
Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
«Τὴν Τετάρτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μνήμην ποιοῦμεν τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου τοῦ Συγγραφέως τῆς Κλίμακος».
Τὴν 4η Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν οἱ ἱεροὶ Πατέρες θέσπισαν νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου καὶ νὰ προβάλλεται τὸ περίφημο σύγγραμμά του ἡ Κλῖμαξ. Τὸ ἔργο αὐτὸ ὀνομάζεται ἔτσι, ἐπειδὴ μὲ τριάντα λόγους ἀνεβάζει τὸν μοναχό, ἀλλὰ καὶ κάθε εὐσεβὴ πιστό, σὰν μὲ τριάντα σκαλοπάτια ἀπὸ τὰ χαμηλότερα πρὸς τὰ ὑψηλότερα, μέχρι τὴν κορυφὴ τῆς Ἁγιοσύνης. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος συνδυάζεται ἡ σοφία, ἡ πράξη τῆς ἁγιοσύνης καὶ ἡ μυστικὴ θεωρία.
Ὁ ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε καὶ ἔζησε κατὰ πάσα πιθανότητα μετὰ τὰ μέσα τοῦ 6ου μ.Χ. αἰώνα. Δὲν γνωρίζουμε τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προσωπικὴ του ζωὴ ἀφοῦ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο τὸ μόνο ποὺ φρόντισε ἦταν νὰ ζήσει ὡς ξένος ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό. Γνωρίζουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ πῆγε στὸ Σινᾶ, ὅπου ἔγινε μοναχός.
Βλέποντας τὸν Γέροντά του σὰν μία ὁλοζώντανη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοσιώθηκε μὲ ἀπόλυτη ὑπακοή. Ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχούς, ὁ Στρατήγιος, προέβλεψε ὅτι ὁ νέος αὐτὸς μοναχὸς θὰ ἀναδειχθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ Φωστήρας τῆς Οἰκουμένης, ὅπως τοῦτο προφήτευσαν κι ἄλλοι χαρισματούχοι Σιναΐτες γέροντες κι ἡ προφητεία τοὺς ἐπαληθεύθηκε.
Πέρασαν ἔτσι 19 χρόνια κι ὅταν κοιμήθηκε ὁ γέροντας, ὁ Ἰωάννης ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἀνάβαση τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν, ζώντας ὡς ἐρημίτης. Ἀφοσιώθηκε σὲ αὐτὴν τὴν ὁδὸ καὶ διάλεξε ὡς τόπο ἄσκησής του ἕνα μέρος ἀπόμερο, ποὺ ὀνομαζόταν Θολάς, πέντε μίλια ἀπόσταση ἀπὸ τὴν μεγάλη Μονὴ τοῦ Σινᾶ. Γιὰ σαράντα χρόνια ἔζησε ἐκεῖ μὴ ἔχοντας ἄλλη ἀσχολία παρὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν φυλακὴ τῆς καρδιᾶς του ζῶντας ὡς ἐν σώματι ἄγγελος. Ἔτσι κατάφερε νὰ ἀνέβει σὲ μεγάλα ὕψη προσευχῆς. Τότε συνέβη κάποτε νὰ εὑρεθεῖ μεταξὺ τῶν ἀγγέλων, εἴτε μὲ τὸ σῶμα εἴτε χωρὶς αὐτό, καὶ μὲ παρρησία ζητοῦσε νὰ φωτιστεῖ γιὰ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν φοβερὴ αὐτὴ προσευχὴ ἔνιωσε σὰν νὰ ἔβγαινε ἀπὸ πυρωμένο καμίνι καὶ αἰσθανόταν πολὺ μεγάλη ἀνακούφιση καὶ καθαρισμὸ ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ὕλης, ὥστε ὁλόκληρος ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ φῶς.
Μὲ δυσκολία μεγάλη κατόρθωσε νὰ δεχθεῖ κοντὰ του ὡς ὑποτακτικὸ ἕναν νεαρὸ μοναχό, τὸν Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος ἔγινε μάρτυρας τῶν θαυμαστῶν του κατορθωμάτων. Μία ἡμέρα ὁ Μωυσῆς ἀπομακρύνθηκε ἀναζητώντας χῶμα γιὰ τὸ μικρὸ τους περιβόλι καὶ ξάπλωσε κάτω ἀπὸ ἕναν μεγάλο βράχο νὰ ξεκουραστεῖ. Τότε ἀποκαλύφθηκε στὸν Ὅσιο Ἰωάννη ποὺ βρισκόταν στὸ κελλί του ὅτι ὁ ὑποτακτικὸς του Μωυσῆς κινδυνεύει. Ἀμέσως σηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Ὅταν ὁ Μωυσῆς ἐπέστρεψε τοῦ εἶπε ὅτι μέσα στὸν ὕπνο ποὺ τὸν πῆρε γιὰ λίγο κάτω ἀπὸ τὸν βράχο, ἄκουσε ξαφνικὰ τὴν φωνὴ τοῦ γέροντα νὰ τὸν καλεῖ, τὴν στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ βράχος εἶχε ἀποσπαστεῖ καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τὸν συντρίψει. Ἡ προσευχὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη εἶχε ἀκόμη τὴν δύναμη νὰ θεραπεύει τὶς ὁρατὲς καὶ ἀόρατες πληγές. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο λύτρωσε ἕνα μοναχὸ ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας ποὺ τὸν ὠθοῦσε στὴν ἀπελπισία. Κάποτε ἄλλοτε κατάφερε καὶ ἔφερε βροχή. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐκδήλωνε ἰδιαίτερα τὴν χάρη του πρὸς αὐτὸν παρέχοντάς του τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας. Στηριζόμενος στὴν προσωπικὴ του ἐμπειρία, κατηχοῦσε γενναιόδωρα ὅλους ὅσους ἔρχονταν νὰ τὸν βροῦνε.
Γεμάτος ἀπὸ πολλὲς καὶ μεγάλες ἀρετὲς εἶχε φθάσει πλέον στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος τῆς ἁγιότητος, ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἀστέρας στὸ Σινᾶ καὶ ἔχαιρε τοῦ θαυμασμοῦ ὅλων τῶν μοναχῶν. Ὁ ἴδιος θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ του ἀρχάριο καὶ μὴ χορταίνοντας νὰ συλλέγει παραδείγματα εὐαγγελικῆς διαγωγῆς, ταξίδεψε σὲ διάφορα Μοναστήρια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἰωάννης συμπλήρωσε 40 χρόνια παραμονῆς στὴν ἔρημο, τότε ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἔγινε ἠγούμενος τῆς Μεγάλης κυρίας Μονῆς τοῦ Σινᾶ περὶ τὸ ἔτος 650 μ. Χ. Ἀφηγοῦνται μάλιστα ὅτι τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρόνισής του παρίσταντο ἑξακόσιοι προσκυνητὲς καὶ ἐνῶ βρίσκονταν ὅλοι καθισμένοι στὴν τράπεζα, ἀξιώθηκαν νὰ δοῦνε τὸν Προφήτη καὶ Θεόπτη Μωυσῆ ντυμένο μὲ λευκὸ χιτώνα νὰ πηγαινοέρχεται δίνοντας ὁδηγίες στοὺς μαγείρους, στοὺς οἰκονόμους, στοὺς δοχειάρηδες καὶ σὲ ὅλους τοὺς διακονοῦντες.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ ἠγούμενος τῆς Ραϊθώ, ποὺ πληροφορήθηκε τὴν ἐξαίρετη πολιτεία τῶν μοναχῶν τοῦ Σινᾶ, ἔγραψε στὸν Ὅσιο Ἰωάννη νὰ τοῦ ἐκθέσει ἐγγράφως τὸν τρόπο σωτηρίας γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀσπασθεῖ τὸν ισάγγελο βίο. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τότε μὲ ταπείνωση ἔγραψε μέσα ἀπὸ τὴ δικὴ του ἐμπειρία τὰς «Πλάκας τοῦ Πνευματικοῦ Νόμου», τὸ περίφημο βιβλίο του, τὴν Κλίμακα. Μέσα σ’ αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὶς ἀρετές, μὲ τὴν μορφὴ τριάντα σκαλοπατιῶν, τὰ ὁποία ὁ Ἰακὼβ αντίκρυσε καθὼς κοιμόταν στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης δὲν θεσπίζει κανόνες, ἀλλὰ μυεῖ τὴν ψυχὴ στὸν πνευματικὸ ἀγώνα καὶ στὴν διάκριση τῶν λογισμῶν. Ὁ λόγος του διεισδύει ὡς ρομφαία κοφτερὴ στὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς, ἀποκόπτοντας χωρὶς συμβιβασμὸ κάθε αὐταρέσκεια, καταδιώκοντας ὡς τὴν ρίζα τους τὴν ὑποκριτικὴ ἄσκηση, τὴν φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωισμό.
Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ περὶ τὸ 600 μ. Χ. σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν ἐνῶ μὲ τὸ ἔργο του αὐτό, τὴν πνευματικὴ κλίμακα, κάθε Σαρακοστὴ δείχνει σὲ ὅλους τὴν πορεία τῆς ἀνόδου ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, στὴν Ἀναστάσιμη χαρά.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ, ΠΟΥΔΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΟΥ
Οἱ τρεῖς αὐτοὶ ἅγιοι, ποὺ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, ἦσαν μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου. Κήρυξαν μαζὶ του τὸν Λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συμμερίστηκαν τὶς θλίψεις του καὶ τὶς δοκιμασίες, χάριν τῆς πνευματικῆς οἰκοδόμησης τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
Ὁ ἅγιος Ἀρίσταρχος ἦταν Ἑβραῖος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ἔχαιρε τῆς μεγάλης ἐκτίμησης τοῦ Παύλου, τὸν ὁποῖο συνόδευσε στὶς ἱεραποστολικὲς του περιοδεῖες. Ὅταν κήρυτταν στὴν Ἔφεσο, οἱ χρυσοχόοι τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀρτέμιδος, φοβούμενοι ὅτι θὰ ἔχαναν τὰ εἰσοδήματά τους, κατέπεσαν μὲ ὀχλαγωγή στὸν Ἀρίσταρχο καὶ τοὺς ἄλλους συντρόφους του Παύλου καὶ τοὺς ἔσυραν στὸ ἀμφιθέατρο (βλ. Πραξ. 19). Ἀργότερα, ὁ Ἀρίσταρχος βοήθησε τὸν Ἀπόστολο νὰ συγκεντρώσει τὴν Λογία τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρὰς Ἀσίας ὑπὲρ τῶν χειμαζομένων ἀδελφῶν στὴν Παλαιστίνη καὶ κατόπιν τὸν συνόδεψε στὴν Ρώμη, ὅταν ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος φυλακίστηκε πρώτη φορὰ (τὸ διάστημα 60-62). Ὁ Παῦλος τὸν ὀνομάζει «συναιχμάλωτον» (Κολ. 4, 10) καὶ «παρηγορία» του. Χειροτονήθηκε κατόπιν ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς Συρίας καὶ ἔχαιρε φήμης ὡς δεύτερος Τίμιος Πρόδρομος ἐξ αἰτίας τῆς μηλωτῆς ποὺ φοροῦσε καὶ τῆς ἀσκητικῆς του βιοτῆς. Μαρτύρησε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν τοῦ Νέρωνα.
Οἱ ἅγιοι Πούδης καὶ Τρόφιμος ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὴ Β΄ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ (4, 20-21), ἐνῶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς διευκρινίζει ὅτι ὁ Τρόφιμος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔφεσο. Ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν στὶς ἱεραποστολικὲς του περιοδεῖες στὴν Εὐρώπη μετὰ τὶς ταραχὲς στὴν Ἔφεσο καὶ κατόπιν τὸν περίμενε στὴν Τρωάδα, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν Τυχικὸ καὶ ἄλλους συνόδευσαν τὸν Παῦλο στὸ τελευταῖο του ταξίδι στὰ Ἱεροσόλυμα (Πραξ. 20, 4-5) ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀσίας μὲ τὶς προσόδους τῆς Λογίας (Πραξ. 20, 1-5∙ βλ. Α΄ Κορ. 16, 1-4). Στὰ Ἱεροσόλυμα ὡστόσο, Ἑβραῖοι προσκυνητὲς ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία τὸν ἀναγνώρισαν ὅταν τὸν εἶδαν μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ κατόπιν, βρίσκοντας τὸν Παῦλο στὸν Ναὸ μὲ τέσσερις ἄλλους μαθητές, συμπέραναν ἐσφαλμένα ὅτι εἶχε εἰσέλθει ἕνας Ἐθνικὸς στὴν ἐσωτερικὴ Αὐλὴ τοῦ Ναοῦ (Πραξ. 21-27 κ.ε.). Ἡ εἴσοδος πέραν τῆς Αὐλῆς τῶν Ἐθνικῶν θὰ σήμαινε γιὰ τὸν Τρόφιμο θανατικὴ καταδίκη. Τὸ περιστατικὸ ὁδήγησε σὲ ὀχλαγωγίες καὶ ταραχὲς καὶ στὴν σύλληψη τοῦ Παύλου. Στὴν Β΄ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ του (4,20) ὁ Παῦλος, κατευθυνόμενος πρὸς τὴν Δύση, μὲ προορισμὸ τὴν Ρώμη, ὅπου φυλακίστηκε γιὰ δεύτερη φορά, ἄφησε στὴν Μίλητο τὸν Τρόφιμο ποὺ ἦταν ἀσθενής. Φαίνεται ὅτι ὁ Τρόφιμος μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν Πούδη καὶ ἄλλους Ἀποστόλους ἐπὶ Νέρωνος.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 8ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Μαρκ.θ΄17 -31
ΚΕΙΜΕΝΟ
17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξας καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρα ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
17Kι αποκρίθηκε ένας μέσα από το πλήθος: “Δάσκαλε, σου έφερα το γιο μου που έχει πνεύμα άλαλο, 18κι όπου τον κυριεύσει, του προκαλεί σπασμούς και βγάζει αφρούς και τρίζει τα δόντια του και παραλύει τελείως. Kι είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν”. 19Tου λέει τότε ο Iησούς: Άπιστη γενιά! Mέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Mέχρι πότε θα σας υπομείνω; Φέρτε τον σε μένα. 20Tον έφεραν λοιπόν σ αυτόν, και όταν το πνεύμα είδε τον Iησού τράνταξε αμέσως το παιδί, κι αυτό έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς. 21Pώτησε τότε τον πατέρα του: “Πόσος καιρός είναι από τότε που του έχει συμβεί αυτό; Kι εκείνος απάντησε: “”Aπό παιδάκι. 22Kαι πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να τον εξοντώσει. Mα αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας δείχνοντάς μας συμπόνια”. 23Kι ο Iησούς του είπε εκείνο το: “Aν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι΄ αυτόν που πιστεύει”. 24Aμέσως τότε ο πατέρας του παιδιού φώναξε δυνατά και με δάκρυα έλεγε: “Πιστεύω, Kύριε, βοήθα με στην απιστία μου”! 25Kαι σαν είδε ο Iησούς ότι συγκεντρώνεται κόσμος, επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα λέγοντάς του: “Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, βγες απ΄ αυτόν και μην ξαναμπείς πια σ’ αυτόν”. 26Kαι το πνεύμα, αφού έβγαλε μια δυνατή κραυγή και τον κατατάραξε, βγήκε, ενώ το παιδί έγινε σαν νεκρό, έτσι που πολλοί έλεγαν ότι πέθανε. 27O Iησούς όμως κρατώντας τον από το χέρι τον ανασήκωσε και στάθηκε όρθιος. 28Όταν, κατόπιν, μπήκε ο Iησούς σ΄ ένα σπίτι, τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως οι μαθητές του: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;” 29Kι εκείνος τους απάντησε: “Tο γένος αυτό με τίποτε δεν μπορεί να βγει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία”. 30Ύστερα βγήκαν από εκεί και περνούσαν μέσα από τη Γαλιλαία, αλλά δεν ήθελε να το ξέρει αυτό κανένας, 31γιατί εξηγούσε στους μαθητές του και τους έλεγε: “O Γιος του Aνθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων κι αυτοί θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα από τη θανάτωσή του θ΄ αναστηθεί”.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χορείαν τὴν τρίπλοκον, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, συμφώνως τιμήσωμεν, ὡς ποταμοὺς λογικούς, τῆς θείας χρηστότητας, Πούδην σὺν Ἀριστάρχω, καὶ Τροφίμω τῷ θείῳ λόγοις θεογνωσίας, καταρδεύσαντας κόσμον. Αὐτῶν Χριστὲ μεσιτείαις πάντας οἰκτείρησον.


