Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α’ ΛΟΥΚΑ 24 Σεπτεμβρίου 2023 – ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
24/09/2023
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ
24-9-2024 ΑΓ.ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ A’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Γιατί απορούμε;»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Α’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

Αὐτὸ τὸ νεοφανές ἄστρο τοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὅσιος Σιλουανός  -κατὰ κόσμο Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ- γεννήθηκε τὸ 1866 σὲ οἰκογένεια χωρικῶν τῆς περιφέρειας Ταμπώφ τῆς Ρωσίας. Ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἀναρωτιόταν: «Ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός; Ὅταν μεγαλώσω, θὰ γυρίσω ὅλη τὴν γῆ ἀναζητώντας τον!»

Ὅταν μεγάλωσε, οἱ βίοι τῶν ἁγίων καὶ τὰ θαύματά τους πυρπόλησαν τὴν νεανικὴ του καρδιὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ὁ νοῦς του προσκολλήθηκε στὴ ἀδιάλειπτη μνήμη καὶ προσευχόταν πολὺ μὲ δάκρυα. Ἡ χαρισματικὴ αὐτὴ κατάσταση, ποὺ διήρκεσε τρεῖς μῆνες, διήγειρε μέσα του τὸν πόθο γιὰ τὴν μοναχικὴ ζωή. Νέος ὅμως, εὔθυμος ἐκ χαρακτῆρος καὶ προικισμένος μὲ ἐξαιρετικὴ φυσικὴ δύναμη, ἐπανῆλθε στὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ συμμετεῖχε σὲ ὅλες τὶς διασκεδάσεις τοῦ χωριοῦ. Κάποια ἡμέρα σὲ μία συμπλοκὴ παρὰ λίγο θὰ σκότωνε ἕνα συγχωριανὸ του. Λίγο καιρὸ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἀποκοιμήθηκε ἐλαφρὰ καὶ εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα φίδι νὰ σύρεται μέσα του ἀπὸ τὸ στόμα. Μαζὶ μὲ τὴν ἀηδία ποὺ ἔνιωσε ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Θεοτόκου νὰ τοῦ λέει μὲ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στὸ ὄνειρο σου φίδι καὶ δὲν σοῦ ἄρεσε∙ τὸ ἴδιο δὲν ἀρέσει καὶ σὲ μένα νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου».

Ὕστερα ἀπὸ τὴν κλήση αὐτὴ ἡ ζωὴ του ἄλλαξε ριζικά. Αἰσθάνθηκε βαθειά ἀποστροφὴ πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ κυριευμένος ἀπὸ θερμὴ μετάνοια δὲν σκεπτόταν τίποτα ἄλλο παρὰ μόνον τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὴν μέλλουσα κρίση. Τὸ 1892, ἀμέσως μόλις τελείωσε τὴν στρατιωτικὴ του θητεία, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κοστάνδης νὰ εὔχεται γι’ αὐτὸν «νὰ μὴν τὸν κρατήσει ὁ κόσμος» καὶ ἀνεχώρησε γιὰ τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας. Εἰσῆλθε ὡς δόκιμος στὴν ρωσικὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, ποὺ τότε βρισκόταν στὸ ὕψιστο σημεῖο τῆς ἀκμῆς της καὶ ἀριθμοῦσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.

Μετὰ τὴν γενικὴ ἐξομολόγηση ποὺ ἔκανε στὴν ἀρχὴ τῆς νέας του ζωῆς, ὁ πνευματικὸς τοῦ εἶπε ὅτι συγχωρήθηκαν ὅλες του οἱ ἁμαρτίες καὶ ὁ νεαρὸς δόκιμος παραδόθηκε στὴ χαρά. Ἔτσι, ἔχασε τὴν βαθειά του μετάνοια καὶ ἄρχισε νὰ πολεμεῖται ἀπὸ σαρκικοὺς λογισμούς, ποὺ τὸν ἔδιωχναν στὸν κόσμο γιὰ νὰ νυμφευθεῖ. Ὁ πνευματικὸς τὸν συμβούλευσε ποτὲ νὰ μὴν συγκατατίθεται στοὺς λογισμούς, ἀλλὰ νὰ τοὺς διώχνει ἀμέσως μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ μακάριος δοῦλος τοῦ Θεοῦ δὲν δέχθηκε κατὰ τὰ σαράντα πέντε χρόνια τῆς μοναστικῆς του ζωῆς οὔτε ἕναν ἀπρεπὴ λογισμό. Μὲ ἀπόφαση εἶπε στὸν ἑαυτὸ του: «ἐδῶ θὰ πεθάνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου» καὶ ἄρχισε μὲ πύρινη ἀδιάλειπτη προσευχὴ νὰ ζητὰ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλεήσει, τὴν μὲ ἡμέρα στὴν βαρεία καὶ κοπιαστικὴ διακονία τοῦ μύλου, ποὺ ἐκτελοῦσε μὲ ἀκρίβεια καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου του θελήματος, κυρίως ὅμως νύκτα, τὴν ὁποία περνοῦσε ὅλη σχεδὸν μὲ ζέουσα προσευχή, ὄρθιος ἢ καθισμένος σ’ ἕνα σκαμνί. Ὅταν ἀπέκαμε ἀπὸ τὴν ἐξάντληση, δὲν ξάπλωνε, ἀλλὰ κοιμόταν ξαπλωμένος στὸ σκαμνὶ δεκαπέντε ὡς εἴκοσι λεπτὰ καὶ σηκωνόταν πάλι γιὰ προσευχή. Συνολικὰ κοιμόταν δύο ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο καὶ αὐτὲς διακεκομμένες.

Εἶχαν περάσει τρεῖς μόνον ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν ἄφιξή του στὸ μοναστήρι, ὅταν κάποιο βράδυ, καθὼς προσευχόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἰσέδυσε στὴν καρδιὰ του καὶ ἄρχισε νὰ ἐνεργεῖται ἐκεῖ μόνη της ἀπαύστως ἡμέρα καὶ νύκτα. Τὴν σπάνια καὶ μεγάλη αὐτὴ δωρεά, ποὺ μερικὲς φορὲς χαρίζει ὁ Θεὸς στοὺς ἀρχαρίους, ἀκολούθησε σκληρὸς ἀγώνας κατὰ τῶν λογισμῶν ποὺ τοῦ ὑπέβαλλαν οἱ δαίμονες. Ἄλλοτε τοῦ ἔλεγαν ὅτι εἶναι ἅγιος, ἄλλοτε πάλι τὸν ἔριχναν σὲ ἀπόγνωση πὼς δὲν θὰ σωθεῖ. Μία νύκτα, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς τὸ κελλί του γέμισε ἔξαφνα ἀπὸ ἀσυνήθιστο φῶς, ποὺ διεπέρασε ὅλο του τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ του ταράχθηκε. Ἡ προσευχή, ἂν καὶ συνέχισε νὰ ἐνεργεῖται μέσα του, εἶχε χάσει τὴν συντριβή, καὶ ὁ δόκιμος Συμεών κατάλαβε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σατανικῆς πλάνης.

Ἕξι μῆνες πάλευε μὲ αὐτὲς τὶς σατανικὲς ἐπιθέσεις, προσευχόμενος μὲ ὅλη τὴν δυνατὴ ἔνταση ὁπουδήποτε κι ἂν βρισκόταν, εἴτε στὸν ναὸ εἴτε στὸ διακόνημα τοῦ μύλου εἴτε στὸ κελλί, ὥσπου ἔφθασε σὲ ἐσχάτη ἀπόγνωση. Καθισμένος μία ἡμέρα στὸ κελλί του πρὶν τὸν ἑσπερινό, σκέφθηκε: «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀδυσώπητος». Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔνοιωσε τελεία ἐγκατάλειψη καὶ ἡ ψυχὴ του γιὰ μία ὥρα περίπου βυθίστηκε στὸ σκοτάδι ἀπερίγραπτης ἀγωνίας. Τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ, ἐνῶ προσευχόταν μὲ τὴν εὐχὴ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ τὸν ἁμαρτωλό», ἔχοντας τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ τέμπλου τοῦ παρεκκλησίου τοῦ μύλου, ξαφνικὰ τὸν περιέλαμψε ὑπερφυσικὸ φῶς -ἱλαρὸν καὶ γλυκύτατο αὐτὴν τὴν φορὰ- καὶ εἶδε τὸν Χριστὸ ζωντανὸ νὰ τὸν ἀτενίζει μὲ ἀνεκλάλητη πραότητα. Ἡ θεία ἀγάπη διεπέρασε ὅλη του τὴν ὕπαρξη καὶ ἅρπαξε τὸ πνεῦμα του στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, ἔξω ἀπὸ τὰ σχήματα τοῦ κόσμου. Στὰ ἑπόμενα σαράντα πέντε χρόνια τοῦ μοναχικοῦ του βίου ἀκατάπαυστα μαρτυροῦσε ὅτι διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐγνώρισε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμφανίστηκε καὶ τοῦ ἀπεκάλυψε τὴν χάρη του στὴν πληρότητά της. Τὸ ὅραμα ἀλλοίωσε τόσο τὴν ψυχὴ του ἀπὸ ἄμετρη ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο, ὥστε ἀκόρεστα πια τὸ πνεῦμα του, νύκτα καὶ ἡμέρα στραμμένο πρὸς τὸν Ἠγαπημένο, ἔκραζε: «Διψᾶ ἡ ψυχὴ μου τὸν Κύριο καὶ μὲ δάκρυα τὸν ζητῶ. Πῶς νὰ μὴν σὲ ζητῶ; Σὺ πρῶτος μὲ ζήτησες καὶ μοῦ ἔδωσες νὰ γευτῶ τὴν γλυκύτητα τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, καὶ ἡ ψυχὴ μου σὲ ἀγάπησε ὁλοκληρωτικά».

Μόλις πέρασε ὁ πρῶτος καιρὸς μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου, οἱ δαίμονες ὅρμησαν πάλι ἐναντίον του μὲ λογισμοὺς τώρα ὑπερηφάνειας. Ὁ Συμεών συγκέντρωσε ὅλες του τὶς δυνάμεις στὸν ἀγώνα γιὰ καθαρὴ προσευχή. Κατὰ καιροὺς παρηγορεῖτο ἀπὸ ὀλιγόχρονες ἐπισκέψεις τῆς χάριτος, ἀλλὰ ὅταν αὐτὴ τὸν ἐγκατέλειπε καὶ ἐμφανίζονταν οἱ δαίμονες, ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς του ἦταν ἀπερίγραπτη. Προκειμένου νὰ κρατήσει ἀναφαίρετη τὴ χάρη μέσα του, ἄρχισε ἕνα μακροχρόνιο καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπίπονον ἀγώνα, ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦσε τὶς συνηθισμένες ἀνθρώπινες δυνάμεις.

Τὸ 1896 ἐκάρη μικρόσχημος μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Σιλουανός. Ἐξωτερικὰ συνέχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὴν γενικὴ τάξη τῆς μονῆς, ἀλλὰ ἡ ἔνταση τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ βίου τὸν ἐδίδασκε σταδιακὰ τὴν τελειώτερη πράξη.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικῶν ἀγώνων ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος∙ καὶ μιὰ νύκτα, ὅταν σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ του γιὰ νὰ κάνει μετάνοιες, ἕνας δαίμονας ἐμφανίσθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ περιμένοντας νὰ δεχθεῖ αὐτὸς τὴν προσκύνηση. Ὁ Σιλουανός μὲ ὀδύνη καρδίας ἐζήτησε τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ ἄκουσε στὴν ψυχὴ του τὴν ἀπάντηση: «Οἱ ὑπερήφανοι πάντα ἔτσι ὑποφέρουν ἀπὸ τοὺς δαίμονες». «Κύριε», εἶπε ὁ Σιλουανός, «δίδαξε μὲ τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχὴ μου;» Καὶ πῆρε τὴν ἀπάντηση: «Κράτα τὸ νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴ ἀπελπίζου».

Μὲ τὸν λόγο αὐτὸ -παρακαταθήκη στὴν γενεὰ μας- ὁ Θεὸς τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι κάθε ἀσκητικὸς ἀγώνας πρέπει νὰ ἀποβλέπει στὴν ἀπόκτηση τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸν λόγον του∙ «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμι καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία» (Ματθ.11,29) καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ βασιλικὴ καὶ ἀσφαλὴς ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καθαρὴ προσευχὴ καὶ στὴν ἀπάθεια. Ἔλεγε πώς, μόλις ὁ νοῦς του ἔφευγε ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως, οἱ λογισμοὶ ἀποκτοῦσαν καὶ πάλι δύναμη.

 Στὸ ἑξῆς, τηρώντας ὡς κανόνα ἀπλανὴ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, πορευόταν σταθερὰ στὴν ὁδὸ τῆς δεσποτικῆς ταπεινώσεως. Ἡ χάρις ἐνοίκησε νομίμως μέσα του∙ ἀλλὰ ὅταν αὐτὴ ἐλαττωνόταν ἐξαιτίας τοῦ εὐμετάβλητου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως – ἀπὸ  τὸ ὁποῖο ἔπασχε ἀκόμη ὁ Σιλουανός- ἔχυνε ὀδυνηρὰ δάκρυα. Πέρασαν ἄλλα δεκαπέντε χρόνια ἐντατικοῦ ἀγῶνος, μέχρι ὅτου ἀποκτήσει πλήρη κυριαρχία ἐπάνω σὲ κάθε κίνηση τῆς καρδιᾶς του  καὶ εἰσέλθει κατὰ τὴν τελευταία δεκαπενταετία τοῦ ἐπιγείου βίου του στὴν μακαρία κατάσταση τῆς ἀπάθειας.

Τὸ 1911 ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Ἐκείνη περίπου τὴν ἐποχή, ποθώντας ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ του νὰ εἶναι ἀπερίσπαστη, ζήτησε ἀπὸ τὸν ἠγούμενο τὴν εὐλογία νὰ ἀφήσει τὸ διακόνημα τοῦ οἰκονόμου ποὺ εἶχε καὶ νὰ πάει στὸ παλαιὸ Ρωσικὸ -ἐξάρτημα τῆς μονῆς ποὺ βρίσκεται ὑψηλότερα στὸ βουνὸ- ὅπου χάρη στὴν ἐρημικὴ ἡσυχία τοῦ τόπου ζοῦσαν αὐστηροὶ ἀσκητές. Ἐκεῖ ἔπαθε ψύξη στὸ κεφάλι καὶ ὡς στὸν θάνατό του ὑπέφερε ἀπὸ μαρτυρικοὺς πονοκεφάλους, τοὺς ὁποίους θεώρησε ὡς παιδαγωγικὴ τιμωρία, ἐπειδὴ εἶχε κάνει τὸ θέλημα του.

Ἐνάμισυ χρόνο ἀργότερα τὸ μοναστήρι ἀνεκάλεσε στὸ διακόνημα τοῦ οἰκονόμου, στὸ ὁποῖο παρέμεινε ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἐπιστρέφοντας στὴν ὑπακοὴ του, μονολότι ἀνέλαβε ὑπὸ τὴν εὐθύνη του διακόσιους περίπου ἐργάτες, ἡ προσευχὴ του ἔγινε θερμότερη παρὰ στὸ παλαιὸ Ρωσικό. Κάθε πρωὶ περιερχόταν τὰ ἐργαστήρια, γιὰ νὰ κατανείμει τὶς ἐργασίες τῆς ἡμέρας καὶ ἐπέστρεφε πάλι στὸ κελλί του νὰ προσευχηθεῖ μὲ δάκρυα γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς οἰκογένειες τους, «γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ». Ἔχοντας λάβει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ χάρισμα νὰ βιώνει ἐνεργῶς τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν κόσμο, μὲ πύρινα δάκρυα προσευχόταν ἀδιαλείπτως γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ ὅλο Ἀδάμ, ἰδιαιτέρως δὲ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Ἔλεγε: «Νὰ προσεύχεσαι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους σημαίνει νὰ χύνεις αἷμα»∙ καὶ δίδασκε ὅτι τὸ κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς.

Αὐτὸς ὁ ταπεινὸς ἁγιορείτης μοναχός, ποὺ ἔζησε ὅλα τὰ χρόνια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἕνα μαρτυρικὸ ἀγώνα στὴν ἀφάνεια, ἄφησε ὡς κληρονομιὰ στὴν Ἐκκλησία -σὰν ἕνας νέος προφήτης- τὴν προσευχὴ ὑπὲρ τοῦ κόσμου∙ αὐτὴ εἶναι ἡ σύνθεση τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἡ συντομότερη ὁδὸς γιὰ τὴν ἐπίτευξη  τῆς τελειότητος. Στηρίζοντας τὸν κόσμο μὲ τὴν προσευχὴ του καὶ δεόμενος στὸν Κύριο νὰ τὸν γνωρίσουν ἐν Πνεύματι Ἀγίω ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς, ἐτελείωσε ἐν εἰρήνη τὸν ἐπίγειο δρόμο τοῦ στὶς 24 (11) Σεπτεμβρίου 1938.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 1ος. Εκδόσεις Ορμύλια.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ε’ 1-11

ΚΕΙΜΕΝΟ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1Kάποτε, λοιπόν, καθώς αυτός στεκόταν δίπλα στη λίμνη της Γεννησαρέτ κι ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του, 2είδε δύο πλοία αραγμένα στην άκρη της λίμνης, ενώ οι ψαράδες είχαν βγει απ’αυτά και ξέπλεναν τα δίχτυα. 3Mπήκε τότε σ’ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά. Kι αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη μέσα από το πλοίο. 4Kι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα:  «Ξανοίξου στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». 5Aποκρίθηκε τότε ο Σίμωνας και του είπε:  «Δάσκαλε, παρόλο που κοπιάσαμε όλη τη νύχτα, χωρίς να πιάσουμε τίποτε, όμως επειδή εσύ το λες, θα ρίξω το δίχτυ μου». 6Kι όταν το έκαναν, έπιασαν πολύ μεγάλο αριθμό ψαριών, τόσο που το δίχτυ τους σκιζόταν. 7Kάλεσαν τότε με νεύματα τους συντρόφους τους, που βρίσκονταν στο άλλο πλοίο, να έρθουν και να τους δώσουν χέρι βοήθειας. Ήρθαν λοιπόν και γέμισαν και τα δύο πλοία σε σημείο που να βουλιάζουν. 8Kαι σαν το είδε αυτό ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Iησού λέγοντας:  «Aπομακρύνσου από μένα, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Kύριε!» 9Διότι είχε κυριεύσει τρόμος αυτόν και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, μπροστά στη θέα της ποσότητας των ψαριών που έπιασαν. 10Tο ίδιο συνέβη και με τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τους γιους του Zεβεδαίου, που ήταν συνέταιροι του Σίμωνα. Tότε ο Iησούς είπε στο Σίμωνα:  «Mη φοβάσαι. Aπό τώρα ανθρώπους θα κερδίζεις για τη ζωή». 11Tα άραξαν κατόπιν τα πλοία στη στεριά κι αφού τα παράτησαν όλα, τον ακολούθησαν.

Απολυτίκιον

«Κήρυξ δέδοσαι, τῇ οἰκουμένῃ,σύ γλυκύτατος, ἐν θεολόγοις, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης τρισόλβιε·τόν Ταπεινόν γάρ καί Πρᾶον ἑώρακας καί τήν Ἐκείνου καρδίαν κατέμαθες. Ὅθεν ἅπαντες, Σιλουανέ ἐλλαμπόμενοι, τοῖς θεογλώσσοις ῥήμασι, δοξάζομεν τό Πνεῦμα τό δοξάσαν σε».

0