
ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ
Ἡ μακάρια αὐτή καί ἀείμνηστη Ξένη καταγόταν ἀπό τήν μεγαλόδοξη πόλι τῆς Ρώμης, προερχόμενη ἀπό γένος τίμιο καί ἐπαινετό. Ὅταν οἱ γονεῖς τῆς Ἁγίας θέλησαν νά τήν παντρέψουν καί ἤδη ὅλα τά τοῦ γάμου ἦταν ἕτοιμα, τότε ἡ Ἁγία παίρνοντας δύο ὑπηρέτριες βγῆκε ἀπό τόν νυφικό θάλαμο καί μπαίνοντας σέ καΐκι ἀνεχώρησε καί, ἀφοῦ ἄλλαξε διάφορους τόπους, πῆγε στήν πόλι Μύλασσα, ἡ ὁποία εἶναι κάστρο σκληρό, Μεσσί κοινῶς ὀνομαζόμενο καί βρίσκεται στήν Καρία τῆς Ἀσίας καί εἶναι τιμημένη μέ Ἐπισκοπικό θρόνο ὑπό τήν ἐπιτήρησι τοῦ Ἐπισκόπου Σταυρουπόλεως. Μᾶλλον λοιπόν στήν πόλι αὐτή ἐγκαταστάθηκε ἡ Ὁσία ἀπό τόν θεσπέσιο Παῦλο τόν Μοναχό καί Πρεσβύτερο, ὁ ὁποῖος κατά τήν νῆσο Κῶ, ἀφοῦ τῆς ἐμφανίσθηκε μέ θεϊκή ἀποκάλυψι, τήν ὡδήγησε στήν ἀνώτερη πνευματική κατάστασι στήν κατά Χριστό ζωή.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν πόλι Μύλασσα κατασκευάζοντας ἡ μακάρια ἕνα μικρό ναό στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου του Πρωτομάρτυρα, χρησιμοποιοῦσε μεγάλη ἄσκησι μαζί μέ τίς δύο ὑπηρέτριές της καί μέ μερικές ἄλλες παρθένες, πού συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ. Ἔτσι μέ τήν ἀποχή τῶν ἡδονῶν ὅλων τῶν αἰσθήσεων ἀνέβασε τόν ἑαυτό της ἡ μακάρια σέ μία οὐράνια πολιτεία.
Ἀφοῦ πέρασε καλά τήν ζωή της, ὕστερα, ἀφοῦ ἐκοιμήθη ὁσιακά καί εἰρηνικά, ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τήν ἀκόλουθη μαρτυρία. Διότι κατά τό μεσημέρι τῆς ἡμέρας, ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔλαμπε καθαρά, φάνηκε σταυρός στόν οὐρανό, ὁ ὁποῖος σχηματίσθηκε μέσα ἀπό τά ἀστέρια. Ἐκεῖνον τόν σταυρό μέ τά ἄστρα, πού ἐμφανίσθηκε, τόν ἔκλεισε στήν μέση ἕνας χορός ἑπτά ἀστέρων,πού ἦταν τρυγύρω. Φαινόταν μάλιστα, ὅτι ὁ σταυρός καί ὁ χορός τῶν ἀστέρων, συνώδευαν τό νεκροκράββατο τῆς Ὁσίας. Διότι ὅταν ἐκεῖνος μεταφερόταν, τότε μαζί μέ ἐκεῖνον μεταφέρονταν καί αὐτά καί, ὅταν ἐκεῖνος σταματοῦσε, τότε σταματοῦσαν καί αὐτά σέ σημεῖο πού νά φαίνεται, ὅτι αὐτά ἦταν ἕνας στέφανος τῆς μακαρίας Ξένης, ὁ ὁποῖος τῆς δόθηκε ἀπό τόν Θεό σέ ἀντάλλαγμα τῆς πολυχρόνιας νηστείας, τῆς χαμαικοιτίας καί τῆς ἀγρυπνίας καί τῆς παρθενίας της. Καί αὐτό εἶναι φανερό. Διότι ὅταν τό ἅγιο λείψανο τῆς Ὁσίας κρύφθηκε στήν γῆ καί δέν φαινόταν, τότε καί ὁ σταυρός ἐκεῖνος καί ὁ χορός τῶν ἀστέρων ἔγινε ἀφανής καί ἀόρατος. Αὐτά πού ἔγιναν στήν Ὁσία φανερώθηκαν ἀπό μία ὑπηρέτριά της, ἡ ὁποία, ὅταν πέθαινε ἡ Ὁσία, διηγήθηκε ποιά ἦταν καί ποιά πατρίδα εἶχε καί ἀπό ποιό ἐπίσημο γένος καταγόταν καί ὅτι προηγουμένως ἀπό τούς γονεῖς της ὠνομαζόταν Εὐσεβία, ὕστερα ὅμως αὐτή ὠνόμασε τόν ἑαυτό της Ξένη, θέλοντας ἀπό ταπείνωσι νά κρυφθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Γ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιη’ 35-43
ΚΕΙΜΕΝΟ
35 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· 36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 37 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. 38 καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με· 39 καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. 40 σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν 41 λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. 42 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 43 καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
35Στο μεταξύ, καθώς πλησίαζε πια στην Iεριχώ, συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. 36Kι όταν άκουσε να περνάει κόσμος, ρωτούσε να μάθει σαν τι να συνέβαινε. 37Tον πληροφόρησαν, λοιπόν, ότι περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. 38Tότε αυτός άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Iησού, Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με». 39Mα εκείνοι που βάδιζαν μπροστά, τον μάλωναν για να σωπάσει. Eκείνος όμως φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με»! 40Στάθηκε τότε ο Iησούς και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Kι όταν πλησίασε, τον ρώτησε: 41 «Tι θέλεις να σου κάνω:» Kι εκείνος απάντησε «Kύριε, να ξαναδώ!» 42Tότε ο Iησούς του είπε: «Nα ξαναδείς! H πίστη σου σε έσωσε»! 43Kαι μεμιάς ξαναβρήκε την όρασή του κι ακολουθούσε τον Iησού δοξολογώντας το Θεό! Kι όλος ο λαός, μόλις το είδε αυτό, δοξολόγησε το Θεό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ξένην ἤνυσας, ζωὴν ἐν κόσμῳ, ξένην ἔσχηκας, προσηγορίαν, ὑπεμφαίνουσαν τὴ κλήσει τὸν τρόπον σου, σὺ γὰρ νυμφίον λιποῦσα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ὁσίως νενύμφευσαι. Ξένη ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


