
Παρακολουθείστε ζωντανά ΕΔΩ :
1.Την Ι.ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ του Μεγαλομάρτυρος Αγἰου Γεωργίου, στον Ι.Ν.Αγ.Γεωργίου κατά τη διάρκεια της οποίας θα εκτίθενται τα ιερά λείψανα του αγίου Λουκά του ιατρού και του αγίου Νεκταρίου και 2 εργόχειρα του οσ. Παϊσίου με Τίμιο Ξύλο.
2. Την Εσπερινή ΟΜΙΛΙΑ “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ” με αφορμή το βιβλίο του Αγίου Παΐσίου του Αγιορείτου “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”, όπου εξάγονται διάφορα συμπεράσματα πνευματικής ζωής, συνύπαρξης, συνεργασίας και γενικά της προσέγγισης του Θεού με σκοπό την σωτηρία, τον αγιασμό, την μίμηση του Ι.Χριστού και τέλος την θέωση του ανθρώπου δια του ενανθρωπίσαντος ΙΣ ΧΡ.

7-5-2020 23η Εσπερινή ΟΜΙΛΙΑ του Α΄ΚΥΚΛΟΥ ΟΜΙΛΙΩΝ “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ”
ΘΕΜΑ: …“Ο εξωτερικός θόρυβος καταστρέφει την εσωτερική ησυχία”

Όσιος Παϊσιος ο Αγιορείτης.
“Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”
Κεφάλαιο 4 – Ἐξωτερικός θόρυβος καὶ ἐσωτερική ἡσυχία
Ἀλλοίωσαν τὴν ἤρεμη φύση. Τὰ περισσότερα μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦν σήμερα οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησή τους κάνουν θόρυβο. Ἄχ, τὴν ἔχουν παλαβώσει μὲ τούς θορύβους τὴν ἤρεμη φύση! Τὴν ἔχουν ἀλλοιώσει καὶ μὲ ὅλα τὰ σύγχρονα μέσα τὴν ἔχουν καταστρέψει. Παλιά τί γαλήνη ὑπῆρχε! Πῶς ὁ ἄνθρωπος ἀλλοιώνεται καὶ ἀλλοιώνει, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνη!
Ὅλοι τώρα ἔχουν μάθει νὰ ζοῦν μὲ τὸν θόρυβο… Δηλαδή περισσότερό τους ἀναπαύει νὰ διαβάζουν μὲ μουσική παρά μὲ ἡσυχία. Ἀναπαύονται στὴν ἀνησυχία, γιατί ὑπάρχει ἀνησυχία μέσα τους. Παντοῦ θόρυβος ὑπάρχει…Μία τρύπα πάει νὰ κάνη ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ βάλη ἕνα καρφί, καὶ βάζει τὸ… «βου»!.. Παλιά, ὅταν ζεσταινόταν κανείς, ἔκανε λίγο ἀέρα μὲ τὸ χέρι του, ἐνῶ τώρα ξεκουφαίνεται, γιὰ νὰ κάνη λίγο ἀέρα!
Ἔγινε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς: «Ἐκεῖ ποὺ κρεμοῦν τώρα τὰ παλληκάρια τὰ καριοφίλια, θὰ ‘ρθῆ καιρός ποὺ θὰ κρεμοῦν οἱ γύφτοι τὰ ὄργανα!». Θέλω νὰ πῶ, ἔτσι καταντήσαμε καὶ ἐμεῖς, ἐκεῖ ποὺ ἀσκήτευαν, ποὺ εἶχαν τὰ κομποσχοίνια οἱ μοναχοί, τώρα ἔχουν ραδιόφωνα, ἀναψυκτικά!… Ἔ, φαίνεται, μετά ἀπὸ λίγα χρόνια δὲν θὰ χρειάζωνται αὐτά. Ὅπως δείχνουν τὰ πράγματα, γενικά, φαίνεται ἡ ζωή πλησιάζει στὸ τέλος. Τελειώνει ἡ ζωή, τελειώνει καὶ αὐτός ὁ κόσμος.
Εἶδα μία ἀδελφή σήμερα τὸ πρωί, ἦταν σάν τούς ἀστροναῦτες! Κατέβαινε ἀπὸ πάνω τὸν κατήφορο μὲ τὴν ψάθα στὸ κεφάλι, τὴν μάσκα στὴν μύτη, τὸ χορτοκοπτικό στὸ χέρι, καὶ καμάρωνε. Οἱ ἀστροναῦτες δὲν καμάρωναν τόσο, ὅταν κατέβαιναν ἀπὸ τὸ φεγγάρι! Ἀκούω σὲ λίγο βοῦ… β… β… Κοιτάζω, ἔκοβε χόρτα μὲ τὸ χορτοκοπτικό! Νὰ μήν μείνη ἕνας χῶρος ποὺ νὰ μήν ἀκούγεται βοῦ… Τελείωσε αὐτή, ἔρχεται μετά καὶ ὁ ἄλλος μὲ τὸ πιὸ «βού», νὰ ὀργώση! Ἔτρεχε ἀπὸ ‘δω, ἔτρεχε ἀπὸ ‘κει. Μετά παίρνει ἄλλο μηχάνημα, νὰ σιάξη τὸ χῶμα. Βρέ, τί πάθαμε!
– Ἐπειδή ὅμως, Γέροντα, ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ μέσα ποὺ διευκολύνουν…
– Ὤ, ξέρετε πόσα μέσα ὑπάρχουν! Ὅσο μπορεῖτε, τὰ βουητά, τούς θορύβους νὰ τὰ ἀποφεύγετε. Τὸ βουητό μᾶς βγάζει ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τί τὴν ἔχετε μετά κάτω στὴν πόρτα τὴν ταμπέλα νὰ γράφη «Ἠσυχαστήριο»; Γράψτε καλύτερα «Βουηστήριο» ἤ «Ἀνησυχαστήριο!». Τί νὰ τὸ κάνω τὸ Μοναστήρι, ἄν δὲν ἔχη ἡσυχία; Κοιτάξτε ἐκεῖ πέρα, ὅσο μπορεῖτε, νὰ τὰ περιορίσετε αὐτά. Ἀκόμη αὐτήν τὴν γλυκειά ἡσυχία δὲν τὴν καταλάβατε. Ἄν τὴν καταλαβαίνατε, θὰ μπορούσατε νὰ μὲ καταλάβετε καλύτερα καὶ νὰ καταλάβετε μερικά πράγματα. Ἄν θὰ γευόσασταν ἀπὸ τούς πνευματικούς καρπούς τῆς ἡσυχίας, θὰ ὑπῆρχε ἀσφαλῶς καὶ ἡ καλή ἀνησυχία καὶ θὰ ἐπιδιώκατε περισσότερο τὴν ἁγία ἡσυχία τῆς πνευματικῆς ζωῆς….
Ἡ ἡσυχία εἶναι μυστική προσευχή. Αὐτὰ ποὺ θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι σήμερα εὐκολίες, στὴν οὐσία δὲν τὸν ὠφελοῦν τὸν σκοπό του. Ἡ ἡσυχία εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Ἀκόμη καὶ νὰ μήν προσεύχεται κανείς, καὶ μόνο μὲ τὴν ἡσυχία προσεύχεται. Εἶναι μυστική προσευχή καὶ πολύ βοηθάει στὴν προσευχή σάν τὴν ἄδηλη ἀναπνοή στὸν ἄνθρωπο. Αὐτός ποὺ κάνει δουλειά πνευματική στὴν ἡσυχία βυθίζεται μετά στὴν εὐχή. Ξέρεις τί θὰ πῆ βυθίζεται; τὸ παιδάκι, ὅταν λουφάζη στὴν ἀγκαλιά τῆς μάνας, δὲν μιλάει. Εἶναι ἕνωση πλέον, ἐπικοινωνία…
Ἡ ἐξωτερική ἡσυχία, μακριά ἀπὸ τὸν κόσμο, μὲ τὴν διακριτική ἄσκηση καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, πολύ γρήγορα φέρνει καὶ τὴν ἐσωτερική ἡσυχία –τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς – ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματική λεπτή ἐργασία. Τότε πιά ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν ἐξωτερική ἀνησυχία, γιατί στὴν οὐσία μόνον τὸ σῶμα βρίσκεται στὴν γῆ, ἐνῶ ὁ νοῦς βρίσκεται στὸν Οὐρανό.
Πάντως, νομίζω, δὲν εἶναι τόσο ὁ ἐξωτερικός θόρυβος ποὺ ἐνοχλεῖ, ὅσο ἡ μέριμνα. Τὴν φασαρία, ἄν θέλη, τὴν ἀκούει κανείς. Ἐνῶ τὴν μέριμνα δύσκολο νὰ τὴν ἀποφύγη. Ὁ νοῦς εἶναι ἡ βάση. Τὰ μάτια μπορεῖ νὰ κοιτάζουν κάτι καὶ νὰ μήν τὸ βλέπουν. Ὅταν προσεύχωμαι, μπορεῖ νὰ κοιτάζω, ἀλλὰ δὲν βλέπω. Περπατάω, καὶ μπορεῖ νὰ κοιτάζω ἕνα τοπίο κ.λπ., ἀλλὰ νὰ μήν τὸ βλέπω. Ὅταν δυσκολεύεται κανεὶς νὰ λέη τὴν εὐχή μέσα στὸν θόρυβο, εἶναι γιατί ὁ νοῦς δὲν εἶναι δοσμένος στὸν Θεό. Πρέπει νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος στὴν θεία ἀφηρημάδα, γιὰ νὰ ζήση τὴν ἐσωτερική ἡσυχία καὶ νὰ μήν ἐνοχλῆται ἀπὸ τὸν θόρυβο στὴν προσευχή. Φθάνει στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς θείας ἀφηρημάδας ποὺ δὲν ἀκούει πιά τούς θορύβους ἤ τούς ἀκούει ὅταν θέλη ἤ, μᾶλλον, ὅταν κατεβαίνη ὁ νοῦς ἀπὸ τὸν Οὐρανό. Καὶ θὰ φθάση σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἄν δουλέψη πνευματικά, ἄν ἀγωνισθῆ. Τότε θὰ ἀκούη ὅποτε αὐτός θέλει.
Ὅταν ἤμουν στὸν στρατό, εἶπα μία φορά σὲ ἕναν εὐλαβῆ συστρατιώτη μου: «Στὸ τάδε μέρος θὰ συναντηθοῦμε». «Μα ἐκεῖ ὑπάρχει μεγάφωνο», μοῦ λέει. «Άμα θέλη, τοῦ λέω, ἀκούει κανείς, ἄν δὲν θέλη, δὲν ἀκούει». Ὅταν εἶναι ὁ νοῦς μας κάπου, ἀκοῦμε; Ἐκεῖ στὸ δάσος, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καλύβι, γύμνωναν τὸ βουνό μὲ τὰ ἁλυσοπρίονα. Ὅταν διάβαζα ἤ προσευχόμουν καὶ ἤμουν προσηλωμένος, δὲν ἄκουγα τίποτε. Ὅταν σταματοῦσα, ὅλα τὰ ἄκουγα.
Ὅταν δὲν εἴμαστε ἐμεῖς αἰτία γιὰ τὸν θόρυβο ποὺ ὑπάρχει, δὲν πειράζει, ὁ Θεὸς βλέπει. Ἀλλά, ὅταν ἐμεῖς εἴμαστε αἰτία, τότε εἶναι κακό. Γι’ αὐτὸ πάντα πρέπει νὰ προσέχουμε, νὰ μήν ἐνοχλοῦμε τούς ἄλλους. Ἄν ἕνας δὲν θέλη νὰ προσευχηθῆ, τουλάχιστον νὰ μή βάζη παράσιτα καὶ στούς ἄλλους. Ἄν καταλαβαίνατε τὴν μεγάλη ζημιά ποὺ κάνετε στὸν ἄλλον ποὺ προσεύχεται, θὰ προσέχατε πάρα πολύ. Γιατί, ἄν κανεὶς δὲν τὸ νιώση σάν μία ἀνάγκη προσωπική καὶ σάν βοήθεια γιὰ τὸ σύνολο, ὥστε νὰ τὸ κάνη μὲ τὴν καρδιά του, ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλὰ ἡ σάν πειθαρχία, αὐτὸ δὲν θὰ ἔχη καλά ἀποτελέσματα. Ὅταν τὸ κάνη μὲ σφίξιμο, σάν μία πειθαρχία, καὶ λέη, «τώρα πρέπει νὰ περπατήσω ἔτσι, γιὰ νὰ μήν ἐνοχλήσω, τώρα πρέπει νὰ μήν περπατήσω ἐλεύθερα…», εἶναι βάσανο! Σκοπός εἶναι νὰ τὸ κάνη μὲ τὴν καρδιά του, μὲ χαρά, ἐπειδή ὁ ἄλλος προσεύχεται, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό. Πόσο διαφέρει τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο! Ὅ,τι κάνει κανεὶς μὲ τὴν καρδιά του, τὸ χαίρεται καὶ τὸν βοηθάει. Ὅταν τὸ αἰσθανθῆ σάν ἀνάγκη νὰ σεβασθῆ τὸν ἄλλον ποὺ προσεύχεται, αἰσθάνεται ἕνα δέος μετά. Καὶ ὅταν κανεὶς σέβεται τὸν ἄλλον, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τοῦ σέβεται καὶ τότε τὸν ἑαυτό του δὲν τὸν ὑπολογίζει, γιατί δὲν ἔχει φιλαυτία ἀλλὰ φιλότιμο. Νὰ μπαίνη ὁ ἕνας στὴν θέση τοῦ ἄλλου. Νὰ σκέφτεται: «Ἄν ἤμουν ἐγώ στὴν θέση ἐκείνου, πῶς θὰ ἤθελα νὰ μοῦ φερθοῦν; Ἄν ἤμουν κουρασμένος, ἄν προσευχόμουν, θὰ ἤθελα νὰ χτυποῦν ἔτσι τὶς πόρτες;». Ὅταν μπαίνης στὴν θέση τοῦ ἄλλου, τὰ πράγματα ἀλλάζουν….
Πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε τὴν εὐλογημένη ἔρημο καὶ νὰ τὴν σεβασθοῦμε, ἐὰν θέλουμε νὰ μᾶς βοηθήση καὶ αὐτή μὲ τὴν ἁγία της ἐρημία καὶ τὴν γλυκειά της ἠρεμία, γιὰ νὰ ἡμερέψουμε, νὰ ἐρημωθοῦν τὰ πάθη μας καὶ νὰ πλησιάσουμε στὸν Θεό. Χρειάζεται προσοχή μήν τυχόν καὶ προσαρμόση κανεὶς τὴν ἁγία ἔρημο μὲ τὸν ἐμπαθῆ ἑαυτό του. Αὐτὸ εἶναι μεγάλη ἀσέβεια (σάν νὰ πηγαίνης προσκύνημα στὸν Ἅγιο Γολγοθά μὲ μπουζούκια)….
Φυσικά, ἐπειδή οἱ σημερινοί ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν, δυστυχῶς, θορυβώδη μέσα ἀκόμη καὶ γιὰ μικρές ἐξυπηρετήσεις, ἄν βρεθῆ κανεὶς γιὰ ἕνα διάστημα κάπου ποὺ ἔχει φασαρία, θὰ πρέπη νὰ καλλιεργήση καλούς λογισμούς. Δὲν μπορεῖς νὰ πῆς, «μή χρησιμοποιῆς αὐτό, μή χρησιμοποιῆς ἐκεῖνο, γιατί κάνει θόρυβο», ἀλλὰ νὰ φέρνης ἀμέσως καλό λογισμό. Π.χ. ἀκοῦς ψεκαστήρα καὶ νομίζεις περνᾶ ἑλικόπτερο. Νὰ σκεφθῆς: «Μπορεῖ νὰ ἦταν αὐτήν τὴν ὥρα μία ἀδελφή ἄρρωστη βαριά καὶ νὰ ἐρχόταν ἕνα ἑλικόπτερο νὰ τὴν πάρη γιὰ τὸ νοσοκομεῖο. Τί στενοχώρια θὰ εἶχα τότε; Δόξα τῷ Θεῶ, εἴμαστε ὅλες καλά». Ἐδῶ χρειάζεται τὸ μυαλό καὶ ἡ ἐξυπνάδα, ἡ τέχνη νὰ φέρης καλό λογισμό. Ἀκοῦς π.χ. τὸν θόρυβο τῆς μπετονιέρας, τοῦ ἀναβατόρ κ.λπ. Νὰ πεῖς: «Δόξα σοί ὁ Θεός, δὲν γίνεται βομβαρδισμός, δὲν γκρεμίζονται σπίτια. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν εἰρήνη καὶ χτίζουν σπίτια».
– Καὶ ὅταν, Γέροντα, εἶναι χαλασμένα τὰ νεῦρα;
– Χαλασμένα τὰ νεῦρα; Τί θὰ πῆ αὐτό; Μήπως εἶναι χαλασμένος ὁ λογισμός; Τὸ πιὸ καλό ἀπ’ ὅλα εἶναι ὁ καλός λογισμός. Κάποιος κοσμικός εἶχε φτιάξει σπίτι σὲ ἕνα ἥσυχο μέρος. Ἀργότερα ἀπὸ τὴν μία μεριά ἔγινε γκαράζ, ἀπὸ τὴν ἄλλη δρόμος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἕνα κοσμικό κέντρο. Μέχρι τὰ μεσάνυχτα νταούλια. Δὲν μποροῦσε ὁ καημένος νὰ κοιμηθῆ, ἔβαζε ὠτασπίδες στ’ αὐτιά, ἄρχισε νὰ παίρνη καὶ χάπια. Κόντευε νὰ τρελλαθῆ.|
Μία φορά ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο καὶ ὁ εἰσπράκτορας ἔβαλε τὸ ράδιο δυνατά. Μερικοί νεαροί ποὺ θρήσκευαν, εἶπαν ὅτι εἶναι καὶ ἕνας μοναχός καὶ τοῦ ἔκαναν ἐπανειλημμένως νόημα νὰ τὸ κλείση. Μία-δύο, τίποτε αὐτός, τὸ ἔβαλε πιὸ δυνατά. «Αφήστε τὸν, τούς εἶπα, δὲν πειράζει, μοῦ κάνει ἰσοκράτημα στὴν ψαλμωδία μού». Μὲ τὸν λογισμό μου ἔλεγα: «Ἄν, Θεὸς φυλάξοι, γινόταν ἕνα ἀτύχημα λίγο πιὸ πέρα καὶ ἀναγκάζονταν νὰ βάλουν στὸ δικό μας αὐτοκίνητο ἀνθρώπους σακατεμένους, ἄλλος νὰ εἶναι μὲ σπασμένο πόδι, ἄλλος μὲ σπασμένο κεφάλι, πῶς θὰ ἄντεχα αὐτήν τὴν σκηνή; Δόξα σοί ὁ Θεός, οἱ
Ἔτσι καὶ ἐσεῖς πάντα μὲ καλούς λογισμούς ὅλα νὰ τὰ ἀντιμετωπίζετε..
Σκοπός εἶναι ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἀξιοποιήση ὅλα γιὰ ἀγώνα. Νὰ προσπαθήση νὰ ἀποκτήση τὴν ἐσωτερική ἡσυχία. Νὰ ἀξιοποιήση τὸν θόρυβο βάζοντας δεξιό λογισμό. Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ καλή ἀντιμετώπιση. Ὅλα μὲ καλούς λογισμούς νὰ τὰ ἀντιμετωπίζη. Μέσα στὸν θόρυβο, ἄν πετύχη τὴν ἐσωτερική ἡσυχία, ἔχει πολλή ἀξία. Ἄν δὲν πετύχη τὴν ἡσυχία μέσα στὴν ἀνησυχία, οὔτε στὴν ἡσυχία θὰ ἡσυχάση. Ὅταν ἔρθη στὸν ἄνθρωπο ἡ ἐσωτερική ἡσυχία, ἡσυχάζουν ὅλα μέσα του, καὶ τίποτε δὲν τὸν ἐνοχλεῖ. Ἄν θέλη τὴν ἐξωτερική ἡσυχία, γιὰ νὰ ἡσυχάση ἐσωτερικά, ὅταν βρεθῆ στὴν ἡσυχία, τὴν ἡμέρα θὰ πάρη ἕνα καλάμι καὶ θὰ διώχνη τὰ τζιτζίκια καὶ τὸ βράδυ θὰ διώχνη τὰ τσακάλια, γιὰ νὰ μήν τὸν ἐνοχλοῦν. Θὰ διώχνη δηλαδή αὐτὰ ποὺ θὰ μαζεύη ὁ διάβολος. Τί νομίζετε; Ποιά εἶναι ἡ δουλειά του; Ὅλα μας τὰ φέρνει ἀνάποδα ὁ διάβολος, μέχρι ποὺ μᾶς ἀναποδογυρίζει.
Σὲ μία Σκήτη δύο γεροντάκια πῆραν ἕνα γαϊδουράκι ποὺ εἶχε ἕνα κουδουνάκι. Ἕνας νέος μὲ ἡσυχαστικές τάσεις παραπονιόταν γιὰ τὸ κουδουνάκι ποὺ εἶχε τὸ ζῶο καὶ πῆρε ὅλους τους Κανόνες, γιὰ νὰ ἀποδείξη ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν γαϊδουράκι στὴν Σκήτη! Οἱ ἄλλοι Πατέρες εἶπαν ὅτι δὲν τούς ἐνοχλεῖ. Τοῦ λέω: «Δὲν φθάνει ἐκεῖ πέρα ποῦ δὲν μᾶς ἀπασχολοῦν τὰ γεροντάκια, ἀλλὰ ἐξυπηρετοῦνται μὲ τὸ γαϊδουράκι; Ἄν δὲν εἶχε κουδουνάκι καὶ τὸ ἔχαναν, θὰ ἔπρεπε νὰ πᾶμε ἐμεῖς νὰ τὸ βροῦμε. Παραπονιόμαστε κιόλας;». Ἄν δὲν ἔχουμε ἔτσι καλούς λογισμούς καὶ δὲν ἀξιοποιήσουμε τὰ πάντα στὰ πνευματικά, τότε καὶ σὲ Ἁγίους κοντά νὰ πᾶμε, δὲν θὰ κάνουμε προκοπή. Βρέθηκα λ.χ. σὲ στρατόπεδο; Νὰ ἀξιοποιήσω τὴν σάλπιγγα σάν καμπάνα καὶ τὸ ὅπλο νὰ μοῦ θυμίζη τὰ πνευματικά ὄπλα κατὰ τοῦ διαβόλου. Ἐὰν δὲν τὰ ἀξιοποιήσουμε ὅλα στὰ πνευματικά, θὰ μᾶς ἐνοχλῆ ἀκόμη καὶ ἡ καμπάνα. Ἤ ἐμεῖς θὰ τὰ ἀξιοποιήσουμε ἤ ὁ διάβολος θὰ τὰ ἐκμεταλλευθῆ. Ὁ ἀνήσυχος καὶ στὴν ἔρημο θὰ μεταφέρη τὸν ἀνήσυχο ἑαυτό του. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἡ ψυχή θὰ πρέπη νὰ ἀποκτήση τὴν ἐσωτερική ἡσυχία μέσα στὴν ἐξωτερική ἀνησυχία, γιὰ νὰ μπορέση νὰ ἡσυχάση ἔξω στὴν ἡσυχία.
ΛΟΓΟΙ Α’ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
1998

