
Τετάρτη 19-10-2022 9:30μμ Ιερά Αγρυπνία – Αγίου Αρτεμίου
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΡΤΕΜΙΟΥ
Αὐτός ὁ μακάριος Ἀρτέμιος ἔγινε δούκας καί αὐγουστάλιος, δηλαδή μικρός αὔγουστος τῆς Ἀλεξάνδρειας. Παρόμοια ἔγινε καί πατρίκιος ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο τόν βασιλιά, κατά τό ἔτος 330. Ὅταν δέ ὁ παραβάτης Ἰουλιανός ἔγινε βασιλιάς κατά τό ἔτος 361 καί τιμωροῦσε τούς Χριστιανούς στήν Ἀντιόχεια, τότε ὁ μακάριος αὐτός Ἀρτέμιος αὐτοκόλητος πῆγε στό μαρτύριο, παρουσιάσθηκε μπροστά στόν ἀποστάτη καί ἔλεγξε τήν ἀποστασία καί παρανομία του. Τότε τόν ἔδειραν μέ βούνευρα ὠμά καί καταξέσχισαν τήν πλάτη του μέ τριβόλια κοφτερά καί μέ ἀγκίδες σιδερένειες κάρφωσαν τά πλευρά και τά βλέφαρά του. Ἔπειτα χώρισαν σέ δύο μία πλάκα παρά πολύ μεγάλη καί ἀνάμεσα σ’ αὐτήν ἔβαλαν τόν Ἅγιο. Ὅμως ἀπό τό ὑπερβολικό βάρος τῆς πέτρας, τόσο πιέσθηκε τό σῶμα του, ὥστε βγῆκαν ἔξω οἱ ὀφθαλμοί του. Ἔπειτα τράβηξαν ἔξω τά έντόσθιά του καί ἔσπασαν κάθε του μέλος καί τελικά τόν ἀποκεφάλισαν καί ἔτσι ἔλαβε ὁ τρισμακάριος τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο. Τό δέ ἅγιο λείψανό του μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἀντιόχεια στήν Κωνσταντινούπολι ἀπό κάποια γυναίκα Διάκονο λεγόμενη Ἀρίστη καί ἐνταφιάσθηκε σέ τόπο λεγόμενο Ὀξεῖα.
Ἐδῶ ἀξίζει νά προσθέσουμε καί τήν διήγησι μερικῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἄνθρωπος πού εἶχε τά δίδυμά του πολύ ἐξογκωμένα ἀπό τήν κήλη, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, κλαίγοντας καί ζητῶντας τήν θεραπεία. Βρισκόταν λοιπόν ὁ άσθενής στήν μέση τοῦ Ναοῦ ἐπάνω σέ στρῶμα. Καί ἀφοῦ ὕπνωσε λίγο, εἶδε τόν Ἅγιο Ἀρτέμιο στόν ὕπνο του νά τοῦ λέη. “Δεῖξε μου τό πάθο σου”. Καί αὐτός τοῦ ἔδειξε τό μέρος, πού εἶχε τό πάθος. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔσκυψε, ἔπιασε κατάλληλα μέ τά δύο του χέρια τό σπάσιμο τῶν διδύμων του καί τό ἔσφιξε, ὄσο μποροῦσε. Ὁ ἀσθενής πονῶντας πολύ ξύπνησε φωνάζοντας τό, “ἀλλοίμονό μου”, καί βρῆκε τόν ἑαυτό του ὑγιῆ δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο.
Ἄλλος πάλι, πού εἶχε τρεῖς φοῦσκες στά δίδυμά του, πῆγε στόν Ἅγιο Ἀρτέμιο καί ἔκανε ἀγρυπνία. Κουράσθηκε ὅμως ἀπό τήν ἀγρυπνία καί ἀποκοιμήθηκε. Καί, νά, τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί ἀφοῦ γύμνωσε τό πάθος καί τό ψηλάφησε μέ τά χέρια του, τό σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἔπειτα τόν κέντησε στήν πλευρά καί ἐξαφανίσθηκε. Ὁ δέ ἀσθενής ὅταν ξύπνησε, βρῆκε τόν ἑαυτό του ὑγιῆ καί δόξασε τόν Θεό καί τόν Ἅγιο. Ἄλλος δέ πάλι, πού εἶχε μεγάλη φοῦσκα στά δίσυμά του, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου, παρακαλῶντας τόν νά τόν θεραπεύση. Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε στόν Ὕπνο του, ἔσχισε μέ μαχαῖρι τό πάθος του καί χύθηκε ὕλη πολλή και βρωμερή. Ὁ ασθενής, ὅταν ξύπνησε τόν μέν ἑαυτό του βρῆκε ὑγιῆ, ἐνῶ τά ροῦχα του καί τό ἔδαφος τῆς γῆς τά βρῆκε γεμᾶτα ἀπό ὑγρασία και δυσωδία μεγάλη.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Α’ Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, Εκδόσεις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

