
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ & ΜΑΤΡΩΝΗΣ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Γνωρίζεις τη αγάπη του Θεού;»
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΣΤ΄ Λουκά ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΤΥΡΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ
Ὁ ἅγιος καὶ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀρτέμιος ἔζησε ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου. Γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογένειας ἔχαιρε τῆς εὐνοίας τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν τὰ ἀξιώματα τοῦ πατρικίου καὶ αὐγουσταλίου (στρατιωτικοῦ διοικητοῦ) Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Αἰγύπτου (περὶ τὸ 330). Οἱ τιμὲς αὐτὲς ὅμως δὲν τὸν ἔκαναν νὰ χάσει τὴν πίστη του καὶ τὴν πρόθεσή του νὰ διαδώσει παντοῦ τὸ χαρμόσυνο Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Κωνσταντίνος (337), τὴν Αὐτοκρατορία μοιράσθηκαν οἱ τρεῖς γιοὶ του. Ὁ Κωνστάντιος, ὁ ὁποῖος κληρονόμησε ὅλο τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας (ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικὸ ὡς τὴν Περσίδα, καθὼς καὶ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Παλαιστίνη) ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέου βρίσκονταν στὴν Πάτρα καὶ ἐκεῖνα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Λουκᾶ στὶς Θῆβες τῆς Βοιωτίας, ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἅγιο Ἀρτέμιο νὰ προβεῖ στὴν ἀνακομιδὴ τους στὴν Βασιλεύουσα ὥστε νὰ κατατεθοῦν στὸν ναὸ τῶν ἁγίων ἀποστόλων.
Λίγο καιρὸ ἀργότερα, ὁ Κωνστάντιος χρειάστηκε νὰ μεταβεῖ μὲ τὸ στράτευμά του στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ πολεμήσει κατὰ τῶν Περσῶν. Ἐκμεταλλευόμενος τὴ συγκυρία, ὁ ἐξάδελφός του Ἰουλιανὸς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία στὴ Δυτικὴ Αὐτοκρατορία (τὴν ὁποία ὁ Κωνστάντιος εἶχε προσαρτήσει τὸ 351) καὶ θέλησε νὰ ἀνακηρυχθεῖ αὐτοκράτορας στὴν θέση τοῦ Κωνσταντίου. Ὁ Κωνστάντιος ξεκίνησε ἀμέσως γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὴν κατάσταση, πέθανε ὅμως στὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Κιλικία, καὶ μόλις πρόλαβε νὰ λάβει τὸ ἅγιο βάπτισμα. Ὁ Ἰουλιανὸς ἔμεινε τότε μόνος αὐτοκράτορας (360) καὶ ἀμέσως ἐπιδόθηκε στὴν ἐπαναφορὰ τῆς παλαιὰς θρησκείας τῶν εἰδώλων, τῆς ὁποίας νέον προφήτη, κατὰ τὸ θέλημα τῶν θεῶν, θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ του. Ἔστειλε παντοῦ διατάγματα προστάζοντας τὴν ἐπαναφορὰ τῆς λατρείας τῶν εἰδώλων στοὺς ναοὺς ποὺ εἶχαν μετατραπεῖ σὲ ἐκκλησίες ἐπὶ Κωνσταντίνου. Ἀπαγόρευσε στοὺς χριστιανοὺς διδασκάλους καὶ ρήτορες νὰ διδάσκουν ἐλεύθερα, καὶ διέταξε νὰ ραντίζουν τὶς ἀγορὲς μὲ ὕδατα τῶν βωμῶν, ὥστε νὰ ἀναγκασθοῦν οἱ κάτοικοι νὰ τρῶνε τρόφιμα εἰδωλόθυτα∙ σὲ πολλὰ μέρη τῆς Αὐτοκρατορίας ἄνθησαν ἐκ νέου οἱ φοίνικες τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ συνεχίσει τὸν πόλεμο κατὰ τῶν Περσῶν καὶ διέταξε ὅλους τοὺς ἡγεμόνες τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἔλθουν ἐκεῖ μὲ τὰ στρατεύματά τους. Ἡ διαταγὴ ἔφθασε στὸν Ἀρτέμιο ὁ ὁποῖος, πιστὸς στὶς πολιτικὲς ἀρχὲς σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῶν Γραφῶν (Ρωμ. 13, 1-2), συγκέντρωσε τὸ στράτευμά του καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια γιὰ νὰ πάει στὴν Ἀντιόχεια. Μετὰ ἀπὸ μεγάλη διαδρομή, ἔφθασαν στὴν πόλη αὐτή, ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ ἀκούσθηκε ἡ λέξη «χριστιανὸς» (Πράξεις 11, 26), τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ αὐτοκράτορας διέτασσε νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιόν του δύο ἱερεῖς, ὁ Εὐγένιος καὶ ὁ Μακάριος, γιὰ νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ ὑποταγοῦν στὴν πλανεμένη λατρεία τῶν θεῶν τοῦ αὐτοκράτορος. Οἱ δύο ἱερεῖς ἀντέτασσαν τὸ θεῖο δόγμα τῆς ἐν Χριστῶ λυτρώσεως σὲ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἰουλιανοῦ. Μετὰ τὴν ἀνάκριση, ὁ Ἰουλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ δείρουν τοὺς δύο ὁμολογητὲς μὲ πεντακόσιους ραβδισμούς. Ὁ Ἀρτέμιος ἐνώπιον τοῦ θεάματος αὐτοῦ, ἐξανέστη, προχώρησε πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ ὀμολόγησε: «Ὅλα τὰ μηχανεύματά σου κατὰ τῶν χριστιανῶν ἐκ τοῦ πονηροῦ εἰσι∙ μάταια καὶ μὴ ἔχοντα δύναμιν, διότι ὅταν ὑψώθη στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστός, ἔπεσε τῶν δαιμόνων ἡ ἔπαρσις. Οἱ θεοὶ οὖς λατρεύεις ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑρμοῦ ἢ τοῦ Ἀπόλλωνος οὐκ εἰσί ἀληθῶς ἡ μὴ τὸ ξύλον καὶ τὸ μέταλλον τῶν ξοάνων αὐτῶν». Ἡ κατάπληξη τοῦ αὐτοκράτορος μετετράπη σὲ ὀργὴ καὶ μανία ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τοῦ ἀπηύθυνε τοὺς πλήρεις παρρησίας λόγους αὐτοὺς δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἀρτέμιο, τὸν αὐγουστάλιο τῆς Αἰγύπτου, τὸν ὁποῖο ὑποψιαζόταν γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του Γαΐου Κωνσταντίνου, καίσαρος τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ θανατώθηκε μὲ ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνστάντιου. Διέταξε νὰ συλλάβουν ἐπὶ τόπου τὸν Ἀρτέμιο, νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὰ διακριτικὰ τῶν ἀξιωμάτων του, καὶ νὰ τὸν φέρουν τὴν ἐπαύριο ἐνώπιὀν του ὥστε νὰ τιμωρηθεῖ γιὰ τὸ θράσος του. Δίχως σεβασμὸ πρὸς τὸ ἀξίωμά του, οἱ στρατιῶτες τὸν ἔδεσαν καὶ ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν τὸν ἔριξαν ἡμιθανὴ στὴ φυλακὴ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μάρτυρες. Ἔμπλεος χαρὰς καὶ ἀγαλλιάσεως, ὁ Άρτέμιος ἀνέπεμψε τὴν προσευχὴ του πρὸς τὸν Κύριο λέγοντας: «Εὐχαριστῶ Σοι, Κύριε, ὅτι ἠξίωσάς μὲ ὑποστῆναι βασάνους ἕνεκεν τῆς ἀγάπης Σου καὶ συναριθμῆσθαι μετὰ τοῦ χοροῦ τῶν ἁγίων Σου».
Τὴν ἑπομένη, ἔστειλαν τοὺς δύο μάρτυρες, Εὐγένιο καὶ Μακάριο, ἐξορία στὶς ἐχθρικὲς καὶ ἀφιλόξενες περιοχὲς τῆς Ἀραβίας, ὅπου μετὰ ἀπὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἀποκεφαλίσθηκαν [20 Δεκ.]. Ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ παρουσιασθεῖ ὁ Ἀρτέμιος. Ἀρχικὰ τοῦ ὑποσχέθηκε ὅλες τὶς τιμὲς ποὺ συνάδουν πρὸς τοὺς οἰκείους τοῦ βασιλέως καὶ ἐπὶ πλέον τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιερέως τῶν θεῶν, ἂν ἀποφάσιζε νὰ ἐγκαταλείψει τὶς δοξασίες ἐκείνων ποὺ ὁ Ἰουλιανὸς ὀνόμαζε «Γαλιλαίους». Τέτοιες ὑποσχέσεις δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπηρεάσουν τὸν ἅγιο ὁ ὁποῖος, ζώντας ἐν Χριστῶ, εἶχε ἤδη νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὶς πλάνες του. Τοῦ ἐφαίνετο ἐπίσης ἀνώφελο νὰ προβεῖ σὲ μακρὰ ἀπολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐνώπιον τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει ὡς παιδὶ χριστιανικὴ ἀγωγή. Ἀρκέσθηκε στὴν ἄρνηση τῶν ψευδῶν κατηγοριῶν γιὰ τὴν συμμετοχὴ του στὸν φόνο τοῦ Γαΐου καὶ στὴν διακήρυξη ἐνώπιον τοῦ Παραβάτου ὅτι τίποτε στὸν κόσμο δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τὸν κάνει νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη στὸν Σωτήρα Χριστό. Δὲν ἔμεινε λοιπὸν τίποτε ἄλλο στὸν ἀνίκανο τύραννο παρὰ νὰ ἀφήσει τὴν ὀργὴ του νὰ ξεσπάσει στὰ βασανιστήρια. Ἔβαλε νὰ τρυπήσουν τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου μὲ πυρακτωμένες βελόνες. Πρὸς μεγάλη του ὅμως ἀπογοήτευση, οὔτε φωνὴ οὔτε στεναγμὸς δὲν ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἀρτεμίου. Τὴ νύκτα, παρουσιάσθηκε ὁ Χριστὸς στὸ κελλί του καὶ θαυματουργικῶς τοῦ θεράπευσε τὶς πληγές. Ἐνδυναμωμένος ἀπὸ τὸ ὅραμα αὐτό, ὁ Ἀρτέμιος ἔμεινε δεκαπέντε ἡμέρες δίχως τροφὴ καὶ νερό, ὄρθιος, προσευχόμενος νυχθημερὸν καὶ ἀτενίζοντας τὰ οὐράνια μυστήρια.
Στὸ μεταξύ, ὁ Ἰουλιανὸς ἔφθασε στὴ Δάφνη, στὰ περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας, καὶ διέταξε νὰ μεταφέρουν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ ἁγίου Βαβύλα [4 Σεπτ.] σὲ ἕνα κοιμητήριο τῆς πόλεως, ὥστε νὰ ἀνεγερθεῖ στὸν τόπο ἐκεῖνο τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἁγίου ἕνα χρυσὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ἕνας ναὸς ἀφιερωμένος στὴ λατρεία του. Μία νύκτα ὅμως, ἐνῶ οἱ ἱερεῖς ἐπιδίδονταν σὲ θυσίες καὶ προσευχὲς ὥστε ὁ δῆθεν θεὸς νὰ ἀνοίξει τὸ ξύλινο καὶ μεταλλικὸ στόμα του καὶ νὰ προσφέρει τὸν χρησμὸ του, πῦρ κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ καὶ κατέκαυσε τὸν ναὸ καὶ τὸ ἄγαλμα δίχως κανεὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὸ σβήσει. Ὁ Ἰουλιανὸς θεώρησε ὑπεύθυνους τοὺς χριστιανούς, διέταξε νὰ κλείσουν οἱ νέες ἐκκλησίες καὶ ἐξαπέλυσε ἀγριότερο διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν σὲ ὅλη τὴν Αὐτοκρατορία. Στὴ Σαμάρεια (Σεβάστεια) διέταξε νὰ ρίξουν στὴν πυρὰ τὰ λείψανα τοῦ προφήτου Ἐλισαίου καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ στὴν Καισάρεια Φιλίππου ἔβαλε νὰ γκρεμίσουν τὸν ἀνδριάντα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ποὺ εἶχε φιλοτεχνήσει ἡ αἱμορροοῦσα γυνή. Ἔδωσε ἐπίσης διαταγὴ νὰ ἐπιτραπεῖ στοὺς Ἰουδαίους νὰ ἀνοικοδομήσουν τὸν Ναὸ τους στὰ Ἱεροσόλυμα (ποὺ εἶχε καταστραφεῖ τὸ ἔτος 70) μὲ χρήματα ἀπὸ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, μὲ σκοπὸ νὰ καταδείξει ὡς πλάνη τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ τέλος τοῦ Παλαιοῦ Νόμου. Παντοῦ διώκονταν οἱ χριστιανοὶ μὲ πρωτοφανὴ σκληρότητα. Διέταξε τότε ὁ Ἰουλιανὸς νὰ βγάλουν τὸν Ἀρτέμιο ἀπὸ τὴ φυλακή, ἀποφασισμένος νὰ θέσει τέλος στὴ ζωὴ του καὶ στὴν ἐπιρροὴ του στὸν λαό. Πρόσταξε νὰ κόψουν στὴ μέση ἕναν μεγάλο βράχο ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ θέατρο, νὰ ξαπλώσουν τὸν ἅγιο στὸ ἕνα κομμάτι καὶ νὰ ρίξουν πάνω στὸ σῶμα του τὸ ἄλλο. Ὅταν ἔπεσε ὁ λίθος, ὅλοι ἄκουσαν τὸν κρότο ἀπὸ τὰ ὀστὰ τοῦ ἁγίου ποὺ συντρίβονταν. Ἄφησαν ἔτσι τὸν ἅγιο ἀνάμεσα στοὺς δύο λίθους μέχρι τὴν ἑπομένη, νομίζοντας ὅτι εἶχε ξεψυχήσει. Μεγάλη ὅμως ἦταν ἡ ἔκπληξη τοῦ τυράννου ὅταν τὴν ἑπομένη ἀνασήκωσαν τὸν λίθο καὶ εἶδε τὸν ἄνθρωπο αὐτό, τοῦ ὁποίου τὰ ὀστὰ εἶχαν συντριβεῖ, τὰ σπλάχνα εἶχαν χυθεῖ καταγῆς, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ του εἶχαν ἐξορυχθεῖ, νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ στηλιτεύει τοὺς ψευδεῖς θεοὺς καὶ νὰ καυχᾶται στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἀντὶ νὰ μεταστραφεῖ ἡ γνώμη του μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα, ὁ τύραννος διέταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν Ἀρτέμιο. Ὁ μάρτυς μὲ χαρὰ δέχθηκε τὴν καταδίκη, ὕψωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Ἐκκλησίας. Μόνος του προχώρησε πρὸς τὸν τόπο τῆς θανατώσεως, ἔκανε τρεῖς μετάνοιες πρὸς τὴν Ἀνατολή, καὶ μὲ χαρὰ προέτεινε τὸν αὐχένα του κάτω ἀπὸ τὸ ξίφος τοῦ δημίου. Μιὰ εὐλαβὴς καὶ φιλόχριστος ἀρχόντισσα ἔλαβε τὸ λείψανο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπὶ αἰῶνες μὲ ζῆλο τὸ προσκυνοῦσαν καὶ τὸ τιμοῦσαν οἱ πιστοὶ καὶ ἐπιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος δεύτερος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Λουκ. η’ 23-39
ΚΕΙΜΕΝΟ
27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
27Kι όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα. 28Σαν είδε, λοιπόν, τον Iησού, κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Tι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Iησού, Γιε του Θεού του Yψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». (29Γιατί είχε προστάξει ο Iησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές). 30Tον ρώτησε τότε ο Iησούς: «Ποιο είναι τ’όνομά σου;» Kι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31Kι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32Στο μεταξύ, υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τα επιτρέψει να μπούνε στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. 33Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34Kι όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή. 35Bγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Iησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Iησού, και φοβήθηκαν. 36Tους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. 37Tότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε ν’απομακρυνθεί απ’αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Kι εκείνος μπήκε στο πλοίο κι επέστρεψε πίσω. 38Mα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. O Iησούς, όμως, τον έστειλε σπίτι του λέγοντας: 39 «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Iησούς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


