται μέχρι τὴ δύση καὶ καταπλήσσει μὲ τὴν λάμψη της. Δὲν θὰ ἔλθει τώρα ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρὸς ταπεινὰ καὶ ἄσημα, ἀλλὰ φανερὰ μὲ κάθε ἐπισημότητα καὶ μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ Τὸν καταλαβαίνουν ὅλοι. Θὰ προπορεύεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου στὸν οὐρανό, ὁ Τίμιος δηλαδὴ τοῦ Κυρίου Σταυρός, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πιὸ λαμπρὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ θὰ φαίνεται σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Γιὰ ποιὸν λόγο θὰ ἐμφανισθεῖ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ; Ρωτᾶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος καὶ ὃ ἴδιος ἀπαντᾶ: -Γιὰ νὰ γίνει ὁ ὀδυνηρὸς καὶ ἀνυπόφορος ἔλεγχος ὄχι μόνο ἐκείνων ποὺ τὸν σταύρωσαν, ἀλλὰ ὅλων τῶν ἀμετανόητων ἀνθρώπων. Τότε θὰ θρηνήσουν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς. Καὶ θὰ θρηνήσουν διότι μονολότι ἀπέθανε γιὰ μᾶς, δὲν ὠφεληθήκαμε καθόλου καὶ διότι ἐσταύρωσαν Ἐκείνον ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸν προσκυνήσουν. Θὰ προπορευτεῖ λοιπὸν ὁ Τίμιος τοῦ Κυρίου Σταυρὸς καὶ ποτάμι φωτιᾶς θὰ ξεχυθεῖ στὴ γῆ καὶ θὰ τὴν καθαρίσει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Ἀμέσως μετὰ θὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀντίχριστος μὲ τοὺς ὑπηρέτες του καὶ θὰ παραδοθοῦν στὴν αἰώνια κόλαση. Στὴν συνέχεια θὰ σαλπίσουν οἱ ἄγγελοι καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ζῶντες καὶ νεκροὶ θὰ παρουσιασθοῦν μὲ τὰ σώματά τους καὶ τὶς ψυχὲς τους. Ὅλοι θὰ εἶναι μεταμορφωμένοι καὶ ἄφθαρτοι. Τότε ὁ Κύριος μὲ ἕνα λόγο Του θὰ διαχωρίσει τοὺς δίκαιους ἀπὸ τοὺς πονηρούς, ἔτσι ὅπως διαχωρίζει ὁ βοσκὸς τὰ πρόβατά του ἀπὸ τὰ ἐρίφια καὶ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τους θὰ κριθοῦν καὶ οἱ μὲν δίκαιοι θὰ μπουν στὴν αἰώνια ζωή, οἱ δὲν ἄνομοι στὴν αἰώνια κόλαση. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ τῆς Τελευταίας Κρίσης ἀναφέρεται στὴν χριστιανικὴ ἀγάπη, τὴν καινούργια ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους κι ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀναγνωρίζονται οἱ μαθητὲς του. Γι’ αὐτὸ κι ὁ δίκαιος Κριτὴς δὲν θὰ ζητήσει ἂν νηστεύσαμε, οὔτε ἂν ζήσαμε γυμνοὶ ἢ ὑποστήκαμε γιὰ χάρη του ἄλλη σωματικὴ κακοπάθεια. Οὔτε θὰ μᾶς ρωτήσει ἂν κάναμε θαύματα, ὄχι πὼς αὐτὰ δὲν εἶναι καλὰ ἀλλὰ ὁ Χριστὸς πάνω ἀπὸ αὐτὰ θέτει τὴν ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ τότε σὲ ὅλους θὰ εἰπεῖ: «Ἐπείνασα καὶ μοῦ δώσατε φαγητό. Ἐδίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ. Ξένος ἤμουν καὶ μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας. Ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε. Στὴ φυλακὴ ἤμουν καὶ μοῦ συμπαρασταθήκατε. Ἂν αὐτὰ τὰ ἐκάνατε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους σας εἶναι σὰν τὸ κάνατε σὲ μένα». Αὐτὰ θὰ ζητήσει, πράγματα τὰ ὁποία εἶναι δυνατὰ γιὰ ὅλους. Τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ὀμολογήσουν ὅτι πράγματι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστὸς εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ Πατρός. Οἱ χριστιανοὶ σύμφωνα μὲ ὅλα αὐτὰ ἔχουμε εὐθύνες ἀπέναντι στὸν κόσμο τοῦτο καὶ πρέπει νὰ τὶς ἐκπληρώσουμε, νὰ δώσουμε δηλαδὴ ἀγάπη, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ μόνο σκοπεύει πέρα ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦτο. Ἐπιπλέον ἡ μόνη νίκη ποὺ διαρκεῖ καὶ μεταμορφώνει εἶναι ἡ νίκη τῆς ἀγάπης. Ὅλοι γνωρίζουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι γύρω μας βρίσκονται στὴν φυλακή, πεινοῦν καὶ διψοῦν καὶ αὐτὰ συμβαίνουν ἐπειδὴ λείπει ἡ ἀγάπη ἀπὸ τὴ ζωὴ μας. Ἔτσι εἴτε ἀγαπήσαμε εἴτε ἀρνηθήκαμε τὴν ἀγάπη θὰ κριθοῦμε γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὄχι μονάχα ἡ ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ ἀδέκαστου κριτὴ πρὸς τοὺς ἄξιους τοῦ Παραδείσου ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη τους πρὸς τοὺς ἄξιους τῆς Κολάσεως.
Πορευόμενοι πρὸς τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, τὴν καθ’ αὐτὴν περίοδο τῆς μετανοίας, ἡ περικοπὴ τῆς Κρίσεως προετοιμάζει τὸν καθένα νὰ συναισθανθεῖ τὴν ἀμαρτωλότητά τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ νὰ ζήσει τὴν παροῦσα ζωὴ μὲ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ στὸν πλησίον, παρακαλώντας πάντα τὸν Κύριο καὶ λέγοντας: «Φεῖσαι ἡμῶν, Κριτὰ δικαιότατε».
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΚΙΑΣ
Ἡ ἁγία Ἀναστασία ζοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ βασιλείας Ἰουστινιανοῦ (527-565). Καταγόταν ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια εὐγενῶν καὶ ὁ αὐτοκράτορας τὴν τιμοῦσε ὡς πρώτη πατρικία τοῦ παλατιοῦ. Μὴν δίνοντας, ὡστόσο, σημασία στὴν ἐπίγεια δόξα, φύλαγε ἡ μακαρία στὴν καρδιὰ της τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ φρόντιζε μὲ ζῆλο νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς του. Ὁ δαίμονας ὅμως, ἄσπονδος ἐχθρὸς ὅσων ἐπιθυμοῦν τὸν ἐνάρετο βίο, παίρνοντας ἀφορμὴ τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορα πρὸς αὐτὴν ἔσπειρε αἰσθήματα ζηλοφθονίας στὴν ψυχὴ τῆς αὐτοκράτειρας. Ὅταν ἡ Ἀναστασία πληροφορήθηκε ὅτι ὑπῆρξε αἰτία σκανδάλου, ἐκμεταλλευόμενη τὸ γεγονὸς ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν αὐλὴ λέγοντας: «Σώζου, ψυχὴ μου, ὥστε νὰ λυτρωθεῖ ἡ αὐτοκράτειρα ἀπὸ τὴν παράλογη ζήλεια, ἐσὺ δὲ νὰ ἑτοιμαστεῖς γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Κράτησε μικρὸ μέρος τῆς περιουσίας της, μοίρασε τὰ ὑπόλοιπα στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ, κοντὰ στὴν πόλη ἵδρυσε γυναικεία μονή, σὲ τόπο ὀνομαζόμενο Πέμπτον, ἡ ὁποία ἀργότερα ὀνομάσθηκε Μονὴ τῆς Πατρικίας.
Μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ἀφ’ ὅτου ἐκοιμήθη ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα (548), ὁ αὐτοκράτορας ἀναζήτησε παντοῦ τὴν ὄμορφη καὶ ἐνάρετη Ἀναστασία γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ. Μόλις ἐκείνη τὸ πληροφορήθηκε ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ μετέβη νύκτα στὴν Σκήτη, στὸν ἀββὰ Δανιήλ, γιὰ νὰ τοῦ ἐκθέσει τὸ πρόβλημα. Ὁ Γέροντας τὴν ἔντυσε τότε μὲ ἀντρικὰ ἐνδύματα, τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομα Ἀναστάσιος καὶ τὴν ἐγκατέστησε σὲ σπήλαιο μακριὰ ἀπὸ τὴν Σκήτη, βάζοντάς της κανόνα νὰ ζήσει ἐκεῖ μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ χωρὶς οὔτε νὰ ἐξέλθει οὔτε νὰ δεχθεῖ κανένα. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα ἕνας μαθητὴς του πήγαινε καὶ τῆς ἄφηνε μία στάμνα μὲ νερὸ στὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου καὶ ἀποσυρόταν σιωπηλὰ μὲ μιὰ μετάνοια.
Ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη ἔζησε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ γενναία καὶ ἀνδρεία ψυχή, τηρώντας μὲ ἀκρίβεια τὸν κανόνα τοῦ γέροντα. Ὑπερνικώντας τὴν φυσικὴ ἀδυναμία καὶ τοὺς μαλθακοὺς τρόπους τῆς αὐλῆς, ἀγωνιζόταν νυχθημερὸν κατὰ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ ὕπνου καὶ προπαντὸς κατὰ τῶν σκοτεινῶν δαιμόνων ποὺ τῆς ὑπέβαλλαν νὰ ἀφήσει τὴν ἡσυχία. Ἔγινε ἔτσι μὲ τὴν προσκαρτερία τῆς σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἰδοποιημένη γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἐκδημία της ἔγραψε πάνω σὲ κεραμίδι στὸν ἀββὰ Δανιὴλ νὰ φέρει τὰ σύνεργα γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ της. Ὁ γέροντας, ὁ ὁποῖος εἰδοποιήθηκε μὲς στὴ νύχτα μὲ θεῖο ὅραμα, ἔστειλε τὸν ὑποτακτικὸ του στὴν σπηλιά. Μόλις διάβασε τὸ μήνυμά της, ἔσπευσε νὰ παρευρεθεῖ στὶς τελευταῖες στιγμὲς της καὶ ἔπεσε στὰ πόδια της ζητώντας της νὰ μεσιτεύσει παρὰ Κυρίου γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τοὺς μαθητὲς του. Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἡ ἁγία χαιρέτησε τοὺς ἀγγέλους ποὺ παρουσιάστηκαν στὸ πλευρὸ της καὶ μὲ τὸ πρόσωπο ὁλόφωτο παρέδωσε τὴν ψυχὴ της στὸν Κύριο. Ἐπιστρέφοντας στὴν Σκήτη ὁ ἀββὰς Δανιὴλ ἀποκάλυψε στοὺς μαθητὲς του ὅτι ὁ εὐνοῦχος Ἀναστάσιος ἦταν ἡ ξακουστὴ πατρικία, ποὺ ἀναζητοῦσε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς γιὰ νὰ τὴν νυμφευθεῖ.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 7ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ
Ματθ.κε΄31-46
ΚΕΙΜΕΝΟ
31 Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
31 «Όταν, λοιπόν, έρθει ο Γιος του Aνθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του. 32Kαι θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια. 33Kαι θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στ’ αριστερά. 34Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: Eλάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. 35Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, 36γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφτήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου. 37Tότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; 38Kαι πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; 39Kαι πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σε επισκεφτήκαμε; 40Kαι θ’ αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο τα κάνατε αυτά σ’ έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα τα κάνατε. 41 «Kατόπιν θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι στ’ αριστερά: Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του. 42Γιατί πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω, 43ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφτήκατε. 44Tότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε υπηρετήσαμε; 45Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο δεν τα κάνατε αυτά σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε μένα τα κάνατε. 46Kαι θ’ αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».




