Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ’ ΛΟΥΚΑ – ΟΣΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΤΟΥ 11 Δεκ. 2022 (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
11/12/2022
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ

Ενορία

ΕΝΟΡΙΑ Ι.Ν ΜΕΓ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Τηλέφωνο:
2410280569
Email:
info@galilea.gr
Αγ.Δανιήλ 11-12

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΑ’ ΛΟΥΚΑ – ΟΣΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΣΤΥΛΙΤΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Γιατί δείπνο και όχι γεύμα;»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΙΑ’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΗΜΩΝ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΤΟΥ

Ἀστὴρ φωτίζων τὸν κόσμο μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς ἀρετῆς του καὶ ζῶσα κλῖμαξ οὐρανοδρόμος ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ νὰ ἀνέλθουμε ἐκ τῶν ἐπιγείων πρὸς τὸν οὐρανό, ὁ ὅσιος ἡμῶν Δανιὴλ καταγόταν ἀπὸ τὸ μικρὸ χωριὸ Μέραθα, κοντὰ στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας. Ἡ μητέρα του ἦταν γιὰ πολλὰ χρόνια ἄτεκνη καὶ ἀπέκτησε τὸν Δανιὴλ μὲ τὶς προσευχὲς της μετὰ ἀπὸ μιὰ φωτεινὴ ὀπτασία, σημεῖο δόξας ποὺ ἐπιφυλασσόταν γιὰ τὸ τέκνο της. Ὅταν ἔκλεισε τὰ πέντε του χρόνια, οἱ γονεῖς του τὸν ὁδήγησαν σ’ ἕνα μοναστήρι ἐκεῖ κοντὰ γιὰ νὰ τὸν ἀφιερώσουν στὸν Θεὸ ὅπως τὸν προφήτη Σαμουήλ (Α΄ Βασ. 1,19 κ.ε.). Ἔλαβε τότε τὸ ὄνομα Δανιήλ, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ ἠγουμένου τράβηξε στὴν τύχη τὴν Βίβλο τοῦ προφήτη Δανιὴλ ποὺ ἦταν τοποθετημένη μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα. Δὲν ἔγινε ὅμως δεκτὸς στὴν μονὴ ἐξαιτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν ἄκουσε τὴ μητέρα του νὰ τοῦ λέει: «Τέκνον μου, τῷ Θεῶ ἀφιέρωσα σέ». Δίχως νὰ περιμένει ἄλλο, πῆγε μόνος του σὲ μιὰ μονὴ τῆς περιοχῆς καὶ μὲ ἐπίμονες παρακλήσεις κατόρθωσε νὰ γίνει δεκτὸς μεταξὺ τῶν μοναχῶν, παρὰ τοὺς δισταγμοὺς τοῦ ἠγουμένου. Προόδευσε πολὺ στὴν ὁδὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπέδειξε τόσο ζῆλο στοὺς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, ὥστε πολὺ σύντομα ὁ ἠγούμενος τὸν ἔκειρε μοναχὸ  καὶ τὸν ἐνέδυσε τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, παρουσία τῶν γονέων του ποὺ ἦταν γεμάτοι χαρά, καὶ ὁ Δανιὴλ ἔγινε ὁ ἀγαπημένος του ὑποτακτικός.
Ὁ ἠγούμενος ἐκλήθη νὰ λάβει μέρος σὲ σύνοδο ἀρχιμανδριτῶν ποὺ συγκάλεσε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας. Πῆρε μαζὶ του συνοδὸ καὶ συνοδοιπόρο τὸν Δανιήλ, δίδοντάς του μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσει ἕναν διακαὴ πόθο του: νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ὀνομαστὸ ἅγιο Συμεὼν τὸν Στυλίτη [1 Σεπτ.] τοῦ ὁποίου ἡ ἀσυνήθιστη ἄσκηση κινοῦσε τὸν θαυμασμὸ τῶν μὲν καὶ τὴν ἀποδοκιμασία τῶν δέ. Ὅταν ἔφθασαν στὴ βάση τοῦ στύλου τοῦ ἁγίου, ἡ θέα τοῦ ἁγίου, ἡ θέα τοῦ ἡρωικοῦ ἀγώνα ποὺ ἔδινε ὁ ἅγιος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ἀκτινοβολοῦσε κατέπληξαν ὅλους ὅσοι ἀμφισβητοῦσαν τὴν ἁγιότητά του. Ὁ Δανιὴλ ἦταν ὁ μόνος ποὺ ὑπερνίκησε τὸν φόβο ποὺ κατέλαβε ὅλους τοὺς ἠγουμένους καὶ τοὺς ἔκανε νὰ στέκονται ἀποσβολωμένοι. Πῆρε μιὰ σκάλα καὶ ἀνέβηκε γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Θάρρος, Δανιήλ, ἔχε ὑπομονὴ καὶ δύναμη, πολλοὺς γὰρ πόνους θὰ ὑπομείνεις γιὰ τὸν Θεό. Πιστεύω ὅμως στὸν Κύριο ποὺ ὑπηρετῶ ὅτι Ἐκεῖνος θὰ σὲ ἐνδυναμώσει καὶ θὰ γίνει συνοδοιπόρος σου».
Μετὰ ἀπὸ καιρό, ὁ ἠγούμενος ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον καὶ ὁ Δανιήλ, ποὺ ἦταν τότε τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν (446), ὁρίσθηκε διάδοχός του. Ἀφοῦ πρῶτα δοκίμασε τὶς ἱκανότητες τοῦ βοηθοῦ του, πῆγε ἐκ νέου στὸν ἅγιο Συμεών καὶ ἔμεινε κοντὰ του δύο ἑβδομάδες. Κατόπιν ξεκίνησε γιὰ τὸ προσκύνημά του στοὺς Ἁγίους Τόπους, μὲ σκοπὸ νὰ ἐγκαταβιώσει  στὰ βάθη τῆς ἐρήμου τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ ποὺ ὁδοιποροῦσε, ἐμφανίσθηκε ἕνας γέροντας μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, καὶ τὸν ἔπεισε νὰ μὴν ἐκτεθεῖ ἀνώφελα σὲ κινδύνους λόγω τῆς ἐξέγερσης τῶν Σαμαρειτῶν, ἀλλὰ νὰ πάρει τὸν δρόμο γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν «Νέα Ἱερουσαλήμ», ποὺ κοσμεῖται ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν λειψάνων καὶ ναῶν, καὶ στὶς παρυφὲς τῆς ὁποίας εὔκολα ἔβρισκε κανεὶς τὴν ἡσυχία τῆς ἐρήμου.
Φθάνοντας στὰ περίχωρα τῆς Βασιλεύουσας, σὲ μιὰ τοποθεσία ποὺ ὀνομαζόταν Ἀνάπλους, ὁ Δανιὴλ ἀποσύρθηκε γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες προσευχόμενος στὸν ναΰδριο τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Κατόπιν, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῶν γενναίων ἀθλητῶν τῆς πίστεως, ὅπως τῶν ἁγίων Ἀντωνίου, Παύλου καὶ ἄλλων, εἰσῆλθε θαρραλέα σ’ ἕνα εἰδωλολατρικὸ ἱερὸ τὸ ὁποῖο λυμαίνονταν δαίμονες ποὺ ταλαιπωροῦσαν πολὺ τοὺς ὁδοιπόρους, ἐνδεδυμένος τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως καὶ τὴν μάχαιρα τῆς προσευχῆς (βλ. Ἐφεσ. 6, 14). Ἀπαθὴς στὶς ἄγριες κραυγὲς ποὺ ξέσχιζαν τὴν σιγὴ τῆς νύχτας καὶ στὶς μεγάλες πέτρες ποὺ ἔπεφταν, ὁ ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐπέμεινε ἐπὶ μερόνυχτα προσευχόμενος καὶ ἐξέβαλε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα μὲ τὸ πῦρ τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Ἐγκαταβίωνε ἔγκλειστος στὸν ναὸ καὶ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐπισκέπτες, ποὺ σύντομα ἄρχισαν νὰ συρρέουν ἐξαιτίας τῆς φήμης του, μέσα ἀπὸ ἕνα στενὸ ἄνοιγμα. Ὀργὴ κατέλαβε τὸν δαίμονα, ὁ ὁποῖος παρακίνησε τὸν φθόνο κάποιων κληρικῶν τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ κατήγγειλαν ὡς αἱρετικὸ τὸν ἅγιο στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνατόλιο [3 Ἰουλ.]. Ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ἀπέκρουσε τοὺς συκοφάντες, ὁ ἅγιος ἱεράρχης κάλεσε τὸν Δανιὴλ στὸ Βυζάντιο. Ἔμπλεος θαυμασμοῦ γιὰ τὴν καθαρὴ ὁμολογία πίστεως τοῦ Δανιὴλ καὶ κατόπιν ἔμπλεος εὐγνωμοσύνης, ὅταν ἡ προσευχὴ τοῦ ἀσκητὴ τὸν θεράπευσε ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια, ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἐξελίχθηκε σὲ διάπυρο ὑποστηριχτὴ τοῦ ὁσίου Δανιὴλ καὶ μὲ μεγάλη δυσκολία συγκατατέθηκε νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀσκητήριο ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἀγαλλιάζον πλῆθος.
Ἐννέα χρόνια ἀργότερα, σὲ ἡλικία πενήντα ἑνὸς ἐτῶν (460), ὁ Δανιὴλ ἦλθε μιὰ ἡμέρα σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε μπροστὰ του τὸν ἅγιο Συμεών τὸν Στυλίτη, ὄρθιο στὴν κορυφὴ ἑνὸς ὑψηλοῦ στύλου νεφέλης, πλαισιωμένο ἀπὸ δύο φαεινὲς μορφὲς ποὺ μὲ ἐντολὴ τοῦ Γέροντα πῆραν τὸν Δανιὴλ γιὰ νὰ τὸν πᾶνε κοντὰ του. Ὁ Γέροντας τὸν ἀσπάσθηκε πατρικὰ καὶ ἔγινε ἄφαντος στὸν οὐρανό, ἀφήνοντας στὸν στύλο τὸ πνευματικὸ του τέκνο μαζὶ μὲ δύο ἀγγέλους. Τὸ ὅραμα αὐτὸ σύντομα ἐπαληθεύθηκε μὲ τὴν ἄφιξη τοῦ Σεργίου, ἑνὸς μαθητὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ποὺ ἀνήγγειλε τὴν εκδημία τοῦ μεγάλου Στυλίτη στὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Α΄ (457-474) καὶ τοῦ ἔφερε τὸ δερμάτινο κουκούλιο τοῦ ἁγίου. Καθὼς ὅμως καθυστεροῦσε ἡ ἀκρόαση μὲ τὸν αὐτοκράτορα, ἔδωσε τελικὰ τὸ πολύτιμο κειμήλιο στὸν Δανιήλ, ποὺ ἔγινε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κληρονόμος τοῦ ἁγίου ὅπως ὁ προφήτης Ἐλισαίος, ὁ ὁποῖος κληρονόμησε τὴν μηλωτὴ τοῦ προφήτη Ἠλιοῦ μετὰ τὴν ἄνοδο ἐκείνου στὸν οὐρανὸ (βλ. Δ΄ Βασ. 12, 13).
Ὁ Δανιὴλ πείσθηκε ἀπὸ τὰ σημεῖα αὐτὰ καὶ εἰδοποιήθηκε γιὰ τὴν κατάλληλη στιγμὴ μέσω ὀπτασίας∙ ἀποφάσισε λοιπόν, μὲ τὴν βοήθεια λοιπὸν κάποιον εὐλαβῶν φίλων, νὰ ἀφήσει τὸν ναὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Συμεών ἀνεβαίνοντας σὲ στύλο ψηλὸ ὅσο δυὸ ἄντρες, ποὺ τοῦ ὑπέδειξε μιὰ λευκὴ περιστερὰ σταλμένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τόπου ἐκείνου λεγόταν Γελάνιος καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορα∙ ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Δανιὴλ καὶ θέλησε νὰ τὸν διώξει, μετὰ ὅμως ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ καταιγίδα ποὺ κατέστρεψε τὰ ἀμπέλια του καὶ βλέποντας τὴν καρτερικότητα τοῦ στυλίτη, ἄλλαξε στάση καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς του γιὰ τὸν ἅγιο τὸν ὁδήγησε νὰ χτίσει νέο στύλο, πιὸ ψηλό, στὴν βάση τοῦ ὁποίου ἐγκαταστάθηκε ὁ Σέργιος ὥστε νὰ διευθύνει τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν ποὺ συνεχῶς αὐξανόταν. Ἐκτεθειμένος ἐνώπιον ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων ὅπως ὁ Χριστὸς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὁ Δανιὴλ παρέμεινε ἀσάλευτος στὸν στύλο, ζῶντας μονάχα γιὰ τὸν οὐρανὸ καὶ ὁ Θεὸς χρησιμοποιοῦσε τὸν στύλο ὡς αὔλακα διάχυσης ἐν ἀφθονία τῆς Χάριτος Του πάνω στοὺς πιστούς. Θαύματα, σημεῖα, ἰάσεις, σωτηριώδεις λόγοι, ρήματα σοφίας οὐρανίου, προσέλκυαν ὅλο καὶ περισσότερους ἐπισκέπτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονταν οἱ πλέον διάσημες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς: ὁ ὕπατος ὁ Κύρος, τὶς δύο κόρες τοῦ ὁποίου θεράπευσε ὁ ἅγιος, ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοκία ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἀφρική, ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Λέων, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε διάδοχο χάρις στὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου καὶ σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης ἔθεσε θεμέλια ἑνὸς τρίτου στύλου.
Ὁ δαίμων τοῦ φθόνου κατέτρωγε τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τότε στὸν μακάριο γέροντα μιὰ ξακουστὴ πόρνη νὰ τὸν ἀποπλανήσει∙ ἡ πόρνη ὅμως αἰφνίδια κατελήφθη ἀπὸ δαιμόνιο ποὺ σκληρὰ τὴν βασάνιζε. Ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα χάρις στὴν προσευχὴ τοῦ Δανιήλ, καὶ καταίσχυνε τοὺς ραδιουργοῦντας καταγγέλοντάς τοὺς δημοσίως.
Ἐνώπιον τῆς φήμης αὐτῆς, ὁ εὐλαβὴς αὐτοκράτορας πίεσε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Γεννάδιο (458-471) [17 Νοεμ.] νὰ χειροτονηθεῖ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πρεσβύτερος, παρὰ τοὺς δισταγμοὺς του. Ὅταν ὅμως ὁ ἀρχιερέας καὶ ἡ συνοδεία του ἔφθασαν στὸν στύλο, ὁ Δανιὴλ μαντεύοντας τὰ σχέδιά τους δὲν τοὺς ἄφησε νὰ ἀνεβοῦν κοντὰ του. Ὁ ἅγιος Γεννάδιος τότε εἶπε τὴν εὐχὴ τῆς χειροτονίας ἀπὸ μακριά, ζητώντας ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ θέσει ἀοράτως τὴν χεῖρα ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ δούλου του, ἐνῶ τὸ πλῆθος κραύγαζε: «Ἄξιος!» Ὁ Δανιὴλ τελικὰ ὑπαναχώρησε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βάλουν μιὰ σκάλα ὥστε νὰ φθάσει κοντὰ του ὁ ἐπίσκοπος. Ἀντάλλαξαν ἀσπασμὸ καὶ μετέλαβαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἄλλου, μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.
Λίγο μετὰ τὴν ἐγκατάσταση τοῦ Δανιὴλ στὸν τρίτο στύλο, ἡ Βασιλεύουσα ἐπλήγη ἀπὸ πυρκαγιὰ ποὺ κράτησε μιὰ ἑβδομάδα (1ἡ Σεπτεμβρίου 465) καὶ περὶ τῆς ὁποίας εἶχε προφητεύσει ὁ ἅγιος, ἀλλὰ ὁ αὐτοκράτορας καὶ ἡ αὐλὴ δὲν εἶχαν δώσει σημασία. Ἦλθαν τότε σὲ πομπή, ὁ αὐτοκράτορας ὁ ἴδιος καὶ ἡ σύζυγός του ἐπικεφαλῆς μεγάλου πλήθους, ζητώντας συγχώρεση καὶ ἱκετεύοντας τὸν ἅγιο νὰ μεσιτεύσει ὑπὲρ τοῦ χειμαζόμενου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Λίγο ἀργότερα ξέσπασε μιὰ μεγάλη θύελλα κι ὁ ἄνεμος κλόνισε τὸν στύλο ποὺ δὲν εἶχε προσαρμοστεῖ καὶ κουνιόταν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ μὲς στὴν νεροποντή, θέτοντας κάθε στιγμὴ σὲ κίνδυνο τὴν ζωὴ τοῦ ἁγίου, μπροστὰ στὰ φοβισμένα μάτια τῶν μαθητῶν του. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ὁ ἄνεμος παρέσυρε τὸν δερμάτινο μανδύα τοῦ ἁγίου -μιὰ νύχτα τοῦ χειμώνα-  καὶ τὸ χιόνι πάγωσε πάνω στὸ σῶμα του, ποὺ εἶχε καλυφθεῖ ἀπὸ κρυστάλλους. Ὅταν τὸ πρωὶ πλησίασαν οἱ μαθητὲς του, τὸν βρῆκαν ἄψυχο καὶ παγωμένο. Τὸν ξαναέφεραν στὴν ζωὴ χρησιμοποιώντας ζεστὸ νερό, καὶ πληροφορήθηκαν πρὸς έκπληξή τοὺς ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ ἅγιος εἶχε μεταφερθεῖ σὲ χῶρο ἀναπαύσεως, ὅπου συνομίλησε μὲ τὸν ἅγιο Συμεών τὸν Στυλίτη. Μετὰ τὸ συμβὰν αὐτό, ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ χτιστεῖ μιὰ μικρὴ στέγη πάνω ἀπὸ τὸν στύλο, ὥστε νὰ προστατεύεται ὁ Δανιὴλ ἀπὸ τὶς ἀντίξοες συνθῆκες.
Τόσο ἦταν ὁ θαυμασμὸς τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος γιὰ τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου, ὥστε ἔχτισε ἐκεῖ κοντὰ μιὰ κατοικία, καὶ ἔφερνε ὅλους τοὺς ξένους ἐπισκέπτες του, βασιλεῖς καὶ πρέσβεις, νὰ γνωρίσουν τὸν ἅγιο Δανιήλ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ Δανιὴλ διαδραμάτισε ρόλο διαμεσολαβητὴ μεταξὺ τοῦ Λέοντος καὶ τοῦ βασιλέα τῶν Λάζων Γουβαζίου, καὶ διευθέτησε τὶς πολιτικὲς διαφορὲς τους. Καὶ σὲ πολλὲς περιστάσεις, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἔθεσε τὸ προορατικὸ χάρισμα, τὴν σοφία καὶ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς του στὴν ὑπηρεσία τοῦ καλοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης.
Ὅταν ὁ Βασιλίσκος σφετερίσθηκε τὴν ἐξουσία καὶ ἐξεδίωξε τὸν αὐτοκράτορα Ζήνωνα (475), ὑπερασπίσθηκε τοὺς μονοφυσίτες καὶ θέλησε νὰ ἀπορρίψει τὶς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος∙ ἀπείλησε μάλιστα τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀκάκιο ποὺ ζήτησε καταφύγιο στὴν Ἁγία Σοφία μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς τῆς Βασιλεύουσας. Ἀφοῦ ἀπώθησε τὰ διαβήματα τοῦ Βασιλίσκου, ποὺ ἐπεδίωξε νὰ τὸν προσεταιρισθεῖ, ὁ ὅσιος Δανιήλ, μετὰ ἀπὸ θεῖο σημεῖο, ἀποφάσισε νὰ κατέλθει ἀπὸ τὸν στύλο του καὶ νὰ πάει στὴν πόλη, ὅπως στὸ παρελθὸν εἶχε πράξει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, γιὰ νὰ συνδράμει τὴν δεινοπαθοῦσα Ἐκκλησία. Ἕνα τεράστιο καὶ ἐνθουσιῶδες πλῆθος, ποὺ ὅλο καὶ μεγάλωνε ὅσο πολλαπλασιάζονταν τὰ θαύματα στὸ διάβα τοῦ ἁγίου, τὸν περιστοίχησε καὶ ὁ ἅγιος ἔφθασε στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ κήρυξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Κατόπιν συνέχισε τὴν θριαμβικὴ πορεία του πρὸς τὸ παλάτιον τοῦ Ἑβδόμου, ὅπου εἶχε καταφύγει ὁ σφετεριστής. Ὡς σημεῖο ἀράς, τίναξε τὴν σκόνη ἀπὸ τὰ πόδια του μπροστὰ στὴν πύλη, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση (Ματθ. 10, 14), καὶ τὸν μιμήθηκε ὅλο τὸ πλῆθος. Ὁ Βασιλίσκος τρόμαξε μπροστὰ στὴν ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς δυνάμεως καὶ πείσθηκε ὅταν ὁ πύργος τοῦ παλατιοῦ κατέρρευσε μόλις ἔφθασε ὁ ἅγιος. Τὴν ἑπομένη ἀποφάσισε νὰ ἐπιστέψει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὀμολόγησε δημόσια τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ συμφιλιώθηκε μὲ τὸν Ἀκάκιο παρουσία ὅλου τοῦ λαοῦ. Ὁ Δανιὴλ ἐπέστρεψε στὸν στύλο του, ἐπιτελώντας πολυάριθμα θαύματα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁδοιπορίας. Προφήτευσε τὸν ἐπικείμενο θάνατο τοῦ Βασιλίσκου καὶ τὴν παλινόρθωση τοῦ Ζήνωνος (476-491) στὸν θρόνο. Ὁ Ζήνων εἶχε σὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸν ἅγιο∙ τὸ ἴδιο καὶ ὁ διάδοχός του Ἀναστάσιος (491-518).
Ὁ στύλος τοῦ ἁγίου εἶχε γίνει τόπος μεγάλου προσκυνήματος∙ ἔφθαναν ἐκεῖ πιστοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς αὐτοκρατορίας. Παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τοῦ Δανιήλ, ὁ βασιλέας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ χτιστεῖ ἕνας μεγάλος ξενώνας πλάι σ’ ἕναν ναὸ ὅπου κατατέθηκαν τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Στυλίτη ποὺ τὰ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ὡς ἐπίγειος ἄγγελος, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὴν καρδία ἀδιάκοπα στραμμένα στὸν Θεό, ὁ ὅσιος ἐγκαταβίωνε στὸν στύλο ἀπρόσιτος στὴν κενοδοξία καὶ στὴν ὑπερηφάνεια. Ἀντιθέτως, τὰ πολυάριθμα θαύματα τοῦ ἔδιναν τὴν εὐκαιρία νὰ προκόψει ἀκόμα περισσότερο στὴν ταπεινοφροσύνη, διότι δὲν τὰ ἀπέδιδε στὶς δικὲς του ἀρετές, ἀλλὰ ζητοῦσε ἀπὸ ὅσους προσέρχονταν σ’ ἐκείνον νὰ προσκυνήσουν τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Συμεών καὶ νὰ χριστοῦν μὲ τὸ λάδι τῆς ἀκοίμητης κανδήλας ποὺ ἔκαιγε στὸν τάφο τοῦ ἁγίου.
Τὴν θαυμαστὴ αὐτὴ ταπεινοφροσύνη ἐπέδειξε ἀκόμη καὶ στὴν κοίμησή του. Πράγματι, ἀφοῦ προεῖπε τὴν ἐπικείμενη ἐκδημία του πρὸς τὸν οὐρανό, ὁ Δανιὴλ ἀσθένησε, καὶ καθὼς ὁ αὐτοκράτορας Ἀναστάσιος ἑτοίμαζε μεγαλοπρεπὴ κηδεία, ὁ ἅγιος τὸν ἔβαλε νὰ ὑποσχεθεῖ ὅτι ἡ σορὸς θὰ ἐνταφιασθεῖ σὲ μεγάλο βάθος καὶ ὅτι πάνω της θὰ ἐναποτεθοῦν λείψανα τῶν ἁγίων Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ [17 Δεκ.], ποὺ πρόσφατα εἶχαν μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴν Βαβυλώνα στὴν Κωνσταντινούπολη, ὥστε ἂν κάποιος ἐρχόταν γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο του, νὰ ἀποδώσει στοὺς ἁγίους μάρτυρες τὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματος του.
Μερικὲς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή του, συγκέντρωσε τοὺς πολυάριθμους μαθητὲς του γιὰ νὰ τοὺς παραδώσει τὶς ὕστατες διδαχὲς καὶ νὰ τοὺς ζητήσει νὰ προσεύχονται γιὰ κεῖνον. Κατόπιν, κι ἐνῶ διογκωνόταν τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε προσέλθει γιὰ νὰ παρευρεθεῖ στὶς τελευταῖες στιγμὲς του, κατὰ τὰ μεσάνυχτα περιῆλθε σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε τὸν χορὸ ὅλων τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ τὸν χαιρέτησαν ὡσὰν νὰ ἦταν ἕνας ἐξ αὐτῶν, τὸν προσκάλεσαν νὰ τελέσει μαζὶ τοὺς τὴν θεία Λειτουργία. Ὅταν συνῆλθε, ὁ Δανιὴλ κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καὶ τὴν ἐπαύριο ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη, καὶ τὴν στιγμὴ τῆς τελευταίας τοῦ πνοῆς θεράπευσε ἕναν δαιμονισμένο ἐκβάλλοντας τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα. Μὲ πολλὴ δυσκολία κατόρθωσαν νὰ κατεβάσουν τὸ σκήνωμα ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ στύλου ὅπου ἐπὶ τριάντα χρόνια ὁ ἅγιος καθόταν κουλουριασμένος. Ἡ σανίδα ἐπάνω στὴν ὁποία εἶχαν στερεώσει τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ κατεβάσουν, τοποθετήθηκε ὄρθια καὶ γιὰ πολλὲς ὧρες οἱ ἄνθρωποι ἀτένιζαν τὸν ἅγιο σὰν ἁγία εἰκόνα, καὶ μὲ κραυγὲς καὶ δάκρυα ἱκέτευαν αὐτὸν νὰ εἶναι μεσίτης πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλους. Τὸ ἐνταφίασαν παρουσία ὅλων τῶν προσωπικοτήτων τῆς Βασιλεύουσας.  Ἦταν 11η  Δεκεμβρίου 493, καὶ ὁ ἅγιος ἦταν 84 ἐτῶν.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τέταρτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ιδ’ 16-24, Ματθ.κβ’14

ΚΕΙΜΕΝΟ

16 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. 23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου. 24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.

14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

16Kι εκείνος του αποκρίθηκε:  «Kάποιος ετοίμασε μεγάλο δείπνο και προσκάλεσε πολλούς. 17Έστειλε, λοιπόν, το δούλο του την ώρα του δείπνου να πει στους προσκαλεσμένους: Eλάτε, γιατί είναι κιόλας όλα έτοιμα. 18ʼρχισαν τότε όλοι να προβάλλουν από μια δικαιολογία. O πρώτος του είπε: Aγόρασα ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω. Σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο. 19Ένας άλλος πάλι, είπε: Aγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω. Σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο. 20Kι ένας άλλος είπε: Έχω παντρευτεί και γι’αυτό δεν μπορώ να έρθω. 21Ήρθε, λοιπόν, ο δούλος εκείνος και τα διηγήθηκε αυτά στον κύριό του. Tότε ο οικοδεσπότης οργίστηκε και είπε στο δούλο του: Πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε εδώ μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς. 22Kι όταν επέστρεψε ο δούλος, είπε: Kύριε, έγινε αυτό που διέταξες, μα ακόμα υπάρχει χώρος. 23Eίπε τότε ο κύριος στο δούλο του: Bγες στους δρόμους και στους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν εδώ για να γεμίσει το σπίτι μου. 24Γιατί σας λέω πως κανένας από τους ανθρώπους εκείνους που προσκάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου».
14Γιατί, πολλοί είναι οι καλεσμένοι αλλά λίγοι οι εκλεκτοί».

Ἀπολυτίκιον
 Ἦχος δ’.
 Ὑψώσας τὸ σῶμα σου, ἐπὶ τοῦ στύλου σοφέ, τὸν νοῦν σου ἐπτέρωσας, πρὸς τὸν Θεὸν ἀκλινῶς, βιώσας ὡς ἄγγελος, ὅθεν σὲ στήλην ζῶσαν, εὐσεβείας εἰδότες, κράζοντας σοὶ βοῶμεν, Δανιὴλ Θεοφόρε, Παντοίων ἠμᾶς κινδύνων, πρέσβευε ρύεσθαι.

0