Κυριακή Ε΄ Ματθαίου. Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση)
Σημείωση βασική. Τα κείμενα των τροπαρίων της Ι.Ακολουθίας της Κυριακής Ε΄ Ματθαίου , μπορεί κανείς να τα διαβάσει ή να τα κατεβάσει από ΕΔΩ

Οι Άγιοι Επτά Παίδες, τα ονόματα των οποίων είναι: Μαξιμιλιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος (ή Ιωάννης), Κωνσταντίνος και Εξακουστοδιανός, έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).
Όταν ξέσπασαν ανελέητοι διωγμοί κατά των Χριστιανών, οι επτά παίδες μοίρασαν την περιουσία τους στους πτωχούς, εγκατέλειψαν την πόλη και κρύφτηκαν σε μία σπηλιά μέχρι να τελειώσει ο διωγμός. Έτσι δεν θα αναγκάζονταν να αρνηθούν την πίστη τους. Όταν όμως αντιλήφθηκαν ότι οι διώκτες τους πλησίαζαν στο καταφύγιό τους, προσευχήθηκαν στο Θεό κατά την διάρκεια της νύχτας να πεθάνουν για να μην πέσουν στα χέρια των διωκτών τους. Ο Θεός εισάκουσε τη δέηση τους και το πρωί κοιμήθηκαν χωρίς να ξυπνήσουν.
Όταν ο βασιλιάς έφτασε στην Έφεσο και τους ζήτησε να έρθουν να θυσιάσουν στα είδωλα, έμαθε ότι είχαν πεθάνει και καθώς ανακάλυψε την κρυψώνα τους διέταξε να κτίσουν την είσοδο της σπηλιάς.
Μετά από 194 χρόνια (περί το 446 μ.Χ.), επί Θεοδοσίου του Μικρού, έκανε την εμφάνισή της στην Έφεσο κάποια αίρεση που δίδασκε κατά της ανάστασης νεκρών.
Η Εκκλησία ήταν πολύ ταραγμένη, πολλοί είχαν πλανηθεί, ακόμα και επίσκοποι, και ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Παρακαλούσε και με δάκρυα προσευχόταν στο Θεό να του φανερώσει τη λύση του προβλήματος. Και ο Θεός δεν παρέβλεψε τα δάκρυά του και απάντησε στις προσευχές του με τον εξής τρόπο.
Ο ιδιοκτήτης του τόπου που ήταν η σπηλιά των Επτά Παίδων, θέλησε να κάνει κάποιες εργασίες και μετακίνησε τις πέτρες και άνοιξε την είσοδο της σπηλιάς. Τότε με προσταγή του Θεού αναστήθηκαν οι επτά νέοι και θυμήθηκαν ότι τους αναζητούσε ο Δέκιος κι άρχισαν να δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλον, για να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους, αν χρειαζόταν και να μαρτυρήσουν.
Όμως κατεβαίνοντας ο Ιάμβλιχος στην πόλη για να αγοράσει τροφές βλέπει το σημείο του σταυρού στην πύλη της πόλης και απόρησε.
Βλέποντάς το και σε άλλα μέρη, καθώς μπήκε στην πόλη, παρατηρώντας και τα κτίρια αλλαγμένα και τους ανθρώπους διαφορετικούς, νόμισε ότι βλέπει όραμα. Πήγε όμως σ’ ένα φούρναρη, πήρε ψωμιά, έδωσε τα χρήματα και κοιτούσε το συντομότερο να το συντομότερο να επιστρέψει στη σπηλιά. Μόλις όμως οι άνθρωποι στο φούρνο είδαν ταπαλιά νομίσματα, άρχισαν να λένε πως βρήκε θησαυρό.
….Ο Ιάμβλιχος μόλις τ’ άκουσε τρόμαξε κι απ΄ τον φόβο του δε μπορούσε να μιλήσει, νομίζοντας ότι αναγνωρίσθηκε και θα παραδοθεί στον αυτοκράτορα Δέκιο. Οπότε άρχισε να παρακαλεί και να λέει: «Σας παρακαλώ, κύριοι, κρατήστε και τα ψωμιά και τα χρήματα κι αφήστε με να φύγω».
….Όμως οι κάτοικοι τον έδεσαν με αλυσίδες και τον έσυραν στην αγορά μπροστά στον άρχοντα. Βλέποντάς τον εκείνος του λέει: «Νεαρέ, πού βρήκες το θησαυρό; Πόσος είναι και πού;». Ο Ιάμβλιχος απάντησε πως δεν βρήκε τίποτε, πως το νόμισμα το έχει από τους γονείς του και πως δεν ξέρει τι είναι όλα αυτά που του συμβαίνουν.
….Ο άρχοντας της Εφέσου ρώτησε τότε τον Ιάμβλιχο για την πατρίδα του, τους γονείς και τους συγγενείς του. Άκρη όμως δεν μπόρεσαν να βρουν. Όλοι νόμιζαν ότι τους κοροϊδεύει και προσπαθεί να τους εξαπατήσει, αφού το νόμισμα που κρατούσε είχε την εικόνα και την επιγραφή του Δέκιου, που είχε βασιλεύσει πριν διακόσια χρόνια. Μόλις ο Ιάμβλιχος άκουσε ότι ο Δέκιος δεν υπάρχει πια, εξεπλάγη, αλλά ησύχασε κιόλας, αφού δεν κινδύνευε πια ούτε αυτός ούτε οι φίλοι του.
….Στο μεταξύ το γεγονός έφτασε στ’ αυτιά του επισκόπου της Εφέσου, ο οποίος αμέσως κατάλαβε ότι κάτι εξαιρετικό συμβαίνει. Τότε όλοι μαζί και πολλοί άλλοι πήγαν στη σπηλιά, όπου βρήκαν και τους άλλους έξι νέους και ζήτησαν ν’ ακούσουν τις ιστορίες τους. Έστειλαν και αναφορά στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, για να του αναφέρουν όλα όσα συνέβησαν. Εκείνος με πολλή χαρά δέχτηκε την είδηση και αμέσως μπήκε σ’ ένα καράβι, για να πάει στην Έφεσο. Πήγε κατευθείαν στο σπήλαιο και έπλυνε με τα δάκρυά του τα πόδια των Αγίων, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό, που τόσο χειροπιαστά έδειξε την ανάσταση των νεκρών. Και ενώ ο βασιλιάς, οι επίσκοποι και οι άλλοι συνομιλούσαν με τους Αγίους εκείνοι νύσταξαν λιγάκι και έτσι, μπροστά σε όλους, παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Θεό, για να κοιμηθούν τον αιώνιο ύπνο! Ο βασιλιάς θέλησε να τους ντύσει με πολύτιμα άμφια, χρυσά και ασημένια. Όμως εκείνοι παρουσιάστηκαν το βράδυ στον ύπνο του και του είπαν να τους αφήσει έτσι απλά, όπως ήταν εκεί στη σπηλιά τους. Ο βασιλιάς έκανε τότε μεγάλη γιορτή και φίλεψε όλους τους φτωχούς της πόλης κι έδωσε μεγάλη χαρά σ’ όλον τον λαό της Εφέσου.
Ἀπολυτίκιον (Ακούστε ΕΔΩ)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες, πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὕπνον, οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἐπτάριθμοι Μάρτυρες, καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν, τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν ὅθεν ἅπαντες, συμφώνως τούτους τιμήσωμεν, δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

