
ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Της Σταυροπροσκυνήσεως)
Τήν Κυριακή αὐτή πού βρίσκεται στό μέσο τῆς Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλλει τήν προσκύνηση τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Ἐπειδή ἡ σωματική ἀδυναμία ἀπό τόν ἀγώνα τῆς νηστείας μᾶς περικυκλώνει καί ἡ δυσκολία αὐξάνει, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει σήμερα στό μέσο τοῦ δρόμου τῆς νηστείας σάν βοήθειά μας τόν Πανάγιο Σταυρό, τή χαρά τοῦ κόσμου, τῶν πιστῶν τή δύναμη, τῶν ἁμαρτωλῶν τήν ἐλπίδα.
Προσκυνώντας λοιπόν τόν Τίμιο Σταυρό λαμβάνουμε χάρη καί δύναμη γιά νά τελειώσουμε τόν ἀγώνα τῆς νηστείας ψάλλοντας: «Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν ἁγίαν σοῦ Ἀνάστασιν δοξάζομεν».
Ὅποιος δέν αἰσθάνεται καί δέ ζητᾶ αὐτή τή δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γίνεται δυστυχῶς θύμα τῶν «ἐπιτηδείων». Ἀντιθέτως, ὅποιος τήν αἰσθάνεται, φέρει τόν Τίμιο Σταυρό στό στῆθος του, κάνει σωστά τό σταυρό του καί δέν πέφτει στόν πειρασμό νά καταφύγει στά μέντιουμ, στούς μάγους, ἤ σ’ ὅποιον ἐπαγγέλλεται «σωτηρία καί λύτρωση», μέ τρόπο διάφορο ἀπό αὐτόν πού ὑποδεικνύει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του.
Στόν καθορισμό τῆς ἑορτῆς πιθανόν νά συνετέλεσε καί ἡ κατά τήν 6η Μαρτίου σημειουμένη στά Μηναῖα ἀνάμνηση τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σημειώνεται ὅτι κατά τό τυπικό τοῦ Ἁγίου Σάββα, προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ γίνεται ὄχι μόνο τήν Κυριακή, ἀλλά καί τή Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή τῆς ἑβδομάδας πού ἀκολουθεῖ.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΟΙΣ ΑΓΙΩΝ
Ὁ Χρύσανθος ἦταν γιὸς ἐπιφανοῦς ἄρχοντος τῆς Ἀλεξανδρείας, τοῦ συγκλητικοῦ Πολέμωνος, ὁ ὁποῖος μετέβη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ρώμη τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Ἀφοῦ περάτωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς του, ὁ Χρύσανθος ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὴν φιλοσοφία. Ἡ ἀνθρώπινη σοφία, ὅμως δὲν τὸν ἱκανοποιοῦσε καὶ ἀνακάλυψε τότε μὲ θαυμασμὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ βιβλίο τῆς ἐνυποστάτου Σοφίας. Ὁδηγημένος ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια, βρῆκε γρήγορα τὸν ὁδηγὸ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέα Καρποφόρου, ὁ ὁποῖος κρυβόταν σὲ σπήλαιο ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ. Ὁ Χρύσανθος κατηχήθηκε ἀπὸ αὐτὸν στὰ μυστήρια τῆς Πίστεως καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Ἐπιστρέφοντας στὴν πόλη ἑπτὰ ἡμέρες ἀργότερα, ἄρχισε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ πρὸς μεγάλη ἀναστάτωση τῶν γονέων του. Ὁ Πολέμων δοκίμασε ἀρχικὰ νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλάξει γνώμη, ὑποσχόμενος ἀπολαύσεις καὶ πλούτη∙ καθὼς οἱ ὑποσχέσεις δὲν ἔφεραν ἀποτελέσματα, τὸν ἔκλεισε σὲ ἕνα σκοτεινὸ κελλί, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ κατορθώσει νὰ κάμψει τὴν ἀποφασιστικότητα τοῦ γιοῦ του διὰ τῆς πείνας.
Βλέποντας ὅμως τὸν γιὸ του νὰ δυναμώνει μὲ τὴν νηστεία καὶ τὸν ἐγκλεισμό, κατὰ συμβουλὴ ἑνὸς φίλου, τὸν ἐγκατέστησε σὲ ἕνα δωμάτιο μὲ ὑπέροχη διακόσμηση καὶ ἔστειλε ὡραῖες νέες νὰ τὸν βάλουν σὲ πειρασμὸ μὲ φιλιὰ καὶ θωπεῖες. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Χρύσανθος ἔμενε ἀναίσθητος στὰ θέλγητρά τους, ἐπικαλούμενος τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνθυμούμενος τὸ παράδειγμα τῆς ἁγνείας του πατριάρχου Ἰωσὴφ (βλ. Γεν.39). Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ τὸν πλησίαζαν οἱ ἄσεμνες κοπέλες, ἔπεφταν σὲ λήθαργο. Συνέστησαν τότε στὸν Πολέμωνα μιὰ νεαρὴ καὶ ὄμορφη κόρη ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἱκανὴ περὶ τὴν φιλοσοφία, ὀνόματι Δαρεία. Τὴν παρουσίασαν στὸν Χρύσανθο στολισμένη ὑπέροχα καὶ ἐκείνη ἐπιχείρησε νὰ τὸν παρασύρει στὰ δίχτυα τῶν θελκτικῶν λόγων της. Ὁ Χρύσανθος τῆς ἀπάντησε παρουσιάζοντάς της τὴν προοπτικὴ τοῦ θανάτου καὶ τῆς τελικῆς Κρίσης. Ἔπειτα, καθὼς δοκίμαζε νὰ τοῦ θυμίσει τὴν τιμὴ ποὺ ὀφείλεται στοὺς θεούς, ὁ ἀληθινὸς φιλόσοφος ἀντέκρουσε τὰ ἐπιχειρήματά της χωρὶς δυσκολία δείχνοντάς της ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ παράλογο ἀπὸ τὴν λατρεία τῶν φυσικῶν στοιχείων, τῆς γῆς, τῶν ὑδάτων, τοῦ πυρός, ἰδίως ὅταν τοὺς ἀποδίδεται ἀνθρώπινη μορφή. Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ἡ Δαρεία ἀσπάθηκε καὶ ἐκείνη τὴν ἀληθινὴ σοφία καὶ ἀποφάσισαν νὰ προσποιηθοῦν γάμο, ὥστε νὰ ζήσουν ἐν παρθενία μέχρι τὴν τελευτή τους, ἑτοιμαζόμενοι γιὰ ἁγνοὺς γάμους στὸν Οὐρανό. Ὕστερα ἄρχισαν νὰ κηρύττουν ἔνθερμα τὴν πίστη στοὺς νέους καὶ τὶς νέες τῆς Ρώμης, πείθοντας ὁρισμένους νὰ φυλάξουν τὴν παρθενία τους γιὰ τὸν Θεό.
Οἱ εἰδωλολάτρες θορυβήθηκαν καὶ τοὺς κατήγγειλαν στὸν ἔπαρχο Κελλερίνο, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν σύλληψή τους καὶ παρέδωσε τὸν Χρύσανθο στὸν τριβοῦνο Κλαύδιο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸν βωμὸ τοῦ Διός, ὁ ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει ὁπότε τὸν ἔδεσαν μὲ βούνευρα βρεγμένα σὲ νερό, ποὺ στεγνώνοντας εἰσέδυαν αργά-αργά βαθιὰ στὶς σάρκες ἕως τὸ κόκκαλο. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν διαφύλαξε σῶο θαυματουργικὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα μαρτύρια ποὺ ἐπινόησαν οἱ τύραννοι. Τὸν ἔριξαν σὲ σκοτεινὴ φυλακὴ ποὺ ἀμέσως καταυγάσθηκε ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν χτύπησαν μὲ ραβδιὰ ποὺ φάνηκαν στὸν ἅγιο σὰν φτερὰ ποὺ τὸν χάιδευαν. Ὁ Κλαύδιος τότε ἀναγνώρισε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, μαζὶ μὲ ὅλη του τὴν οἰκογένεια, τὴν γυναίκα τοῦ Ἱλαρία, τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰάσονα καὶ Μαῦρο καθὼς καὶ τοὺς στρατιῶτες ποὺ ἦσαν ὑπὸ τὶς διαταγὲς του, καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν ἅγιο νὰ τοὺς κατηχήσει. Ἑτοιμάσθηκαν νὰ βαπτισθοῦν διακηρύττοντας ὅτι ἦσαν πρόθυμοι νὰ ὑποστοῦν κάθε μαρτύριο γιὰ τὸ Ὄνομά Του.
Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ Νουμεριανός, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ ρίξουν τὸν Κλαύδιο στὴν θάλασσα μὲ μιὰ πέτρα δεμένη στὸν λαιμὸ καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τοὺς γιοὺς του καὶ τοὺς στρατιῶτες. Χριστιανοὶ ἐναπέθεσαν τὰ σώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων σὲ ἕνα ὑπόγειο κοντὰ στὴν ὁδὸ Σαλαρίας, ὅπου ἡ Ἱλαρία ἐγκαταστάθηκε γιὰ νὰ ἀνάβει τὸ καντήλι καὶ νὰ προσεύχεται στοὺς τάφους τους. Ὅταν πῆγαν στρατιῶτες νὰ τὴν συλλάβουν, τοὺς ζήτησε νὰ τὴν ἀφήσουν μιὰ τελευταία φορὰ νὰ προσευχηθεῖ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων μαρτύρων ὅπου καὶ παρέδωσε τὴν ψυχὴ της στὸν Κύριο. Οἱ ὑπηρέτριες της τὴν ἐνταφίασαν ἐκεῖ καὶ οἰκοδόμησαν ἀργότερα ἕνα ναΰδριο.
Φοβούμενος ὅτι οἱ μεταστροφὲς θὰ πολλαπλασιάζονταν, ὁ αὐτοκράτορας ἔκλεισε τὸν Χρύσανθο στὴν φρικτή, δυσώδη καὶ γεμάτη ἀκαθαρσίες φυλακὴ τῆς Μαμερτίνης καὶ ἔστειλε τὴν Δαρεία σὲ πορνοστάσιο. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπισκέφτηκε ἀκόμα μιὰ φορὰ τοὺς ἁγίους του, περιέβαλε τὸν Χρύσανθο μὲ ἄρρητο φῶς καὶ εὐωδία, ἐνῶ στὴ Δαρεία ἔστειλε ἕνα λιοντάρι νὰ τὴ διαφυλάξει ἀπὸ ἀναίσχυντες ἐπιθέσεις. Ἡ ἁγία ἐμπόδισε τὸ λιοντάρι νὰ κατασπαράξει τὸν πρῶτο ἀσεβὴ ποὺ ἔφτασε, τὸν ὁποῖο μὲ γλυκύτητα κατάφερε νὰ ἀσπασθεῖ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κάνοντας ἔκκληση στὴ λογικὴ του, ἐνῶ τὸ λιοντάρι φύλαγε στὴν πόρτα. Κάποιους ἄλλους τοὺς ἔφερε τὸ λιοντάρι καὶ μετανόησαν καὶ ἐκείνη ἀκούγοντας τους λόγους της. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, καθὼς ὁ Κελλερίνος ἔβαλε φωτιὰ στὴν εἴσοδο, ἡ Δαρεία ἐξαπέστειλε τὸ λιοντάρι στὸ δάσος καὶ ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὸν ἔσχατο ἀγώνα.
Ὁ Χρύσανθος καὶ ἡ Δαρεία ὑποβλήθηκαν σὲ νέα μαρτύρια, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Τοὺς ἔριξαν τελικὰ σὲ λάκκο ποὺ σκέπασαν μὲ πέτρες καὶ χώματα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐτελειώθησαν μαρτυρικώς καὶ κέρδισαν τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, καθὼς οἱ χριστιανοὶ συναθροίστηκαν ἐπὶ τόπου νὰ ἑορτάσουν τὴν μνήμη τῆς ἐν οὐρανοῖς γέννησής τους, ὁ Νουμεριανός διέταξε νὰ φράξουν τὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου μέσα στὸ ὁποῖο εἶχαν συναχθεῖ γιὰ τὴν θεία Λειτουργία ποὺ τελοῦσαν ὁ ἱερέας Διόδωρος καὶ ὁ διάκονος Μαριανός. Ὅλοι τοὺς κοινώνησαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων τὴν ὥρα ποὺ οἱ στρατιῶτες ἔριχναν σωροὺς χωμάτων μέσα στὴν σπηλιά. Ἔτσι ὅλοι πῆγαν νὰ ἀνταμώσουν στὴν αἰώνια χαρὰ τὸν Χρύσανθο, τὴν Δαρεία καὶ τοὺς συναθλητὲς τους.
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Δημήτριος ἦταν ἀναγκασμένος λόγω τοῦ ἐπαγγέλματός του -ἦταν τορναδόρος- νὰ συναναστρέφεται συχνὰ μὲ Τούρκους, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν κάποτε νὰ τὸν κάνουν νὰ ἐξωμώσει. Καθὼς ἀρνήθηκε, τὸν ἔσυραν μὲ τὴν βία στὸν δικαστή, κατηγορώντας τὸν ὅτι εἶχε καθυβρίσει τὸ Ἰσλάμ. Κατὰ διαταγὴ τοῦ δικαστὴ τὸν βασάνισαν σκληρά, χωρὶς νὰ καταφέρουν νὰ πτοήσουν τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστό, καὶ κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 19 Μαρτίου 1564.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 7ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΜΑΡΤΙΟΥ
Μαρκ.η’ 34 – θ’1
ΚΕΙΜΕΝΟ
34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.
1 ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
34Ύστερα, αφού κάλεσε κοντά του τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του, τους είπε: “Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. 35Γιατί, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη δική μου και του Eυαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. 36ʼλλωστε, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, αλλά χάσει τη ζωή του; 37Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του; 38Όποιος, λοιπόν, ντραπεί για μένα και για τη διδαχή μου στη γενιά τούτη τη μοιχαλίδα κι αμαρτωλή, και ο Γιος του Aνθρώπου θα ντραπεί γι’ αυτόν όταν έρθει περιβλημένος με τη δόξα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους”.
1Tους έλεγε ακόμα: “Πραγματικά, σας λέω, υπάρχουν μερικοί απ΄ αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη”.

‘Απολυτίκιον
Ἦχος ἀ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tὴν σύμπνουν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν, Χρύσανθον ἁγνείας τὸ ἄνθος καὶ Δαρείαν τὴν πάνσεμνον, τῇ πίστει ἑνωθέντες γὰρ σεπτῶς, ἐδείχθησαν τοῦ Λόγου κοινωνοί, ἐναθλήσαντες νομίμως ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ σῴζουσι τοὺς ψάλλοντας· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ἡμῶν πᾶσιν ἰάματα.


