
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ
Ὁ ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε κατὰ τὸ 1840 στὴν Καππαδοκία, τὴν κοιτίδα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία παρὰ τὴν τουρκικὴ καταπίεση ὁ χριστιανισμὸς διατηροῦσε στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα μιὰ ἐκπληκτικὴ ζωτικότητα. Προικισμένος μὲ ὀξύνοια, τελείωσε τὶς σπουδὲς του, ἔγινε μοναχὸς καὶ στάλθηκε ὡς ἱερέας στὸ χωριὸ ποὺ γεννήθηκε, τὰ Φάρασα, νὰ μάθει γράμματα στὰ ἐγκαταλελειμμένα στὴ μοίρα τους παιδιά. Ἀφότου πῆγε πεζὸς νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἕνα προσκύνημα ποὺ ἐπαναλάμβανε κάθε δέκα χρόνια, ὁ κόσμος πῆρε τὴ συνήθεια νὰ τὸν φωνάζει Χατζὴ-Ἐφέντη. Ταπεινὸς ἱερέας τοῦ Θεοῦ, στάλθηκε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὁ πατέρας καὶ ἡ ψυχὴ τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς. Δὲν ἀρκοῦνταν νὰ διδάσκει τὰ στοιχειώδη τῆς ἀπαγορευμένης ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς ἑλληνικῆς παιδείας, ἀλλὰ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ καταπιεσμένους Ἕλληνες ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα τῆς χριστιανικῆς μεγαλοφροσύνης καὶ εὐγένειας ἤθους. Πέρα ἀπὸ κάθε του λόγο ἡ διδαχή, ἦταν ὁ ἴδιος παρουσία τοῦ Θεοῦ, πηγὴ ἀκένωτη χάριτος καὶ θαυματουργικῶν ἰαμάτων, ὄχι μόνον γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Τούρκους. Ὅταν κάποιος ἐρχόταν σὲ αὐτὸν μὲ ἐμπιστοσύνη, ὅποιος κι ἂν ἦταν, δὲν ἐνδιαφερόταν νὰ μάθει τὴν καταγωγὴ του, ἢ τὴ θρησκεία του, ἀλλὰ ἀναζητοῦσε μόνον τὴν εὐχὴ τὴν πλέον ἁρμοστὴ στὴν περίπτωσή του. Ἂν δὲν τὴν ἔβρισκε στὸ Εὐχολόγιο, ἔπαιρνε ἕναν ψαλμό, διάβαζε ἕνα ἐδάφιο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο ἢ ἀρκοῦνταν μόνον νὰ ἐπιθέτει στὸ κεφάλι τοῦ ἀρρώστου τὸ τετραβάγγελο. Τὰ θαύματα τοῦ πατρὸς Ἀρσενίου ἔγιναν κάτι τὸ τόσο φυσικὸ ποὺ δὲν ὑπῆρχε στὰ Φάρασα ἄλλο ἰατρεῖο. Ἦταν γιὰ ὅλους ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων. Ὅσοι δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν, τοῦ ἔστελναν κάποιο ροῦχο τους, ἐκεῖνος διάβαζε τὴν προσφυή εὐχὴ ἢ τὴν ἔγραφε σὲ ἕνα κομμάτι ὕφασμα καὶ ἡ θεραπεία ἦταν σίγουρη. Ἐνίοτε ὅμως, ἡ θεραπεία δὲν ἐρχόταν παρὰ μόνον σιγὰ σιγά, πρὸς ὄφελος ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἀνάγκη νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ ἀποκτήσουν βαθμιαία τὴν ἐπίγνωση τῆς θεϊκῆς βοήθειας.
Ὁ πατὴρ Ἀρσένιος ἀρνοῦνταν ὅλα τὰ δῶρα ποὺ τοῦ πρόσφεραν ὡς εὐχαριστία γιὰ τὶς εὐεργεσίες του, λέγοντας: «Ἡ πίστη μας δὲν πουλιέται!» Ἀπέκρυπτε δὲ τὶς ἀρετὲς του ὑποκρινόμενος ἐκκεντρικότητες ἢ ἐξάψεις ὀργῆς, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐκτίμηση τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν ἡσυχία του. Ὅταν ἡ θαυματουργικὴ του δύναμη γεννοῦσε τὸν θαυμασμό, ἀπαντοῦσε αὐστηρὰ: «Ἔ, τί θαρρεῖτε, πὼς εἶμαι ἅγιος; Ἁμαρτωλὸς εἶμαι, χειρότερος ἀπὸ σας. Δὲν βλέπετε, ἀκόμη καὶ τὸν θυμὸ μου δὲν μπορῶ νὰ συγκρατήσω. Ὁ Χριστὸς κάμνει τὰ θαύματα ποὺ βλέπετε. Ἐγὼ τὰ χέρια μου μόνο ὑψώνω καὶ Τὸν παρακαλῶ». Ὄντως, ὅταν ὕψωνε τὰ χέρια πρὸς τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ ἱκετεύσει ὑπὲρ κάποιου ἄλλου, ἔμοιαζε νὰ εἶναι μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα. Ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔπιανε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ πόδια, καὶ δὲν τὸν ἄφηνε, παρὰ μόνον ὅταν ἡ δέησή του εἶχε πλέον εἰσακουσθεῖ.
Ζοῦσε σὲ ἕνα στενὸ κελλί μὲ δάπεδο ἀπὸ πατημένο χῶμα, νηστεύοντας, ἀγρυπνώντας καὶ προσευχόμενος ἀδιαλείπτως. Δύο μέρες τὴν ἑβδομάδα, καὶ συχνὰ περισσότερες, ἔμενε ἔγκλειστος γιὰ νὰ δωθεί στὴν καθαρὴ θεωρία, φορώντας σάκκο καὶ γονατισμένος πάνω σὲ στάχτη. Τὶς ἡμέρες αὐτές, ὅσοι ἔρχονταν νὰ ζητήσουν τὴ βοήθειά του, βρίσκοντας τὴν πόρτα κλειστή, ἔπαιρναν σκόνη ἀπὸ τὸ κατώφλι καὶ ἔβρισκαν σίγουρη γιατρειά. Αὐστηρὸς μὲ τὸν ἑαυτὸ του, ὁ πατὴρ Ἀρσένιος ἦταν γεμάτος ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία ἀπέναντι στὸ ποίμνιό του, ἰδιαιτέρως γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔρχονταν νὰ ἐξομολογηθοῦν τὶς ἁμαρτίες τους. Θεράπευε τοὺς ἁμαρτωλοὺς περισσότερο μὲ τὴν ἀγάπη παρὰ μὲ τὰ ἐπιτίμια καὶ τὶς ἐπιπλήξεις. Συχνὰ πήγαινε νὰ τελέσει ἀγρυπνίες σὲ ἀπομονωμένα ἐξωκκλήσια, βαδίζοντας ἀνυπόδητος καὶ δίχως νὰ χρησιμοποιεῖ ζῶο, γιὰ νὰ μιμηθεῖ τὸν Χριστὸ ποὺ πήγαινε πάντα πεζὸς καὶ ἀπὸ συμπόνια γιὰ τὰ ζῶα. Πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν ἅγιοι δίπλα του κατὰ τὴ θεία Λειτουργία καὶ πιστοὶ εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ θαυμάσουν τότε τὸ πρόσωπό του, μεταμορφωμένο ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς.
Προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προορατικότητας, ὁ πατὴρ Ἀρσένιος προεῖπε, πολὺ πρίν, τὸν ξεριζωμὸ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ ὀργάνωσε τὴν ἀναχώρηση τῶν κατοίκων ἀπὸ τὰ Φάρασα. Στὶς 14 Αὐγούστου 1924, ὁ Γέροντας μπῆκε ἐπικεφαλῆς τοῦ ποιμνίου του, σὰν ἕνας ἄλλος Μωυσῆς, γιὰ μία ἔξοδο 300 χιλιομέτρων μὲ τὰ πόδια, ἐν μέσω ἀπειλητικῶν Τούρκων. Ἑνωμένος πάντα μὲ τὸν Θεό, δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιχέει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ σὲ χριστιανοὺς καὶ μουσουλμάνους ἀδιακρίτως. Ὅπως εἶχε ἀναγγείλει στοὺς πιστούς, δὲν ἔζησε παρὰ σαράντα μέρες μετὰ τὸν ἐρχομὸ τους στὰ ἑλληνικὰ χώματα. Ὅταν νοσηλευόταν στὸ νοσοκομεῖο, ἕνας φίλος του θέλησε νὰ συνθλίψει μία ψείρα ποὺ εἶχε βρει. Ὁ πατὴρ Ἀρσένιος ὅμως ἀναφώνησε: «Μὴν τὴ σκοτώσεις τὴ φτωχιά! Ἄφησέ την νὰ φάει κι αὐτὴ λίγη σάρκα. Τί, νὰ μείνει ὅλη γιὰ τὰ σκουλήκια;» Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τοὺς ἐπισκέπτες του καὶ τοὺς εἶπε: «Τὴν ψυχή, τὴν ψυχὴ νὰ τὴ φροντίζετε περισσότερο ἀπὸ τὴ σάρκα ποὺ θὰ πάει στὸ χῶμα καὶ θὰ τὴ φᾶνε τὰ σκουλήκια!» Ἦταν ἡ τελευταία του νουθεσία καὶ διαθήκη. Δύο μέρες ἀργότερα, στὶς 10 Νοεμβρίου 1924, παρέδωσε ἐν εἰρήνη τὴν ψυχὴ του στὸν Θεό, μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ πιστοῦ δούλου. Ἦταν 83 ἐτῶν. Ἀπὸ τὸ 1970, ὁ ὅσιος Ὰρσένιος, μὲ πολλὲς ἐμφανίσεις του καὶ θαύματα ποὺ συνδέονται μὲ τὰ τίμια λείψανά του, ἀποτεθειμένα στὴ Μονὴ τῆς Σουρωτῆς, κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, δὲν ἔπαυσε νὰ δίνει μαρτυρίες γιὰ τὴν οἰκειότητά του μὲ τὸν Θεό. Ἡ τιμὴ του ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1986.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τρίτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ι’ 25-37
ΚΕΙΜΕΝΟ
25 Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
25Σηκώθηκε τότε ξαφνικά ένας νομικός και θέλοντας να τον δοκιμάσει είπε: «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;» 26Kι ο Iησούς του είπε: «Στο νόμο τι είναι γραμμένο; Tι διαβάζεις;» 27Eκείνος αποκρίθηκε: «N’αγαπήσεις τον Kύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου, κι επίσης τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». 28Tότε ο Iησούς του είπε: «Oρθά αποκρίθηκες. Aυτό να κάμνεις και θα ζήσεις». 29Eκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Iησού: «Kαι ποιος είναι ο πλησίον μου;» 30Πήρε τότε αφορμή απ’αυτό ο Iησούς και είπε: «Kάποιος κατέβαινε από την Iερουσαλήμ στην Iεριχώ. Έπεσε όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν. 31Kατά σύμπτωση, από το δρόμο εκείνο κατέβαινε ένας ιερέας, και παρόλο που τον είδε, τον προσπέρασε. 32Tο ίδιο έκανε κι ένας Λευίτης, που παρουσιάστηκε στον τόπο εκείνο. Aφού ήρθε και είδε, συνέχισε το δρόμο του χωρίς να προσφέρει βοήθεια. 33Όμως ένας Σαμαρείτης ταξιδιώτης έφτασε κι αυτός στον τόπο που ήταν ο πληγωμένος, και μόλις τον είδε τον σπλαχνίστηκε. 34Πήγε τότε κοντά του και επέδεσε τα τραύματά του χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί. Kατόπιν τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σ’ένα πανδοχείο και τον περιποιήθηκε. 35Kαι την επόμενη μέρα βγήκε, κι αφού έβγαλε δυο δηνάρια, τα έδωσε στον πανδοχέα και του είπε: Φρόντισέ τον κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, θα σου τα πληρώσω εγώ στην επιστροφή μου. 36Ποιος, λοιπόν, από τους τρεις αυτούς, νομίζεις πως έγινε ο πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές;» 37Kι εκείνος είπε: «Aυτός που τον περιποιήθηκε με ευσπλαχνία». Tότε ο Iησούς του είπε: «Πήγαινε και να κάνεις κι εσύ το ίδιο».

Ήχος πλ. α’.
Τον συνάναρχον Λόγον.
Των Οσίων τον βίον εκμιμησάμενος, εν εσχάτοις τοις χρόνοις, Πάτερ Αρσένιε, επληρώθης δωρεών του θείου Πνεύματος, και θαυμάτων γεγονός, θεοφόρε αυτουργός, παρέχεις ενί εκάστω, τας εκ Θεού χορηγίας, ταις ικεσίαις σου προς Κύριον.


