Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ 9 Οκτ. 2022 (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
09/10/2022
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ
ΑΓ.ΙΑΚΩΒΟΣ 9-10

ΚΥΡΙΑΚΗ  Γ’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Το άγγιγμα του Θεού»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Γ’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, ΥΙΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ υἱὸς Ἀλφαίου, ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, τοῦ τελώνου. Ὑπῆρξε ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων καὶ κήρυξε καὶ ἐκεῖνος τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς εἰδωλολάτρες. Φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο, δίχως νὰ φοβᾶται ἀντίποινα, κατακρήμνιζε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων. Πλήρης χάριτος, ἐδίωκε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους καὶ ἐπιτελοῦσε πολλὰ ἄλλα θαύματα. Τὸ κήρυγμά του ἔκανε τέτοια ἐντύπωση σὲ ὅσους εἰδωλολάτρες πιστεῦσαν στὸν Χριστὸ ἀκούγοντας τόν, ὥστε τὸν ὀνόμασαν «Σπέρμα θεῖον». Ἀφοῦ κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν περιοχὴ τῆς Γάζης καὶ κατόπιν τῆς Ἐλευθερουπόλεως, ὁ ἅγιος Ἰάκωβος διέτρεξε τὸν κόσμο θέλοντας νὰ μοιρασθεῖ μὲ ὅλους τὸν έρωτά του γιὰ τὸν Χριστό. Τὸν συνέλαβαν τελικὰ οἱ Ἑβραῖοι στὴν αἰγυπτιακὴ πόλη Ὀστρακίνα, καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκολουθήσει μέχρι θανάτου τὸ παράδειγμα τοῦ Σωτῆρος, καρφώνοντάς τὸν ἐπὶ σταυροῦ, ὅπου παρέδωσε ἀμέσως τὴν ψυχὴ του στὸν Κύριο.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Ὁ ὅσιος Ἀνδρόνικος ἔζησε περὶ τὸ 540 στὴν Ἀντιόχεια, καὶ ἦταν ἀργυροπράτης, δηλαδὴ τραπεζίτης. Ζοῦσε μέσα στὶς ὑλικὲς ἀνέσεις ἀλλὰ ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ τὴν εὐλάβεια καὶ τὶς ἀρετὲς του μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του Ἀθανασία. Λίγο μετὰ τὸν γάμο τούς, ἀποφάσισαν νὰ μοιράσουν τὴν περιουσία τοὺς σὲ τρία μέρη. Τὸ ἕνα μέρος τὸ μοίρασαν ἀφθονοπάροχα ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχούς, τὸ δεύτερο τὸ δάνειζαν δίχως τόκο σὲ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη, καὶ τὸ τρίτο τὸ κράτησαν γιὰ τοὺς ἴδιους. Ἀπέκτησαν δύο παιδιά, ἀγόρι καὶ κορίτσι, τὰ ὁποία δίδαξαν νὰ εἶναι εὐλαβὴ καὶ φιλόπτωχα. Ὅταν ὅμως τὰ παιδιὰ ἔγινα δώδεκα χρονῶν, πέθαναν ξαφνικὰ καὶ τὰ δύο.
Ὁ Ἀνδρόνικος δὲν ἔδειξε νὰ καταβάλλεται ἢ νὰ ἀπελπίζεται. Ἀνέκραξε τοὺς λόγους ἐκείνους τοῦ Ἰὼβ: Αὐτὸς γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρὸς μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι ἐκεῖ∙ ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο∙ εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον (Ἰὼβ 1,21). Ἡ Ἀθανασία ὅμως ἦταν ἀπαρηγόρητη, κι ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ κηδεία, δὲν ἤθελε νὰ βγει ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ. Κλαίγοντας ἔλεγε: «Ἐδῶ θέλω συναποθάνει καὶ ἐγὼ καὶ ἐδῶ θέλω ἐνταφιασθεῖ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν τέκνων μου!» Ὅταν ἦλθε ἡ νύκτα καὶ ἔμεινε μόνη στὸν ναό, τῆς παρουσιάσθηκε ὁ ἅγιος μάρτυς μὲ τὴ μορφὴ μοναχοῦ. Μετέβαλε τὰ δάκρυα τῆς ἀπελπισίας σὲ δάκρυα χαράς, λέγοντας στὴν Ἀθανασία ὅτι ὁ Θεὸς ἅρπαξε τὰ παιδιὰ της ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο γιὰ νὰ τὰ δεχθεῖ πιὸ γρήγορα στὶς μονὲς τῶν ἁγίων.
Τὸ συμβὰν αὐτό, τοὺς ἔκανε ν’ ἀποφασίσουν νὰ ἐγκαταλείψουν κι ἐκεῖνοι τὸν κόσμο πρὶν τὸν θάνατό τους καὶ νὰ γίνουν μοναχοί. Μοίρασαν τὰ ὑπόλοιπα ὑπάρχοντα τους καὶ ξεκίνησαν καὶ οἱ δύο πεζὴ γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἔχοντας ἀφήσει πίσω τους ἀγαθά, πατρίδα, φίλους καὶ γνωστούς, προχωροῦσαν καί, μὲ τὰ μάτια στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, προσεύχονταν λέγοντας: «Κύριε Θεὲ μου, σὺ ὁ εἰπὼν εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν Σάραν: Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σόι δείξω (Γέν, 12, 1), Σύ, καὶ τώρα ὁδήγησον ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον σου, καὶ μὴ κλείσεις εἰς ἡμᾶς τὴν θύραν τῆς Βασιλείας σου». Προσκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ συνάντησαν πολλοὺς ἀσκητὲς καὶ ὁσίους πατέρες. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τοὺς ἄφησε νὰ σταθοῦν ἐκεῖ καὶ τοὺς κατηύθυνε στὴν Αἴγυπτο, στὸν φημισμένο ἀββὰ Δανιὴλ [7 Ιουν.]. Ὁ ἀββὰς ἔστειλε τὴν Ἀθανασία στὴν γυναικεία μονὴ τῶν Τιβεννησιωτών, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ ἅγιος Παχώμιος καὶ κράτησε τὸν Ἀνδρόνικο κοντὰ του ὡς ὑποτακτικό.
Δώδεκα χρόνια ἀργότερα, ὁ Ἀνδρόνικος εἶχε προκόψει πνευματικὰ στὴν ὑπακοὴ καὶ στὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές∙ τοῦ ἔδωσε λοιπὸν ὁ πνευματικὸς του πατέρας τὴν εὐλογία νὰ πάει ξανὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Στὸν δρόμο, ἐκεῖ ποὺ σταμάτησε νὰ ξεκουραστεῖ κάτω ἀπὸ ἕνα δένδρο, συνάντησε τὴν γυναίκα του τὴν Ἀθανασία, δὲν τὴν ἀναγνώρισε ὅμως γιατὶ φοροῦσε ροῦχα ἀνδρικὰ καὶ ὀνομαζόταν Ἀθανάσιος. Ἐπιπλέον, δώδεκα χρόνια ἀσκητικῶν ἀγώνων εἶχαν κάνει τὸ πρόσωπό της ἀγνώριστο καὶ ὅμοιο μὲ πρόσωπο Αἰθίοπα. Ἀντάλλαξαν μερικὲς λέξεις καὶ ἀποφάσισαν νὰ συνεχίσουν μαζὶ τὴν πεζοπορία μέχρι τὰ Ἱεροσόλυμα, μὲ τὸν ὅρο ποὺ ἔθεσε ἡ Ἀθανασία νὰ περπατοῦν σιωπηλά. Ἔφθασαν ἔτσι στὸν προορισμὸ τους, προσκύνησαν τοὺς Ἁγίους Τόπους κι ἐπέστρεψαν καὶ οἱ δυό στὴν Αἴγυπτο. Φθάνοντας στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀθανασία ἔσπασε τὴ σιωπὴ της καὶ πρότεινε στὸν Ἀνδρόνικο νὰ μοιρασθοῦν ἕνα κελλὶ καὶ νὰ ζήσουν μαζὶ τὸν ὑπόλοιπο βίο τους σιωπῶντες καὶ προσευχόμενοι ἀδιαλείπτως. Ὁ Ἀνδρόνικος πῆγε καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε πὼς πέρασε ὅλο τὸν καιρὸ τοῦ προσκυνήματος ἐν πλήρη σιωπή, μὲ σύντροφο τὴν Ἀθανασία. Ὁ ἀββὰς Δανιὴλ τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια καὶ τὴν εὐχὴ του καὶ τοῦ εἶπε: «Ὕπαγε, μεῖνε μὲ τὸν ἀδελφό, διότι ἔχει προκόψει πολὺ στὴν ἀρετὴ καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ὁ μοναχός». Ὁ Ἀνδρόνικος ξαναπήγε λοιπὸν στὴν Ἀθανασία καὶ ἔζησε μαζὶ της δώδεκα χρόνια χωρὶς διόλου νὰ τοῦ περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ ὅτι ὁ μυστηριώδης σύντροφος του ἦταν ἡ σύζυγός του.
Ὁ ἀββὰς Δανιὴλ τοὺς ἐπισκεπτόταν συχνὰ γιὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει στὸν πνευματικὸ του ἀγώνα καὶ γιὰ νὰ τοὺς συμβουλέψει γιὰ τὴν ψυχικὴ τους ὠφέλεια καὶ γιὰ τὴν διάκριση τῶν λογισμῶν. Τὴν ὥρα ποὺ ἐπέστρεφε στὸ κελλὶ του μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐπίσκεψη, τὸν πρόλαβε στὸν δρόμο τρέχοντας ὁ Ἀνδρόνικος γιατὶ ἡ Ἀθανασία ἔπεσε ξαφνικὰ ἄρρωστη κι ἑτοιμαζόταν νὰ ἐκδημήσει πρὸς τὸν Κύριο. Μόλις κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη, ἀφήνοντας πλάι της ἕνα γράμμα ὅπου ἀπεκάλυπτε τὸ μυστικὸ της. Μαθαίνοντας ὅτι ὁ Ἀθανάσιος δὲν ἦταν ἁπλῶς γυναίκα ἀλλὰ ἐπιπλέον ἡ σύζυγος τοῦ Ἀνδρονίκου, ὁ Δανιὴλ κατενόησε τὸ μέγεθος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων της μακαρίας γυναικός, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσα χρόνια ἔζησε πλάι στὸ σύζυγό της ὡσὰν ξένη. Κάλεσε στὴν κηδεία της ὅλους τοὺς ἀσκητὲς τῆς περιοχῆς, ποὺ ἔφθασαν μετὰ βαΐων καὶ κλάδων, φορώντας ἐνδύματα λευκά, γιὰ νὰ τιμήσουν ὄχι τὸν θάνατο ἀλλὰ τὸν θρίαμβο τῆς ἀθλήτριας τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιμετωπίζοντας ὄχι μόνο τὰ παρὰ φύσιν πάθη, ἀλλὰ καταλύοντας αὐτοὺς τοὺς ἴδιους τοὺς φυσικοὺς δεσμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἀθανασία ἐπέδειξε ὑπομονὴ ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῶν μαρτύρων καὶ ἔφυγε ἔχοντας νικήσει τοὺς τρεῖς ἐχθρούς, τὴν σάρκα, τὸν κόσμο καὶ τὸν κοσμοκράτορα διάβολο. Ὁ Ἀνδρόνικος εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ζήσει μὲ τέτοια σύντροφο καὶ στὴ συνέχεια ἔμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα μόνος στὸ κοινὸ κελλί, ὅπου σύντομα μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια, ἐκοιμήθη καὶ πορεύθηκε πρὸς τὶς οὐράνιες μονὲς γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ἀθανασία.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος δεύτερος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Λουκ. ζ’11-16

ΚΕΙΜΕΝΟ

 11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. 12 ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. 13 καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· 14 καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 15 καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 16 ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

11Υστερα απ’αυτό, ξεκίνησε για μια πόλη που λέγεται Nαΐν. Mαζί του πήγαιναν και αρκετοί από τους μαθητές του και κόσμος πολύς. 12Tότε, την ώρα ακριβώς που πλησίαζαν την πύλη της πόλης, συνάντησαν μια νεκροπομπή. O νεκρός ήταν μοναχογιός της μητέρας του, κι αυτή ήταν χήρα. Mαζί της ήταν επίσης και αρκετός κόσμος από την πόλη. 13Kαι σαν την είδε ο Kύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε:  «Mην κλαις»! 14Πλησίασε κατόπιν και άγγιξε τη σορό, κι εκείνοι που κουβαλούσαν το φέρετρο σταμάτησαν. Tότε είπε:  «Nεαρέ, σε σένα λέω: Σήκω»! 15Kι ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει! Kαι τον παρέδωσε ο Iησούς στη μητέρα του.   16Όλους τότε τους κυρίευσε φόβος και δόξαζαν το Θεό λέγοντας:  «Mεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας!» Kι επίσης:  «O Θεός επισκέφτηκε το λαό του!»

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτω πνοή, ὡς θεῖος ἀπόστολος, ὑποδεχθεῖς τὴ ψυχή, Ἰάκωβε ἔνδοξε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἀστὴρ ἑωσφόρος, ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν πολύθεον νύκτα. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

0