
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙE΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΟΥ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Ανάγνωση εγκυκλίου Ιεράς Συνόδου»

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΟΥ
Ὁ ὅσιος ἡμῶν Ἰσίδωρος γεννήθηκε περὶ τὸ 360. Ἦταν γόνος εὐγενοῦς καὶ ἐπιφανοῦς οἰκογενείας τῆς Ἀλεξάνδρειας ἡ ὁποία εἶχε συγγενικοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν πατριάρχη Θεόφιλο καὶ τὸν ἀνηψιό του Κύριλλο [9 Ἰουν.]. Ἔλαβε λαμπρὴ μόρφωση, τόσο θύραθεν ὅσο καὶ θεολογική, στὶς σχολὲς τοῦ περιφανοῦς αὐτοῦ κέντρου τῆς ἀρχαίας σοφίας, καὶ μὲ ζῆλο ἀφοσιώθηκε στὴν διδασκαλία τῶν προγενεστέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα δὲ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ὁποίου καὶ θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους μαθητές.
Δίδαξε κατ’ ἀρχήν, γιὰ κάποιο διάστημα, τὴν ρητορική, ἀνατολικὰ τοῦ Δέλτα τοῦ Νείλου∙ ὅμως ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Θεὸ τὸν ἔκανε σύντομα νὰ ἀπαρνηθεῖ τὰ μάταια θέλγητρα τοῦ πρόσκαιρου αὐτοῦ βίου καὶ ὁ Ἰσίδωρος ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας. Μετὰ ἕνα χρόνο ἀσκητικῆς βιοτῆς, ἡ ἔγνοια του γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας τὸν ἔπεισε νὰ ἐπιστρέψει στὸ Πηλούσιο (σημ. Πόρτ-Σάιντ στὴν Αἴγυπτο), ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἀμμώνιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμπιστεύθηκε καθήκοντα διδαχῆς πιστῶν καὶ κατηχουμένων. Τὸ ρητορικὸ του χάρισμα καὶ ἡ βαθειά γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς τὴν ὁποία ἀπέκτησε στὴν ἡσυχία, τὸν κατέστησαν περίφημο διδάσκαλο σὲ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο καὶ πολλοὶ Ἑβραῖοι καὶ ἐθνικοὶ ἀκούγοντας τὸ κήρυγμά του ἀσπάσθηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τὸ 413, ὅμως, κάποιος Εὐσέβιος ἐξελέγη νέος ἐπίσκοπος Πηλουσίου (413) καὶ ἄσκησε τέτοια πίεση στὴν Ἐκκλησία, ὥστε ὁ Ίσίδωρος ἀποφάσισε νὰ «φύγει» πάλι πρὸς τὴν ἔρημο. Ἀποσύρθηκε, λοιπόν, σὲ μονὴ κοντὰ στὸ Ἀφναῖο, ὅπου ἔζησε ὡς ἔγκλειστος μέχρι τὴν κοίμησή του. Φοροῦσε μόνο ἕνα σκληρὸ τρίχινο ἔνδυμα καὶ ζοῦσε, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, μὲ ἄγρια χόρτα καὶ φύλλα.
Ὑπόδειγμα καὶ φωστήρας τηλαυγὴς τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας, ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ἐπὶ πολλὰ χρόνια δίδαξε μὲ αὐθεντία, δίχως νὰ πτοηθεῖ ἀπὸ τὶς διώξεις καὶ νὰ φοβηθεί τὸ μίσος τῶν ἀνθρώπων μὲ σαρκικὸ φρόνημα, διὰ μέσου ἀναρίθμητων συντόμων ἀπὸ δύο χιλιάδες.
Ἀπαντώντας στοὺς διαφόρους ἐπιστολογράφους, μὲ πνευματικὴ διεισδυτικότητα ἔδινε ἀπαντήσεις γιὰ δυσνόητα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀντέκρουε τὶς ἐσφαλμένες ἑρμηνεῖες τῶν Ἑβραίων, ἀνέπτυσσε μὲ σαφήνεια τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Κυρίου, ἀποστομώνοντας ἔτσι τοὺς αἱρετικοὺς: ἀρειανούς, νεστοριανούς, σαβελλιανούς καὶ ἄλλους σπορεῖς διχογνωμιῶν. Σὲ τόνους λυρικοὺς ἔπλεκε ἐγκώμια τῆς ἱερωσύνης καὶ ἔψεγε ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους καὶ μοναχοὺς ποὺ ἔδειχναν διαγωγὴ ἀνάξια τῆς κλήσεώς τους. Δίχως νὰ ὑπολογίζει τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ἐπιτιμοῦσε ἐξίσου δημοτικοὺς ἄρχοντες, διοικητές, ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (408-450), ὑπενθυμίζοντας τὸ χρέος τους ἔναντι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας. Παντοῦ καὶ πάντοτε κατεδίωκε τὴν ἁμαρτία, ἐνέπνεε τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀρετή, ἔκρινε καὶ ἔδινε λύσεις στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, παραμένοντας, ὡστόσο, ἐκτὸς κόσμου.
Ὅταν ὁ ἅγιος Κύριλλος, ποὺ εἶχε γίνει ἀρχιεπίσκοπος, παρασύρθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο του, τὸν ὑπερβολικὰ παράφορο Θεόφιλο, καὶ ἀρνήθηκε νὰ μνημονεύει τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου στὰ δίπτυχα κατὰ τὴν θεία Λειτουργία, ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος τοῦ ἔγραψε ὑπενθυμίζοντάς του σὲ ἔντονο ὕφος ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε νὰ μὴ δίνουμε βάση στὶς προκαταλήψεις μας καὶ στὶς φῆμες προκειμένου νὰ ἐκφέρουμε δίκαιη κρίση. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ καὶ μιὰ θεία ἀποκάλυψη, ὁ ἅγιος Κύριλλος ταπεινὰ ἄλλαξε στάση, καὶ ὄχι μόνο ἀποκατέστησε τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως στὰ δίπτυχα, ἀλλὰ κατέστη ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνθερμους ὑπέρμαχους τῆς τιμῆς του. Λίγα χρόνια ἀργότερα (433), διαπιστώνοντας ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ἦταν ὑπερβολικὰ ὀξὺς στὴ διαμάχη του μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀντιοχείας Ἰωάννη, μετὰ τὴν καταδίκη τοῦ Νεστορίου ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Ἐφέσου, ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος τοῦ ἔγραψε πάλι μὲ τὴν παραίνεση νὰ κάνει λογικὲς παραχωρήσεις πρὸς ὄφελος τῆς εἰρήνης, λέγοντας: «Σὰν πατέρας σου, μιᾶς καὶ ἔχεις τὴν καλοσύνη νὰ μὲ ἀποκαλεῖς ἔτσι, ἢ μᾶλλον σὰν υἱὸς σου, σὲ ἐξορκίζω νὰ βάλεις τέλος στὴ διχοστασία αὐτή. Μὴ μεταθέτεις λοιπὸν τὴν ὑπεράσπισή σου ἔναντι τῆς προσβολῆς ποὺ δέχθηκες ἀπὸ τοὺς θνητούς, στὴν ζῶσα Ἐκκλησία, κληροδοτώντας της μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ αἰώνια διχόνοια μὲ τὸ πρόσχημα τῆς εὐσεβείας.
Ἡ αὐθεντία αὐτή, ἀνάλογη μὲ τὸν ζῆλο τῶν παλαιῶν Προφητῶν, τὴν ὁποία δέχονταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἅγιος Κύριλλος, ἐπέσυρε, ὡστόσο, ἐναντίον του πολλὲς διώξεις. Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος, ὅμως, παρέμεινε ἀτάραχος ἐν μέσω τῶν δυσκολιῶν, ὅπως καὶ ἀπέναντι στὰ μεγάλα προβλήματα ποὺ κλυδώνιζαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὴν Ἐκκλησία, διότι εἶχε τὴν πεποίθηση ὅτι μὲ τὴν θλίψη καὶ τὸν σταυρὸ κερδίζουμε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ ἡ Ἐκκλησία προετοιμάζει τὴν μελλοντικὴ της δόξα. Μὲ αὐτὸ τὸ φρόνημα ὑποδέχθηκε τὸν θάνατο, ὡς ἐλευθερωτὴ καὶ ὡς ἐπιβράβευση τῶν μακρόχρονων ἀγώνων του (μεταξὺ 435 καὶ 440).
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Ματθ.κβ΄35-46
ΚΕΙΜΕΝΟ
35 καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· 36 διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; 37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. 39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 40 ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται. 41 Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς 42 λέγων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυΐδ. 43 λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων, 44 εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 45 εἰ οὖν Δαυῒδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱός αὐτοῦ ἐστι; 46 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
35κι ένας απ’ αυτούς, που ήταν νομικός, τον ρώτησε δοκιμάζοντάς τον: 36 «Δάσκαλε, ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή του νόμου;» 37Kι ο Iησούς του αποκρίθηκε: «Θ’ αγαπήσεις τον Kύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. 38Aυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. 39Kαι δεύτερη, όμοια μ’ αυτή, είναι: Θ’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. 40Σ’ αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες». 41Στο μεταξύ, συγκεντρωμένοι καθώς ήταν οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Iησούς: 42 «Tι γνώμη έχετε για το Xριστό; Tίνος απόγονος είναι;» Tου λένε: «Tου Δαβίδ». 43Tους λέει: «Tότε πώς ο Δαβίδ, με έμπνευση του Πνεύματος, τον αποκαλεί Kύριο, λέγοντας: 44Eίπε ο Kύριος στον Kύριό μου: Στα δεξιά μου να κάθεσαι, ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου; 45Aν λοιπόν, ο Δαβίδ τον αποκαλεί Kύριο, τότε πώς γίνεται να είναι απόγονός του;» 46Kαι κανένας δεν μπορούσε να του δώσει κάποια απάντηση κι ούτε τόλμησε πια κανείς, από την ημέρα εκείνη, να του κάνει ερωτήσεις.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Σοφία κοσμούμενος, παντοδαπεί ευκλεώς, τοις Αόγοις εκόσμησας, την Εκκλησίαν Χρίστου, Ισίδωρε Όσιε, συ γαρ δι’ εγκράτειας, σεαυτόν εκκαθάρας, πράξει και θεωρία, διαλάμπεις εν κοσμώ, δι’ ων μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τα κρείττονα.


