
ΒΙΟΣ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΜΑΡΚΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ
Ὅταν ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητής καί Ἱερομάρτυρας πατριάρχευε στήν Κωνσταντινούπολι, μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου Κωνσταντινουπόλεως, στά χρόνια τοῦ αὐτόκράτορα Κωνσταντίου, κατά τό ἔτος 337, ὁ ὁποῖος ἀπατήθηκε, ἀλλοίμονο! ἀπό τούς Ἀρειανούς καί ἔπεσε στήν αἵρεσι του, τότε αὐτοί οἱ εὐσεβέστατοι ἦταν τού ἀναφερθέντος Πατριάρχου νοτάριοι καί γραμματικοί καί διαβάζοντας στόν λαό τά ἱερά Βιβλία, ἔλαμπαν παντοῦ μέ τήν εὐλάβεια, μέ τήν σεμνότητα τῶν τρόπων καί μέ κάθε ἁγιότητα καί ἀρετή. Ἰδιαίτερα ὅμως μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ θεῖος Παῦλος ἐξωρίσθηκε στήν Ἀρμενία καί ἐκεῖ δέχθηκε τό μακάριο τέλος, ἀφοῦ πνίγηκε ἀπό τούς Ἀρειανούς, αὐτοῖ οἱ Ἅγιοι νοτάριοι ἔλεγχαν μέ θάρρος τούς δυσσεβεῖς καί κήρρυταν σέ ὅλους, ὅτι ὅ Υἱός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Τότε, ἐπειδή δέν πείσθηκαν νά προδώσουν τήν εὐσέβεια, οὔτε μέ κολακεῖες καί ὑποσχέσεις δωρεῶν, οὔτε μέ ἀπειλές πληγῶν καί βασάνων, γι’αὐτό θανατώνονται μέ τήν μάχαιρα καί θάβονται στήν πόρτα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πού λέγεται Μελανδησία, στήν τοποθεσία τοῦ Δευτέρου. Ὕστερα ἔκτισε Ναό ἐκ θεμελίων στό ὄνομά τους ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Α΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 OKTΩΒΡΙΟΥ
Λουκ. η’ 27-39
ΚΕΙΜΕΝΟ
27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
27Kι όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα. 28Σαν είδε, λοιπόν, τον Iησού, κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Tι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Iησού, Γιε του Θεού του Yψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». (29Γιατί είχε προστάξει ο Iησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές). 30Tον ρώτησε τότε ο Iησούς: «Ποιο είναι τ’όνομά σου;» Kι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31Kι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. 32Στο μεταξύ, υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τα επιτρέψει να μπούνε στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. 33Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34Kι όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή. 35Bγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Iησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Iησού, και φοβήθηκαν. 36Tους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. 37Tότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε ν’απομακρυνθεί απ’αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Kι εκείνος μπήκε στο πλοίο κι επέστρεψε πίσω. 38Mα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. O Iησούς, όμως, τον έστειλε σπίτι του λέγοντας: 39 «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Iησούς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλον ἔνθεον ἀναλαβόντες, ἠμαυρώσατε Ἀρείου πλάνην ὁμοούσιον Τριάδα κηρύττοντες, Μαρκιανὲ καὶ θέοφρων Μαρτύριε, ὀρθοδοξίας οἱ ἄσειστοι πρόβολοι, θεῖοι μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


