Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙZ΄ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) 16 Φεβρ. 2025 – ΑΓΙΟΥ ΠΑΜΦΙΛΟΥ Ζωντανή μετάδοση)

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
16/02/2025
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙZ΄ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ)

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Καυτηριασμένη συνείδηση»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΙΖ΄ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΠΑΜΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΓΙΩΝ

Ὁ κορυφαῖος τοῦ χοροῦ τῶν ἐνδόξων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς διαφορετικὲς καταβολὲς καὶ τὰ χαρίσματά τους συνιστοῦσαν μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας στὴν ποικιλομορφία της, ἦταν ὁ ἐπιφανὴς Πάμφιλος. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηρυτό, ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Πιερίου, διαδόχου τοῦ Ὠριγένους καὶ ἐπικεφαλῆς τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀλεξανδρείας, καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἔνθερμους θαυμαστὲς καὶ ὑπέρμαχους τῆς διδασκαλίας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ διδασκάλου. Ἀποποιήθηκε τὴν περιουσία του καὶ τὴν μοίρασε στοὺς φτωχούς, καὶ ἀποφεύγοντας κάθε κοσμικὴ δόξα ἀφιερώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καὶ στὴν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια πῆγε νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, ὅπου ἀφοῦ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἔγινε διευθυντὴς τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ Ὠριγένης. Ἀκόμη πρὶν ξεσπάσει ὁ διωγμὸς ζοῦσε ὡς μάρτυς, ἀπονεκρώνοντας ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκὸς μὲ τὴν ἄσκηση καὶ μὲ ἀκαταπόνητο ζῆλο ἀφοσιωνόταν στὴν ἀντιγραφὴ καὶ ἑρμηνεία τῆς Ἁγία Γραφῆς χρησιμοποιώντας τὴν ἀλληγορικὴ μέθοδο τοῦ διδασκάλου του.
Τὸ 307, ἐνῶ μαινόταν σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολὴ ὁ διωγμὸς τοῦ Μαξιμίνου Δάια, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ διοικητὴ τῆς Παλαιστίνης, τοῦ σκληροῦ Οὐρβανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ὑπέβαλε σὲ δοκιμασία τὶς φιλοσοφικὲς γνώσεις τοῦ Παμφίλου τὸν διέταξε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ ἅγιος ἱερέας ὑπέμεινε τὰ βασανιστήρια μὲ καρτερία ἀσώματου ὄντος καὶ ἐβλήθη στὴ φυλακὴ μαζὶ μὲ τὸν διάκονο Οὐαλή, ἕναν γέροντα μὲ σεβάσμια ὄψη ποὺ μποροῦσε νὰ παραθέτει ἀπὸ μνήμης ἐκτετεμένα χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ τὸν ἀνδρεῖο Παῦλο ὁ ὁποῖος εἶχε ἀντέξει ἀσάλευτος πυρωμένα σίδερα πάνω στὴν σάρκα του.
Ἔμειναν δύο χρόνια στὴν φυλακή, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ πέντε χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συνοδεύσει ὁμολογητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν ἐξορία τους στὰ ὀρυχεῖα τῆς Κιλικίας καὶ ἐπέστρεφαν στὴν πατρίδα τους, ἐμφανίσθηκαν στὶς πύλες τῆς πόλεως. Στὴν ἀνάκριση ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς φρουροὺς δὲν ἔκρυψαν τίποτα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ δήλωσαν πὼς ἦσαν χριστιανοί. Τοὺς συνέλαβαν ἀμέσως ὡς κακοποιοὺς καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὸν διοικητὴ τῆς Παλαιστίνης Φιρμιλιανό. Ἀφοῦ τοὺς ὑπέβαλε σὲ διάφορες δοκιμασίες, ὁ διαιτητὴς πέρασε στὴν ἀνάκριση καὶ τοὺς ζήτησε νὰ ποῦν τὸ ὄνομά τους. Ἀντὶ νὰ δώσουν τὰ ἐθνικὰ ὀνόματά τους, πῆραν αὐτὰ μεγάλων προφητῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς: Ἠλίας, Ἱερεμιάς, Ἠσαΐας, Σαμουήλ καὶ Δανιήλ. Ὅταν ρωτήθηκαν ποιὰ ἦταν ἡ πατρίδα τους, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἀπάντησε: «Ἡ Ἱερουσαλήμ!» ἀναφερόμενος στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν Πολιτεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, καὶ οὐράνια πατρίδα τῶν χριστιανῶν. Ὁ δικαστὴς ἔχοντας προσηλωμένο τὸν νοῦ στὰ ἐπίγεια πράγματα, σκέφθηκε πὼς οἱ χριστιανοὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ σὲ μιὰ πόλη ποὺ ἦταν ἐχθρικὴ στοὺς Ρωμαίους. Διέταξε νὰ μαστιγώσουν τὸν ἅγιο μάρτυρα γιὰ πολλὴ ὥρα καὶ ἐν συνεχεία, διαπιστώνοντας ὅτι παρέμεινε ἀκλόνητος, διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν μαζὶ μὲ τοὺς τέσσερις συναθλητὲς του.
Παρασυρμένος ἀπὸ τὴν ὀργὴ του, εἶπε νὰ τοῦ φέρουν μπροστὰ του καὶ τὸν Πάμφιλο μαζὶ μὲ τοὺς συντρόφους του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἤδη δώσει μαρτυρία ἐν μέσω βασανιστηρίων γιὰ τὴν ἀκλόνητη σταθερότητά τους καὶ τοὺς ζήτησε νὰ ὑποταχθοῦν. Καθὼς ὅμως οἱ μάρτυρες ἐπέμεναν στὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τοὺς ἐπέβαλε τὴν ἴδια ποινή.
Καθὼς τοὺς ὁδηγοῦσαν στὸν τόπο τῆς θανάτωσης, ὁ Πορφύριος, νεαρὸς δοῦλος δεκαοκτὼ ἐτῶν καὶ πνευματικὸ τέκνο τοῦ Παμφίλου, βγῆκε ἀπὸ τὸ πλῆθος καὶ ἀξίωσε μεγαλοφώνως νὰ πάρει τὰ σώματα τῶν μαρτύρων γιὰ νὰ τὰ ἐνταφιάσει. Ὁ δικαστὴς ἀποθηριωμένος, ἀπέρριψε τὸ αἴτημα αὐτὸ κι ἀφοῦ  ἔβαλε νὰ συλλάβουν τὸν Πορφύριο, τὸν παρέδωσε στοὺς δημίους μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τοῦ ξεσχίσουν τὴν σάρκα μέχρι βαθιὰ στὰ σπλάχνα του. Μὲ τὸ σῶμα του κατατριβόμενο γιὰ πολλὴ ὥρα ἄφωνος καὶ σχεδὸν ἄπνους, ὁ Πορφύριος καταδικάστηκε νὰ καεῖ σὲ σιγανὴ φωτιά. Βάδισε πρὸς τὸν θάνατο σὰν νικηφόρος ἀθλητής, μὲ τὸ πρόσωπο νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν θεία χάρη καὶ τὰ μάτια στραμμένα πρὸς τοὺς οὐρανούς, δίνοντας γαλήνια στοὺς φίλους του τὶς τελευταῖες τοῦ ὁδηγίες. Ὅταν τὸν ἔβαλαν στὴν πυρά, τράβηξε πάνω του τὶς φλόγες μὲ ἀπληστία εἰσπνέοντας βαθιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του δὲν ξέφυγε παρὰ μόνο μία λέξη, γιὰ νὰ καλέσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ βοηθὸ του.
Ὁ Σέλευκος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁμολογητὲς ποὺ εἶχαν ἀρνηθεῖ νὰ ὑπηρετήσουν στὸν στρατό, γιὰ νὰ φροντίσουν τοὺς καταδιωκόμενους χριστιανούς, πῆγε νὰ ἀναγγείλει στὸν Πάμφιλο τὴν τελείωση τοῦ Πορφυρίου. Καθὼς ἀσπαζόταν ἕναν ἀπὸ τοὺς κρατούμενους, οἱ στρατιῶτες τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν διοικητὴ ὁ ὁποῖος χωρὶς χρονοτριβὴ τὸν καταδίκασε σὲ θάνατο. Λίγα λεπτὰ ἀργότερα, ὁ Θεόδουλος, ἕνας σεβάσμιος καὶ εὐσεβὴς γέροντας ποὺ εἶχε τιμηθεῖ μὲ τὸ πρῶτο ἀξίωμα στὸ ὑπηρετικὸ προσωπικὸ τοῦ διοικητῆ, φανέρωσε τὴν πίστη του καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στοὺς ἅγιους μάρτυρες μὲ τὸν τρόπο τοῦ Σελεύκου. Ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν κύριό του ποὺ ἔξαλλος ἀπὸ θυμὸ τὸν παρέδωσε στὸ μαρτύριο τῆς σταύρωσης καὶ τὸν τίμησε ἔτσι μὲ θάνατο παρόμοιον μὲ ἐκείνον τοῦ Σωτῆρος.
Ἐν τῶ μεταξύ, ὁ Ἰουλιανός, ἄνθρωπος εὐλαβὴς ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ ἔμπλεος μὲ τὸν ζῆλο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φθάνοντας ἀπὸ ταξίδι, ἔσπευσε στὸν τόπο ὅπου κοίτονταν τὰ σκηνώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ πλήρης χαρὰς τὰ πῆρε στὴν ἀγκαλιὰ του καὶ τὰ ἀσπάστηκε ένα-ένα. Συνελήφθη ἀμέσως καὶ ὁδηγήθηκε στὸν Φιρμιλιανό, ὁ ὁποῖος καταδίκασε κι αὐτὸν σὲ ἀργὸ θάνατο πάνω στὴν πυρά. Ἔτσι, μὲ ὑπερκόσμια ἀγαλλίαση καὶ ἀναπέμποντας μεγαλοφώνως εὐχαριστίες στὸν Θεό, συνάντησε τὸν χορὸ τῶν μαρτύρων.
Μετὰ τὴν θανάτωση τοῦ ἁγίου Παμφίλου, τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς ἐνδόξου αὐτῆς χορείας μαρτύρων, ὁ ἀσεβὴς διοικητὴς διέταξε νὰ ἀφήσουν ἐπὶ τόπου τὸ σῶμα του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων, βορὰ τῶν ἀγριμιῶν. Ἀπὸ θεία Πρόνοια ὅμως, κανένα ζῶο δὲν πλησίασε τὰ ἅγια σκηνώματα καὶ οἱ χριστιανοὶ μπόρεσαν νὰ τὰ κηδέψουν ὅπως τοὺς ἄξιζε.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ|
ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιε’ 11-32

ΚΕΙΜΕΝΟ

 11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   11Έπειτα τους είπε:  «Kάποιος είχε δυο γιους. 12Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. 14Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. 15Πήγε τότε κι έγινε υπηρέτης ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. 17Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! 18Θα σηκωθώ, λοιπόν, και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο κι εναντίον σου. 19Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. 20Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. 21Tου είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. 22Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. 23Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Kι άρχισαν να ευφραίνονται.

   25»Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Kαθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς. 26Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ’αυτά. 27Kι εκείνος του είπε: Eπέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ’αυτόν υγιής. 28Oργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε, λοιπόν, έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε, 29μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: Tόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Kι όμως σ’εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου. 30Mα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλο το βιος σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι. 31Tότε εκείνος του είπε:  «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι. 32Mα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε». 

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ἄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοὺ Ἠσαΐαν Θεόδουλον αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πάσιν ἠμὶν ἐξιλεοῦνται.

0