
ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΠΗΓΑΣΙΟΥ, ΑΦΘΟΝΙΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ
Αὐτοί οἱ Ἄγιοι κατάγονταν ἀπό τήν γῆ τῶν Περσῶν καί εἶχαν τήν πρώτη τιμή καί ἀξία κοντά στόν βασιλιά Σαβώριο, κατά τό ἔτος 330. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἀκίνδυνος, ὁ Πηγάσιος καί ὁ Ἀνεμπόδιστος ἀγαποῦσαν ὑπερβολικά τήν εὐσέβεια, γι’αὐτό συνελήφθησαν ἀπό τόν βασιλιά καί, ἀφοῦ κρεμάσθηκαν, δάρθηκαν. Ἔπειτα κάηκαν στά πλευρά, ἐνῶ ὁ βασιλιάς ἄρχισε νά βλασφημῆ τόν Χριστό.Τότε οἱ Ἅγιοι μέ θαῦμα τόν ἔκαναν βουβό καί ἄφωνο καί πάλι τόν γιάτρευσαν ἀπό τήν ἀφωνία. Ἔπειτα τοποθετοῦνται ἐπάνω σέ κρεββάτια σιδερένια καί πυρακτωμένα, ἔγινε ὅμως βροχή καί ἡ φλόγα ἔσβησε. Ἔπειδή ὅμως μέ τήν προσευχή τους καταγκρέμισαν τό εἴδωλο τοῦ Δία, γι’αὐτό τοποθετοῦνται μέσα σέ καζάνια γεμᾶτα ἀπό βρασμένο μολύβι. Καί ἀφοῦ διαφυλάχθηκαν ἀβλαβεῖς, ἑλκύουν στήν τοῦ Χριστοῦ πίστι τόν Ἅγιο Ἀφθόνιο, ὁ ὁποῖος μόλις πίστεψε, ἀποκεφαλίσθηκε καί ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Κατόπιν τούς ἔβαλαν μέσα σέ θυλακούρια βοδινά, καί, μολονότι ρίχθηκαν στήν θάλασσα, παρέμειναν ἀβλαβεῖς μέ τήν θεία χάρι. Ἔτσι μέ τό θαῦμα αὐτό, ἑλκύουν στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ τόν Ἐλπιδηφόρο, ὁ ὁποῖος ἦταν πρῶτος της βασιλικῆς συγκλήτου. Μαζί ὅμως μέ αὐτόν ἑλκύουν καί ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους στήν ἑπίγνωσι τῆς ἀληθείας, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ἀποκεφαλίσθηκαν. Ὁ δέ Ἀκίνδυνος, ὁ Πηγάσιος καί ὁ Ἀνεμπόδιστος καί ὅσοι ἦταν μαζί τους ρίχνονται μέσα σέ ἕναν λάκκο γεμᾶτο ἀπό θηρία. Καί ἐπειδή δέν ἔπαθαν καμμία ζημιά, γι’αύτό ἔφεραν στήν εὐσέβεια τήν μητέρα τοῦ βασιλιᾶ. Τελικά, ἀφοῦ τοποθετήθηκαν στό καμίνι τῆς φωτιᾶς ἔλαβαν τοῦ μαρτυρίου τό τέλος μαζί καί τούς στεφάνους.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Β΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ιστ΄ 19-31
ΚΕΙΜΕΝΟ
19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
19 «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. 20Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, 21και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του. 22Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. 23Kαι στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο! 24Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’αυτή τη φλόγα! 25Kι ο Aβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. 26Kι εκτός απ’όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας. 27Kι εκείνος είπε: Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, 28γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού. 29Tου λέει ο Aβραάμ: Έχουν το Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς. 30Kι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν. 31Tότε ο Aβραάμ του είπε: Aν το Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».

Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ακίνδυνον μέλψωμεν, συν Αφθονίω ομού, κλεινόν Ανεμπόδιστον, Ελπιδοφόρον στερρόν, Πηγάσιον ένδοξον ούτοι γαρ ακινδύνως, εξαφθόνου κρατήρας, πηγάζουσι τοις ελπίδι, αρραγεί προσιούσι, χαρίτων ανεμποδίστων, κρήνην θεόβρυτον.


