
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ
Μία ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες προσπάθειες καὶ τὶς λιγότερο κατανοητὲς γιὰ τοὺς σύγχρονους Χριστιανοὺς εἶναι ἐκείνη τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Φυσικὰ θὰ ἦταν πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὴν ἑρμηνεύσουμε μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια, γιατὶ εἶναι κλήση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴν τὴν ἅγια κλήση ἔνιωσε καὶ ὁ Ὅσιος Συμεών, ἀφήνοντας μόνο τὸν συνασκητή του Ἰωάννη στὴν ἔρημο. Οἱ δύο αὐτοὶ ὅσιοι ἔζησαν τὸν 6ο αἰώνα στὴν Ἔμμεσα τῆς Συρίας καὶ ἦσαν πλούσιοι ἄρχοντες ἀλλὰ καὶ πολὺ εὐσεβεῖς Χριστιανοί. Κάποια μέρα ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε στοὺς Ἁγίους Τόπους. Φεύγοντας ὁ μὲν Συμεών ἄφησε πίσω του τὴ γερόντισσα μητέρα του, ὁ δὲ Ἰωάννης τὴν μόλις λίγες ἡμέρες συζευχθεῖσα σύζυγό του. Μόλις ἔφθασαν καὶ προσκύνησαν, τόσο πολὺ γοητεύθηκαν ὥστε θέλησαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ πλούτη τους, τοὺς δικοὺς τους καὶ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ εἶχαν καὶ νὰ μείνουν γιὰ πάντα ἐκεῖ. Οἱ δύο φίλοι θέλοντας νὰ δοῦν ἂν ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουν μοναχοὶ προσευχήθηκαν στὸν Κύριο νὰ τοὺς δώσει ἕνα σημάδι, ἂν βρουν, δηλαδή, τὴν πύλη τῆς Μονῆς ἀνοιχτὴ τότε ἦταν θεῖο Του θέλημα νὰ γίνουν μοναχοί. Ἔφθασαν στὴ Λαύρα τοῦ Ὁσίου Γερασίμου κι ὁ ἠγούμενος Νίκων ἐνῶ προσευχόταν, ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: Ἐγείρου, άνοιξον τὴν θύραν τῆς ποίμνης ἴνα εἰσέλθουν τὰ πρόβατά μου! Ἔτσι ὁ γέροντας Νίκων ὑποδέχθηκε τοὺς δύο φίλους ὡς ἁγίους. Ἐδῶ, στὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτη, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Συμεών ἔγιναν μοναχοὶ καὶ ἀποσύρθηκαν σὲ κελλιά, ὅπου μὲ ὑπακοὴ δόθηκαν στὴ νέα τους αὐτὴ ζωή. Μετὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἀποσύρθηκαν στὴν ἔρημο ὅπου ζοῦσαν μὲ νηστεία καὶ σκληρὴ κακοπάθεια. Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ οἱ δύο αὐτοὶ ἀσκητὲς κατόρθωσαν νὰ γίνουν σκεύη τῆς Θείας Χάριτος ἀξιώθηκαν θείων χαρισμάτων. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἄρχισαν νὰ ἔρχονται κοντὰ τους μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσουν τὴν ἡσυχία τους, ἐκεῖνοι πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀκόμα βαθύτερα στὴν ἔρημο. Σαράντα χρόνια εἶχαν περάσει ἀπὸ τότε ποὺ ἀποσύρθηκαν στὴν ἔρημο καὶ μιὰ μέρα ὁ Συμεών λέγει στὸν Ἰωάννη ὅτι θὰ ἦταν καλύτερα νὰ ἐπιστρέψουν στὸν κόσμο γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ ὁδηγήσουν κι ἄλλες ψυχὲς στὴν σωτηρία. Ὁ Ἰωάννης ξαφνιάστηκε. Ὅλα αὐτὰ τὰ θεώρησε ἔργο τῆς πονηρίας τοῦ διαβόλου γιὰ νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὴν ἔρημο καὶ προσπαθοῦσε νὰ πείσει τὸν Συμεών ὅτι ἡ προσπάθειά τους πρέπει νὰ τελειώσει ἐκεῖ. Ὁ Συμεών ἐπέμενε λέγοντας: -Πίστευσέ μέ, ἀδελφέ, δὲν μένω πλέον ἐδῶ, θὰ πάω νὰ ἐμπαίζω τὸν κόσμο. Καὶ ἐξήγησε στὸν Ἰωάννη ὅτι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε ἀσπάσθηκε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀποχαιρετήθηκαν καὶ χώρισαν. Ὁ Συμεών ἦρθε στὴν πατρίδα του. Μοίραζε τὸ φαγητὸ καὶ τὰ ἐνδύματα ποὺ τοῦ ἔδιναν στοὺς φτωχοὺς ἐνῶ ἐκεῖνος ἔμενε νηστικὸς καὶ σκεπαζόταν μὲ κουρέλια. Ἀκόμη πλησίαζε ἀνθρώπους τεμπέληδες καὶ διεφθαρμένους, οἱ ὁποῖοι τὸν εἰρωνεύονταν καὶ τὸν περιγελοῦσαν. Ὁ μακάριος Συμεών ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμενε μὲ καρτερία καὶ μέσα ἀπὸ τὰ τέλματα τῆς ἀπώλειας ἁλίευε πολλὲς φορὲς μετανοημένες ψυχὲς ἀλλὰ καὶ ἀμέτρητα θαύματα ἐπιτελοῦσε.
Κάποιος ἔμπορος ἀπὸ τὴν Ἔμμεσα ποὺ εἶχε ἔρθει προσκυνητὴς στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπισκέφθηκε καὶ τοὺς Ἀσκητές. Κατὰ θεία οἰκονομία ἦρθε καὶ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη καὶ ζητοῦσε τὴν εὐλογία του. Τότε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τοῦ εἶπε: -Ἐσεῖς στὴν πόλη σας ἔχετε τὸν ἀββᾶ Συμεὼν καὶ ζητὰς εὐχὴ ἀπὸ μένα; Δέχθηκε ἔπειτα τὸν ἔμπορο στὸ σπήλαιό του καὶ τὸν φίλευσε πλούσια ὅσα ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἀγγέλου του τοῦ ἔστειλε. Ἀφοῦ ἔφαγαν, ὁ ἔμπορος ἑτοιμάσθηκε νὰ φύγει. Τότε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τοῦ ἔδωσε τρία ψωμιὰ νὰ δώσει τὸν Ὅσιο Συμεών. Ὅταν ὁ ἔμπορος ἔφθασε βρῆκε τὸν σάλο στὴν πύλη τῆς πόλης νὰ τὸν περιμένει ζητώντας τὰ τρία ψωμιά. Ὁ ἔμπορος τοῦ τὰ ἔδωσε κι ὁ σάλος τὸν παρακάλεσε νὰ ἔρθει στὴν καλύβα του νὰ τὸν φιλεύσει. Μόλις πῆγε στὴν καλύβα τοῦ σαλοῦ κατάπληκτος ὁ ἔμπορος διαπιστώνει ὅτι τοῦ παρέθεσε ἀκριβῶς τὰ ἴδια φαγητὰ μὲ ἐκεῖνα ποὺ τοῦ εἶχε παραθέσει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης. Σὰν ἔφευγε ὁ ἔμπορος ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ σάλος τοῦ ζήτησε νὰ μὴ μιλήσει σὲ κανέναν γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε.
Κάποτε ἕνας Ἑβραῖος βλέπει τὸν Ἅγιο νὰ συνομιλεῖ μὲ δύο ἀγγέλους καὶ τότε κατάλαβε τὴν προσποιητὴ ζωὴ του καὶ θέλησε νὰ τὴν φανερώσει. Ὅμως τὴν νύχτα ἐκείνη στὸν ὕπνο του ἐμφανίσθηκε ὁ Ὅσιος Συμεὼν καὶ ἀγγίζοντάς του τὰ χείλη τὸν ἄφησε ἄλαλο. Τὸ πρωὶ ἔρχεται στὸν Ὅσιο σάλο καὶ μὲ νοήματα τὸν παρακαλοῦσε νὰ τοῦ δώσει τὴν λαλιὰ του. Ὁ Ὅσιος Συμεών τοῦ εἶπε ὅτι πρέπει νὰ βαπτισθεῖ. Ὁ Ἑβραῖος ὅμως δὲν τὸ δέχθηκε κι ἔτσι ἄφωνος ἔφυγε. Ὡστόσο ἐν τῶ μεταξὺ συνέβη νὰ κοιμηθεῖ ὁ Ὅσιος Συμεὼν. Τὸν βρῆκαν δύο πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ χωρὶς καμία περιποίηση τὸν πῆραν καὶ τὸν μετέφεραν στὸ κοιμητήριο νὰ τὸν ἐνταφιάσουν. Καθὼς περνοῦσε τὸ ἱερὸ λείψανο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Ἑβραίου, ἄκουσε ψαλμωδίες καὶ θόρυβο. Ἀπὸ περιέργεια σηκώθηκε νὰ δεῖ καὶ βλέπει τοὺς δύο ἀνθρώπους ποὺ πήγαινα τὸν Ὅσιο γιὰ ἐνταφιασμὸ καὶ σκέφτηκε: -Εὐτυχισμένος εἶσαι, σαλέ, γιατὶ ἔζησες τόσο φτωχὸς καὶ στὴν κηδεία σου μὲ δοξολογίες ἄγγελοι σὲ συνοδεύουν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἑβραῖος πίστεψε, βαπτίσθηκε καὶ μόλις βγῆκε ἀπὸ τὴν κολυμπήθρα μίλησε. Αὐτὲς τὶς ὧρες ποὺ κηδευόταν ὁ Ὅσιος Συμεὼν φθάνει καὶ ὁ μακάριος Ἰωάννης, ποὺ πληροφορήθηκε ὅτι ἐγγίζει καὶ τὸ δικὸ του τέλος. Ἐτάφη δίπλα στὸν Ὅσιο Συμεὼν τὸν σάλο. Ἔτσι συναντήθηκαν στὴν πατρίδα τους, τὰ μὲν σώματά τους μέσα στοὺς τάφους οἱ δὲ ψυχὲς τους στὸν Παράδεισο.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 21 IOYΛIOY
Ματθ. η’ 5-13
ΚΕΙΜΕΝΟ
5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
5Kι όταν μπήκε στην Kαπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε λέγοντας: 6 «Kύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση και βασανίζεται φριχτά». 7Tου λέει ο Iησούς: «Θα έρθω εγώ και θα τον γιατρέψω». 8Mα ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε: «Kύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά μια προσταγή δώσε μονάχα και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. 9Γιατί είμαι κι εγώ κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στις διαταγές μου και λέω στον έναν: πήγαινε, και πηγαίνει, και στον άλλο: έλα, κι έρχεται, και στο δούλο μου: κάνε τούτο, και το κάνει». 10Kαι σαν τ’ άκουσε αυτό ο Iησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Πραγματικά, σας λέω, ούτε στον Iσραήλ δε βρήκα τόση πίστη. 11Kαι σας λέω τούτο: ότι θα έρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ στο γιορταστικό τραπέζι στη βασιλεία των ουρανών, 12ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο σκοτάδι το πιο βαθύ κι απόμακρο. Eκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». 13Eίπε κατόπιν ο Iησούς στον εκατόνταρχο: «πήγαινε, κι όπως πίστεψες έτσι ας γίνει για σένα». Kαι γιατρεύτηκε ο δούλος του την ώρα εκείνη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἡνωμένοι δι’ ἐνθέου ἀγάπης, σύμψυχοι ὤφθητε ἐν πᾶσι τοῖς τρόποις, ὦ Ἰωάννη ὅσιε, καὶ θεῖε Συμεών, ὁ μὲν βίον ἔνθεον διελθῶν ἐν ἐρήμῳ, ὁ δὲ σοφοῖς σκώμμασι τὸν Βελιὰρ μωράνας, καὶ νῦν τῶν θείων ἄμφω ἀμοιβὴν καταρτυφῶντες, ἡμᾶς ἐποπτεύετε.


