
ΤΡΙΩΔΙΟ
Τριώδιο λέγεται τό λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει ὑμνολογικό ὑλικό κυρίως τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου καί χρησιμοποιεῖται μαζί, μέ τό Μηναῖο καί τήν Παρακλητική στίς Ἱερές Ἀκολουθίες τῆς περιόδου ἀπό Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου μέχρι τό Μεγάλο Σάββατο. Τριώδιο ὅμως λέγεται καί ἡ περίοδος πού καλύπτει:
α. Τίς τρεῖς ἑβδομάδες πρίν ἀπό τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (22 μέρες).
β. Τή Μεγ. Τεσσαρακοστή (40 ἡμέρες, ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα μέχρι τήν Παρασκευή πρίν ἀπό τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου).
γ. Τίς δύο ἡμέρες Σάββατο τοῦ Λαζάρου καί Κυριακή τῶν Βαΐων (συνδετικές ἡμέρες τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς μέ τήν Μεγ. Ἑβδομάδα).
δ. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα (6 ἡμέρες).
Ὀνομάζεται Τριώδιο, γιατί πολλοί ἀπό τούς ὕμνους πού περιλαμβάνει, τούς λεγόμενους Κανόνες, δέν περιέχουν 9 ἤ 8 ὠδές, ἀλλά τρεῖς ὠδές (Τρι-ώδιον). Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου ἔχει σκοπό νά μᾶς προετοιμάσει μέ νηστεία, προσευχή καί μετάνοια, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τά Ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μᾶς καί τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Τοῦ.
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο ἡ Ἐκκλησία μᾶς συμβουλεύει ὄχι μέ χορούς καί καρναβάλια, οὔτε μέ γλέντια ἁμαρτωλά καί μασκαρέματα, ἀλλά μέ «χαροποιό πένθος», μέ κατάνυξη καί εὐφροσύνη πνευματική νά περάσουμε τήν περίοδο καί τίς ἑορτές τοῦ Τριωδίου.
Καί γιά νά μπορέσουμε νά πραγματοποιήσουμε τά ἀνωτέρω εὐκολότερα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς, σάν φιλόστοργη Μητέρα πού εἶναι καί ἔχει βαθιά γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας, μᾶς προετοιμάζει ἀνάλογα.
Γιά νά μήν πᾶμε ξαφνικά ἀπό τή ράθυμη κατάσταση, στήν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ρουτίνα τῆς καθημερινῆς ζωῆς καί ὁ εὐδαιμονισμός, στήν ἀνώτερη πνευματικά, μᾶς καλεῖ νά σκεφτοῦμε τή σημασία τῆς πρίν μποῦμε σ’ αὐτή, κάθε φορά μέ μία προπαρασκευαστική περίοδο.
Ἔτσι πρίν τά Ἅγια Πάθη καί τήν Ἀνάσταση (ἤ τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ) ἔχουμε τή Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό τή Μ. Τεσσαρακοστή ἔχουμε τρεῖς ἑβδομάδες πού περιλαμβάνουν τίς ἀκόλουθες Κυριακές: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Τήν Κυριακή αὐτή διαβάζεται ἡ ὁμώνυμη παραβολή, στήν ὁποία διακρίνουμε τά ἀποτελέσματα τῆς ὑπερήφανης προσευχῆς τοῦ «δικαίου» Φαρισαίου πού τελικά δέν εἰσακούστηκε καί τῆς ταπεινῆς προσευχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνου, τοῦ ὁποίου (ἡ προσευχή) ἀνέβη στόν οὐρανό ὡς θυμίαμα καί εἰσακούστηκε.
Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἡ Ἐκκλησία μᾶς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀνάγκη προσεγγίσεως τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεως, τήν ὁποία κάθε χριστιανός πρέπει νά ἐπιδιώκει μέσα στήν περίοδο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καί κατ’ ἐπέκταση στή ζωή τοῦ.
Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος δέν κινδυνεύει νά πέσει. «Ὁ ὑποκάτω πάντων ὤν, πού πεσεῖται;» λέγουν οἱ Πατέρες. Δηλ. αὐτός πού τοποθετεῖ καί θεωρεῖ τόν ἑαυτόν τοῦ κάτω – κάτω, χαμηλότερα ἀπ’ ὅλους, πού θά πέσει; Καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε: «Εἶδα ὅλες τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ νά ἔχουν ἁπλωθεῖ πάνω στή γῆ καί εἶπα λυπημένος: Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά τίς ἀποφύγει; Καί ἄκουσα φωνή πού ἔλεγε: Ἡ ταπεινοφροσύνη!»
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζογλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ ΚΑΙ ΑΚΥΛΑ
Ἑβραϊκῆς καταγωγῆς ἀπὸ τὸν Πόντο, ὁ Ἀκύλας ἦταν ἐγκατεστημένος στὴν Ρώμη μὲ τὴν σύζυγο τοῦ Πρίσκιλλα (ἣ Πρίσκα), ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ σκηνοποιοῦ. Πιθανὸν νὰ εἶχε ἤδη ἀσπασθεῑ τὸν χριστιανισμό, ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Κλαύδιος διέταξε τὴν ἀπέλαση ὅλων τῶν Ἑβραίων τῆς πρωτεύουσας (49-50). Πῆγαν νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴν Κόρινθο, λίγο πρὶν τὴν ἄφιξη τοῦ ἁγίου Παύλου ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα (Πράξ. 18, 1-3). Ὁ Ἀπόστολος ἔμεινε στὸ σπίτι τους καὶ ἐργαζόταν μαζὶ τους, γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ εἶναι βάρος σὲ κανένα. Τοὺς κατάρτισε στὰ μυστήρια τῆς πίστεως καί, ὅπως λέγουν μερικοί, τοὺς βάπτισε ὁ ἴδιος. Ἀφοσιωμένοι ὁλόψυχα στὸν διδάσκαλο τους, ὁ Ἀκύλας καὶ ἡ γυναίκα του ἔκαναν τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν στὸ κήρυγμα του καὶ φλέγονταν ἀπὸ διάπυρο ζῆλο νὰ μοιραστοῦν τὶς δοκιμασίες του. Ὅσο γιὰ τὸν Παῦλο, δὲν ἔχανε εὐκαιρία νὰ τοὺς δείξει τὴν ἀγάπη του, στέλνοντας τους χαιρετισμοὺς σὲ πολλὲς ἐπιστολὲς του. Ἔγραφε, λόγου χάριν, στὴν Πρὸς Ρωμαίους: Οἵτινες ὑπὲρ τῆς ψυχῆς μου τὸν ἑαυτὼν τράχηλον ὑπέθηκαν, οἷς οὐκ ἐγὼ μόνος εὐχαριστῶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν.
Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἄφησε τὴν Ἀχαΐα γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀσία, ἡ Πρίσκιλλα καὶ ὁ Ἀκύλας τὸν ἀκολούθησαν καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἔφεσο, ὅπου ἡ μεγάλη οἰκία τους χρησίμευε ὡς τόπος σύναξης τῶν χριστιανῶν γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἐκεῖ οἱ δύο ἅγιοι ὁλοκλήρωσαν τὴν χριστιανικὴ κατήχηση τοῦ Ἀπολλώ, Ἑβραίου τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἀνθρώπου μὲ εὐγλωττία καὶ γνώση τῶν ἱερῶν Γραφῶν, ὁ ὁποῖος δίδασκε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἀγνοοῦσε τὸ Βάπτισμα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἐπέστρεψαν στὴν Ρώμη, περὶ τὸ 58, ὅπου προσέφεραν πάλι τὸ σπίτι τους γιὰ νὰ χρησιμεύσει ὡς ἐκκλησία. Ἔφυγαν ξανὰ γιὰ τὴν Ἔφεσο, ὅπου καὶ βρίσκονταν ἀκόμη, ὅταν ὁ Παῦλος, φυλακισμένος γιὰ τὸν Χριστὸ δεύτερη φορά, ἔγραφε ἀπὸ τὴν Ρώμη στὸν μαθητὴ του Τιμόθεο, ἐπίσκοπο Ἐφέσου, καὶ τοῦ ζητοῦσε νὰ τοὺς χαιρετήσει ἐκ μέρους του (βλ. Β΄Τιμ. 4,19). Κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἐτελειώθησαν ἐκεῖ ἐνδόξως, ἀποκεφαλιζόμενοι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιη’ 10-14
ΚΕΙΜΕΝΟ
10 ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. O ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. 11O Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση με τούτα τα λόγια για τον εαυτό του: Θεέ μου, σ’ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι: άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. 12Nηστεύω δύο φορές την εβδομάδα. Ξεχωρίζω για το ναό το ένα δέκατο απ’όλα τα εισοδήματά μου. 13O τελώνης όμως, αφού στάθηκε σε απόσταση, δεν ήθελε ούτε καν τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, παρά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό. 14Σας λέω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρημένος κι όχι ο άλλος, γιατί ο καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, μα εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸν ἀγαπήσαντες καὶ φωτισθέντες τὸν νοῦν, τὴ πίστει ἐνούμενοι καὶ συζυγία σεμνή, Ἀκύλας καὶ Πρισκίλλα ἤσαν μὲν προεστῶτες ἐκκλησίας κατ’ οἶκον, Παύλου δὲ τοῦ φωστῆρος συνεργοὶ καὶ προστᾶται. Διὸ αὐτοὺς τιμήσωμεν καὶ μιμησώμεθα.


