Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ 11 Φεβρουαρίου 2024 (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
11/02/2024
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ

Ενορία

ΕΝΟΡΙΑ Ι.Ν ΜΕΓ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Τηλέφωνο:
2410280569
Email:
info@galilea.gr
11-2 ΑΓ.ΘΕΟΔΩΡΑ, ΑΓ.ΒΛΑΣΙΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Ξέρουμε τι ζητάμε;»

Διαβάστε την ακολουθία της Θείας Λειτουργίας της Κυριακής ΙΣΤ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΒΛΑΣΙΟΥ

Ὁ ἅγιος Βλάσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τῆς Ἀρμενίας καὶ ἦταν ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἔμοιαζε στὴν πολιτεία του μὲ τὸν Ἰὼβ: ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος (Ἰὼβ 1, 1). Ἔχοντας κερδίσει μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς τὴν ἀγάπη τῶν συμπολιτῶν του, ἐξελέγη ἐπίσκοπος Σεβαστείας. Κατὰ τὸν Μεγάλο Διωγμό, ὀμολόγησε μὲ σθένος τὴν Πίστη καὶ ἐνεθάρρυνε τοὺς ἁγίους μάρτυρες νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸν ἀγώνα τὸν καλόν. Ἐπισκέφθηκε τὸν ἅγιο Εὐστράτιο στὴν φυλακὴ του πρὶν τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του καὶ τέλεσε γι’ αὐτὸν τὴν θεία Λειτουργία, ἀργότερα δὲ ἀνέλαβε νὰ περισυλλέξει τὰ τίμια λείψανα τῶν Πέντε Μαρτύρων καὶ νὰ τὰ παραδώσει στὸν λαὸ γιὰ προσκύνηση [13 Δεκ.]. Λίγο ἀργότερα ἀποσύρθηκε στὸ ὄρος Ἀργαῖος καὶ κλείστηκε σὲ σπήλαιο, γιὰ νὰ ἀναπέμπει στὸν Θεὸ προσευχὲς καθαρές, χωρὶς κανένα περισπασμό. Ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν του, προσείλκυσε κοντὰ του, ὡς πρὸς νέο Ἀδάμ, τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποία ἔρχονταν στὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου καὶ περίμεναν εἰρηνικὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν προσευχὴ του γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του καὶ τὴν θεραπεία τῶν παθημάτων τους.

Ἐπὶ βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λικίνιου (περὶ τὸ 316), ὁ Ἀγρικόλαος, διοικητὴς τῆς Καππαδοκίας, ἔφθασε στὴ Σεβάστεια μὲ σκοπὸ νὰ  συλλάβει τοὺς χριστιανούς. Σχεδιάζοντας νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ θηριομαχήσουν στὸ ἀμφιθέατρο, ἔστειλε ἀνθρώπους του στὸ βουνὸ νὰ βρουν καὶ νὰ φέρουν ἄγρια θηρία. Φθάνοντας κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ ἁγίου, οἱ στρατιῶτες ἔμειναν ἔκπληκτοι βρίσκοντας πλῆθος λέοντες, τίγρεις, ἀρκοῦδες, λύκους  καὶ ἄλλα ἀγρίμια νὰ κρατοῦν γαλήνια συντροφιὰ στὸν Βλάσιο. Ἀμέσως πληροφόρησαν γι’ αὐτὸ τὸν διοικητὴ ὁ ὁποῖος τοὺς διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν. Ὁ ἅγιος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ προσήνεια, ἀναγγέλοντάς τους ὅτι εἶχε εἰδοποιηθεῖ γιὰ τὸν ἐρχομὸ τους ἀπὸ ἕνα ὅραμα καὶ τοὺς ἀκολούθησε δίχως νὰ προβάλει τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση. Στὸν δρόμο πολλοὶ εἰδωλολάτρες μεταστράφηκαν στὸν Χριστὸ βλέποντας τὴν γαλήνη καὶ τὴν ἄφατη γλυκύτητα ποὺ διαχέονταν ἀπὸ τὸν ἅγιο, καὶ στὸ πέρασμά του, ἀσθενοῦντες ἄνθρωποι καὶ ἄρρωστα ζῶα βρῆκαν τὴν ὑγεία τους. Μία γυναίκα μὲ δάκρυα στὰ μάτια του παρουσίασε τὸ παιδὶ της ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ ἀσφυξία ὅταν κατάπιε ἕνα ψαροκόκκαλο. Ὁ ἅγιος βύθισε τὸ χέρι του στὸ λαιμὸ του καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ λυτρώσει τὸ παιδὶ καὶ ὅσους στὸ μέλλον πάσχοντας ἀπὸ τὸ ἴδιο κακὸ θὰ ἐπικαλοῦνται τὴν μεσιτεία του, καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ παιδὶ σῶο καὶ ἀβλαβὲς στὴν μητέρα του.

Φθάνοντας στὴν Σεβάστεια, ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ὁ Βλάσιος ἀπάντησε μὲ σθένος στὶς ἐρωτήσεις τοῦ Ἀγρικόλαου, καταδικάζοντας τὴν ματαιότητα τῆς λατρείας τῶν ἄψυχων εἰδώλων. Ὑπέστη μὲ χαρὰ τοὺς ραβδισμοὺς καὶ φυλακίσθηκε. Μετὰ ἀπὸ καινούρια βασανιστήρια δήλωσε στὸν διοικητὴ: «Δὲν φοβᾶμαι τοὺς πόνους γιατὶ ἀποβλέπω στὰ μελλοντικὰ ἀγαθά», καὶ τὸν ἔρριξαν ξανὰ αἱμόφυρτο στὴ φυλακὴ του. Ἑπτὰ γυναῖκες τὸν ἀκολούθησαν μαζεύοντας σταγόνες ἀπὸ τὸ αἷμα του ποὺ χύθηκε στὸ χῶμα, γιὰ νὰ ἀλείψουν τὸ πρόσωπό τους, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τὸ πολυτιμότερο τῶν ἀρωμάτων. Συνελήφθησαν ἀμέσως καὶ ὁδηγήθηκαν στὸ διοικητὴ ποὺ τὶς ἀπείλησε μὲ τρομερὰ βασανιστήρια ἂν ἀρνοῦνταν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ὑποκρινόμενες ὅτι δέχονταν τὴν πρόταση ζήτησαν νὰ τοὺς φέρουν ἀγάλματα στὴν ὄχθη τῆς λίμνης -τῆς ἴδιας λίμνης ποὺ λίγο ἀργότερα κατέστη θέατρο τοῦ ἔνδοξου ἀγώνα τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων [9 Μαρτ.]- γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ τὰ πλύνουν πρὶν τοὺς προσφέρουν ἐπάξια θυσία. Μόλις τοὺς ἔφεραν τὰ ἀγάλματα, τὰ πέταξαν στὰ βάθη τῆς λίμνης. Μαθαίνοντας τὸ νέο ὁ Ἀγρικόλαος, ἔξαλλος διέταξε νὰ ἑτοιμάσουν φωτιά, χυτὸ μολύβι καὶ σιδερένια χτένια, καὶ ζήτησε ἀπὸ τὶς γυναῖκες νὰ διαλέξουν μεταξὺ τῶν βασανιστηρίων καὶ τῶν πλουσίων φορεμάτων καὶ κοσμημάτων ποὺ διέταξε νὰ τοποθετηθοῦν ἐκεῖ κοντά. Μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες, μητέρα δύο παιδιῶν, ἔτρεξε καὶ πέταξε τὸ λαμπρὸ φόρεμα στὴν φωτιά, ἐνθαρρυνόμενη ἀπὸ τὰ παιδιὰ της ποὺ φώναζαν: «Μὴ μᾶς ἐγκαταλείπεις! Ὅπως μᾶς ἔθρεψες μὲ τὸ μητρικὸ σου γάλα, ἄσε μας νὰ σὲ ἀκολουθήσουμε γιὰ νὰ κληρονομήσουμε τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν!» Ὁ τύραννος εἶπε τότε νὰ δέσουν τὶς ἅγιες γυναῖκες σὲ ἕναν πάσσαλο καὶ διέταξε νὰ τοὺς ξεσκίσουν τὸ σῶμα μὲ τὰ σιδερένια χτένια. Αὐτὲς ὅμως ἔμεναν θαυματουργικῶς ἄθικτες, ἀκόμη κι ὅταν τὶς ἔρριξαν στὶς φλόγες. Τέλος τὶς ἀποκεφάλισαν, ἐνῶ ἐκεῖνες ἀνέπεμπαν θερμὲς εὐχαριστίες στὸν Θεὸ καὶ στὸν δοῦλο Τοῦ Βλάσιο.

Οἱ προσπάθειες τοῦ Ἀγρικόλαου νὰ κάμψει τὴν ἀποφασιστικότητα τοῦ ἁγίου Βλασίου ἔμειναν μάταιες, καὶ τέλος τὸν καταδίκασε σὲ θάνατο διὰ πνιγμοῦ στὴν λίμνη. Ὅταν ὁ δήμιος τὸν ὁδήγησε στὴν ὄχθη, ὁ ἅγιος ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει στὰ νερά, μιμούμενος τὸν Κύριο. Φθάνοντας στὴ μέση τῆς λίμνης, κάλεσε τοὺς εἰδωλολάτρες νὰ ἔλθουν νὰ τὸν συναντήσουν, ἂν πίστευαν ὅτι μποροῦσαν νὰ ἐμπιστευθοῦν τὸν ἑαυτὸ τους στοὺς θεοὺς τους. Ἑξήντα ὀκτὼ ἀπὸ αὐτοὺς προχώρησαν καὶ ἀμέσως πνίγηκαν, ἐνῶ ἕνας λαμπρὸς Ἄγγελος ἐμφανίσθηκε καλώντας τὸν ἅγιο νὰ ἔλθει στὴν ὄχθη γιὰ νὰ λάβει τὸν καλλίνικο στέφανο.

Καταδικάσθηκε σὲ ἀποκεφαλισμό, μαζὶ μὲ τὰ δύο τολμηρὰ παιδιὰ καί, ἀκτινοβολώντας θεῖο φῶς, ὁ ἅγιος Βλάσιος ἀνέπεμψε προσευχὴ ὑπὲρ αὐτῶν ποὺ θὰ ἐπικαλοῦνταν τὴ βοήθειά του ἐν πλήρη δόξη, λέγοντας: «Ἄκουσα τὴν προσευχὴ σου καὶ ὅτι ζήτησες ἐκπληρώθηκε».

Τὰ σώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων τὰ ἐνταφίασαν εὐλαβικά καὶ ἔγιναν ἀργότερα πηγὴ εὐλογίας γιὰ ὅλους ὅσοι συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο στοὺς τόπους αὐτοὺς γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὴν μνήμη τους. Ὁ ἅγιος Βλάσιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον τιμώμενους ἰαματικοὺς ἁγίους, τόσο στὴν Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύση.

 

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ

Ἡ ἁγία Θεοδώρα προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια αὐτοκρατορικῶν ἀξιωματούχων ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Παφλαγονία καὶ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἦταν προικισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ λαμπρὸ κάλλος καὶ ὀξεία διάνοια. Ἀπὸ τὴν μητέρα της Θεοκτίστη εἶχε ἐπιπλέον κληρονομήσει θερμὴ εὐλάβεια καὶ ἀκλόνητη ἀφοσίωση στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἐπελέγη ἀπὸ ὅλα τὰ νέα κορίτσια τῆς ἀριστοκρατίας γιὰ νὰ γίνει σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Θεόφιλου (830), ἀφοσιώθηκε στὰ συζυγικὰ καὶ ἡγεμονικὰ της καθήκοντα καὶ προσπαθοῦσε νὰ μετριάσει μὲ πραότητα καὶ ὑπομονὴ τὴν σκληρότητα τοῦ Θεοφίλου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀναζωπυρώσει μὲ πρωτόγνωρη βιαιότητα τὸ διωγμὸ κατὰ τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἐνῶ σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία καταδιώκονταν οἱ ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ οἱ πλέον ἅγιες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς βασανίζονταν καὶ ἐξορίζονταν, ἡ Θεοδώρα παρέμενε ἀφοσιωμένη στὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ τιμοῦσε κρυφὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες ποὺ ἔκρυβε στὸν κοιτώνα της. Μία ἡμέρα, ἕνας νάνος ἀπὸ τοὺς γελωτοποιοὺς τῆς αὐλῆς τὴν εἶδε τὴν ὥρα ποὺ ἀσπάζονταν τὶς εἰκόνες της καὶ τὴν κατέδωσε στὸν αὐτοκράτορα ὁ ὁποῖος ἐξοργισμένος ζήτησε ἀμέσως νὰ τὴν φέρουν ἐνώπιόν του. Ἡ εὐσεβής, ὅμως, Θεοδώρα βρῆκε τὸν τρόπο νὰ διαστρέψει εὔστροφα τὴν καταγγελία τοῦ γελωτοποιοῦ καὶ μπόρεσε νὰ συνεχίσει νὰ ὑποστηρίζει διακριτικὰ τοὺς ὁμολογητὲς τῆς πίστεως. Παρὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ συζύγου της, πήγαινε συχνὰ μὲ τὶς πέντε θυγατέρες της στὴν μητέρα της Θεοκτίστη, ἡ ὁποία εἶχε γίνει μοναχὴ σὲ μονὴ ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἡ ἴδια καὶ δὲν φοβόταν νὰ ἐλέγξει ἀνοικτὰ τὸν Θεόφιλο γιὰ τὴν ἀσέβειά του καὶ τὶς ἀπάνθρωπες διώξεις τῶν ὀρθοδόξων.

Μετὰ δώδεκα χρόνια, ὁ Θεόφιλος ἐπλήγη ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ δυσεντερία ποὺ κατὰ καιροὺς τοῦ προκαλοῦσε ἀφόρητους πόνους. Ἡ Θεοδώρα θλιβόταν βαθιὰ βλέποντάς τον καὶ σπλαχνιζόμενη αὐτὸν μὲ τὸν ὁποῖο τὴν εἶχαν ἑνώσει τὰ δεσμὰ τοῦ γάμου, πῆρε μιὰ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ κρατοῦσε κρυμμένη καὶ τὴν ἀκούμπησε στὸ πρόσωπο τοῦ ἀσθενοῦς. Ἐρχόμενος κάπως στὰ λογικὰ του, μετὰ ἀπὸ ἕνα τρομακτικὸ ὅραμα, ὁ Θεόφιλος ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα, ὀμολόγησε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ παρέδωσε τὴν ψυχὴ του στὸν Κύριο.

Καθὼς ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου Μιχαὴλ Γ΄ ἦταν μόλις τεσσάρων ἐτῶν, ἡ Θεοδώρα ἀνέλαβε τὴν ἀντιβασιλεία. Περιβαλλόμενη ἀπὸ τὶς σοφὲς συμβουλὲς τοῦ λογοθέτη Θεοκτίστου [20 Νοεμ.], ἡ Θεοδώρα ἐπιχείρησε χωρὶς χρονοτριβὴ τὸ ἔργο τῆς ἀποκατάστασης τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ τῆς ἀνάκλησης τῶν ἐξόριστων ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸν Μάρτιο τοῦ 843, μὲ πρωτοβουλία της, συγκλήθηκε Σύνοδος ἡ ὁποία καθαίρεσε τὸν αἱρετικὸ πατριάρχη Ἰωάννη Ζ΄, ὑπαίτιο τόσων συμφορῶν, καὶ τοποθέτησε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν ἅγιο Μεθόδιο τὸν Ὁμολογητὴ [14 Ἰουν.].

Μετὰ τὸν ἀναθεματισμὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ τὴν ἐπικύρωση τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) συγκεντρώθηκαν, τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς τοῦ 843, οἱ ἅγιοι Πατέρες μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ὁμολογητές, πρεσβυτέρους καὶ μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν ἀπὸ ὅλες τὶς ἐσχατιὲς τῆς αὐτοκρατορίας, φέροντας στὸ σῶμα τους τὰ αἱμάσσοντα εἰσέτι σημάδια τῆς ὁμολογίας. Μὲ μιὰ μεγάλη λιτανεία ποὺ διέσχισε τὴν πόλη παρουσία ὅλου τοῦ λαοῦ, προχώρησαν στὴν ἐπίσημη ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τελεῖτε ἔκτοτε, κάθε χρόνο, τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ ἔχει γίνει τὸ σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπὶ ὅλων τῶν αἱρέσεων.

Μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, ἡ εὐσεβὴς Θεοδώρα ἐπέδειξε σπουδαῖα πολιτικὰ προσόντα στὴν διακυβέρνηση τῆς αὐτοκρατορίας, ἰδιαιτέρως στὴν οἰκονομικὴ διαχείριση. Μὲ δικὴ της πρωτοβουλία βυζαντινοὶ ἱεραπόστολοι ξεκίνησαν νὰ διαδώσουν τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Μοραβία καὶ τὴν Βουλγαρία. Παρὰ τὴν φροντίδα ποὺ ἔδειξε γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τοῦ γιοῦ της, ὑπέστη μεγάλες δοκιμασίες ἐκ μέρους του. Ὁ ἀδελφὸς της Βάρδας, ἄνθρωπος μὲ μεγάλα χαρίσματα ἀλλὰ ἀκόλαστος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποκτήσει χάρις τὴν Θεοδώρα τεράστια ἐξουσία, ἀσκοῦσε ὀλέθρια ἐπιρροὴ στὸν νεαρὸ αὐτοκράτορα, καὶ ἀφοῦ μεθόδευσε τὴν ἐκτέλεση τοῦ Θεοκτίστου, ὤθησε τὸν Μιχαήλ, πρὶν ἀκόμη τὴν ἐνηλικίωσή του καὶ τὸ τέλος τῆς ἀντιβασιλείας, νὰ ἐκδιώξει τὴν Θεοδώρα καὶ νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ ἀποσυρθεῖ μὲ τὶς θυγατέρες της στὴν Μονὴ τῶν Γαστριών, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πατριάρχης Ἰγνάτιος ἀρνήθηκε νὰ τὶς κείρει μοναχὲς (858).

Ἡ ἁγία Θεοδώρα ὑποτάχθηκε στὰ σχέδια τῆς θείας Πρόνοιας, ἀφιερώθηκε στὴν νηστεία, τὴν προσευχὴ καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες τῆς ἰσαγγέλου πολιτείας. Παρέδωσε ἐν εἰρήνη τὴν ψυχὴ της στὸν Θεό, στὶς 11 Φεβρουαρίου 867. Τὰ τίμια λείψανά της ποὺ παρέμειναν ἄφθορα, μεταφέρθηκαν κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν Κέρκυρα, μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἀποτέθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναό, σώθηκαν θαυματουργικὰ ἀπὸ ἕναν βομβαρδισμὸ κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ παραμένουν γιὰ τοὺς πιστοὺς πηγὴ ἄφθονων εὐλογιῶν.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Ματθ.κε΄14-30

ΚΕΙΜΕΝΟ

14 Ὥσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, 15 καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. 16 πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. 17 ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. 18 ὁ δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. 19 μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ’ αὐτῶν λόγον. 20 καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ’ αὐτοῖς. 21 ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. 22 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ’ αὐτοῖς. 23 ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. 24 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε· ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· 25 καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. 26 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! 27 ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. 28 ἄρατε οὖν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. 29 τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ. 30 καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

14 «Σαν έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, που, επειδή έφευγε στα ξένα, κάλεσε τους δούλους του και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του. 15Kαι στον έναν απ’ αυτούς έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, κι αμέσως κατόπιν έφυγε. 16Πήγε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα κι εργάστηκε μ’ αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα. 17Tο ίδιο κι εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο. 18’Aλλ’ εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, πήγε, έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του. 19Ύστερα λοιπόν από πολύν καιρό, έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και ζητά απόδοση λογαριασμού απ’ αυτούς. 20Ήρθε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και του προσκόμισε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Kύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα πέντε τάλαντα. 21Tου απάντησε ο κύριός του: Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου.   22 «Ήρθε έπειτα κι εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: Kύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα δύο τάλαντα. 23Tου απάντησε ο κύριός του: Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου. 24Ήρθε κατόπιν κι εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: Kύριε, διαπίστωσα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις από εκεί όπου δε σκόρπισες. 25Eπειδή, λοιπόν, φοβήθηκα, πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Oρίστε, έχεις το δικό σου. 26Aποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: Πονηρέ δούλε και φυγόπονε! Tο ήξερες ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και συνάζω από εκεί όπου δε σκόρπισα. 27Όφειλες, επομένως, να βάλεις το χρήμα μου σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο. 28Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ’ αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα. 29Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει. 30Kαι τον ανάξιο δούλο ρίξτε τον έξω, στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι. Eκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως βλαστήσας, ὡς δένδρον εὔκαρπον, ἱεράρχα Κυρίου Βλάσιε ἔνδοξε, μαρτυρίου τοὺς καρποὺς κόσμῳ προήγαγες καὶ θαυμάτων δωρεάς ἀναβλύζεις δαψιλῶς, ὡς θεῖος ἱερομάρτυς τοῖς καταφεύγουσι πάτερ τῇ ἀντιλήψει τῆς πρεσβείας σου.

0