
Παρασκευή 16-12-2022 9:30μμ Ιερά Αγρυπνία – Αγίου Διονυσίου Αιγίνης
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Διονύσιος καταγόταν ἀπό τήν νῆσο τῆς Ζακύνθου, υἱός ὄντας γονέων πλουσίων καί εὐγενῶν, τοῦ Μωκίου, πού ἐπωνομαζόταν Σηκοῦρος, καί τῆς Παυλίνας, πού καταγόταν ἀπό τό γένος τῶν Βαλβίων. Ἀφοῦ δέ ἔμαθε ἱκανοποιητικά τά ἱερά γράμματα καί ἀπό αὐτά φωτίσθηκε στό νά γνωρίση τήν ματαιότητα τοῦ παρόντος κόσμου, τότε ἀφοῦ κατεφρόνησε ἡδονές, πλοῦτο, δόξα καί κάθε ἀπόλαυσι τῆς παροῦσας ζωῆς, ἀνεχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του Ζάκυνθο καί πῆγε στήν ἱερά Μονή τῶν Στροφάδων, πού βρίσκεται ἀπέναντι ἀπό τήν Ζάκυνθο καί ἀπέχει περίπου σαράντα μίλια. Ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε Μοναχός, παρέδωσε τόν ἑαυτό του στούς πνευματικούς ἀγῶνες τῆς μοναχικῆς πολιτείας ὁ τρισμακάριστος, νηστεύοντας, ἀγρυπνῶντας, προσευχόμενος καί διερχόμενος ὅλες τίς ἀρετές, σέ σημεῖο πού ὑπερέβαινε ὅλους τούς Πατέρες τῆς Μονῆς καί αὐτούς τούς πιό ἐνάρετους καί γέροντες. Πρό πάντων καί ἰδαίτερα ἀγωνιζόταν νά ἀποκτήση τήν ταπεινοφροσύνη. Γι’ αὐτό, μολονότι καταγόταν ἀπό ἔνδοξο γένος, θεωροῦσε τόν ἐαυτό του ὡς τόν πιό ἀσήμαντο καί ἀνάξιο. Ἔτσι ἀπό τίς ἀρετές του αὐτές ἀνέβηκε καί στό ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης, ἀφοῦ χειροτονήθηκε σταδιακά Ἀναγνώστης, Ὑποδιάκονος, Διάκονος καί Πρεσβύτερος. Ἐπειδή ὅμως ἐπεθύμησε νά πάη στά Ἱερουσαλήμ, γιά νά προσκυνήση τούς Ἁγίους Τόπους, γι’ αὐτό, ἀφοῦ πῆρε ἄδεια ἀπό τήν ἀδελφότητα, πέρασε στά Δωδεκάνησα, γιά νά μεταβῆ ἀπό ἐκεῖ εὐκολώτερα στά Ἱεροσόλυμα. Περιδιαβαίνοντας λοιπόν τά νησιά, πῆγε καί μέχρι τήν Ἀθήνα. Ἐκεῖ ὅμως, ἀφοῦ παρακλήθηκε ἀπό τόν Ἅγιο Ἀθηνῶν, ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης, πού ἦταν τότε χηρεύουσα. Ἀλλ’ἐπειδή ἡ φήμη τόν διέδιδε παντοῦ καί ὅλοι ἔτρεχαν γιά νά ἀκοῦν τίς μελίρρυτες διδασκαλίες του, γιά τόν λόγο αὐτό, φοβούμενος ὁ ἅγιος, μήπως ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων τόν γκρεμίση στήν κενοδοξία, ἄφησε ἄλλον διάδοχο στόν θρόνο του καί αὐτός ἐπέστρεψε πάλι στήν πατρίδα του Ζάκυνθο, κατά τό ἔτος 1589. Δέχθηκε δέ προσωρινά τήν προστασία της, διότι δέν εἶχε ἐπίσκοπο τότε. Ἔπειτα ἀφοῦ βρῆκε τό Μοναστήρι τῆς Θεοτόκου, τό λεγόμενο τῆς Ἀναφωνήτριας, κατάλληλο γιά ἡσυχία, ἐκεῖ κατοίκησε καί ἐργαζόταν τό μέλι τῆς ἡσυχίας.
Σε τέτοιο μάλιστα σημεῖο ὑπερβολικῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον ἔφθασε ὁ ἀοίδιμος, ὥστε ὄχι μόνο ἐλεοῦσε τούς πτωχούς ἀπό τά εἰσοδήματα τοῦ Μοναστηριοῦ του, ἀλλά ἀκόμη καί τέτοιο κατόρθωμα κατώρθωσε, τό ὁποῖο δύσκολα βρίσκεται σέ ἄλλον Ἅγιο. Τόν Κωνσταντῖνο, τόν ἀδελφό αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου τόν σκότωσε ἕνας μιαρός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, καταδιωκόμενος ἀπό τούς συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος, βάδιζε σέ τόπους ἔρημους. Ὁπότε, δέν ξέρω πῶς, κατέφυγε καί στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου, μή γνωρίζοντας, ὅτι ὁ Ὅσιος ἦταν ἀδελφός τοῦ φονευθέντος. Βλέποντας λοιπόν αύτόν γεμᾶτον ἀπό φόβο ὁ Ἅγιος, τόν ρώτησε νά πῆ τήν αἰτία τοῦ φόβου αὐτοῦ. Καί αὐτός τοῦ εἶπε, ὅτι θανάτωσε τόν Κωνσταντίνο τόν Σηκοῦρο. Τότε ὁ Ὅσιος ἀναστέναξε βέβαια καί δάκρυσε γιά τόν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του, μιμούμενος ὅμως τήν ἀνεξικακία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἐνθάρρυνε τόν φονιά μέ παρηγορητικά λόγια. Καί φιλοξενῶντας τον μέ κάθε φιλοφροσύνη, τόν ἔκρυψε σέ κρυφό μέρος. Μετά ἀπό λίγο λοιπόν, ὅταν ἦλθαν οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἁγίου καί τοῦ διηγήθηκαν τόν ἄδικο θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του καί ζητοῦσαν τόν φονιά, ὑποκρίθηκε ὁ Ἅγιος, ὅτι δέν γνώριζε. Ἀφοῦ δέ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν, τότε συνώδευσε τόν φονιά μέχρι τήν παραλία. Καί δίνοντάς του τά ἀπαραίτητα γιά τροφή, τόν ἔστειλε σέ ἄλλη χώρα γιά νά γλυτώση τήν ζωή του. Γι’ αὐτές λοιπόν τίς ἀρετές καί τά κατορθώματά του, ἀξιώθηκε ὁ Ἅγιος νά λάβη ἀπό τόν ΘΕό τήν δύναμι τῶν θαυμάτων καί νά ἐνεργῆ παράδοξα τέρατα. Δηλαδή ὅταν ἐπρόκειτο κάποτε νά περάση ἕναν ποταμό καί τόν βρῆκε πλημμυρισμένο, ὥ τοῦ θαύματος! ἔστησε τό ρεῦμα του καί ἔτσι τόν πέρασε μαζί μέ τόν Διάκονο, πού τόν ἀκολουθοῦσε. Καί νεκρό σῶμα γυναίκας, πού ἦταν δεμένο μέ ἀφορισμό, μέ τήν συγχωρητική εὐχή τό διέλυσε. Τό ὁποῖο, σάν νά ἦταν ζωντανό, ἔγειρε πρῶτα τήν κεφαλή του στόν Ἅγιο. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἔπεσε στήν γῆ, διαλύθηκε. Αὐτός, μέ τόν λόγο του, ἔκανε νά πιάσουν πολλά ἐκεῖνοι οἱ ἁλιεῖς, πού προηγουμένως ψαρεύοντας, δέν ἔπιασαν τίποτα. Ὅμως ὄχι μόνο τό χάρισμα τῶν θαυμάτων εἶχε ὁ Ὅσιος, ἀλλά καί τό χάρισμα τῆς διοράσεως καί προοράσεως. Ὁπότε καί αὐτά πού γίνονταν μακριά τά ἔβλεπε. Μέ αὐτά λοιπόν τά χαρίσματα, ἀφοῦ διέλαμψε στήν ζωή του, καί ἀφοῦ ἔζησε ἔτσι, παρέδωσε τήν ἁγία ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, κατά τό ἔτος 1624, κατά τήν παροῦσα 17η τοῦ Δεκεμβρίου. Τό ἅγιό του λείψανο ἐνταφιάσθηκε μέ τιμές στήν προαναφερθεῖσα Μονή τπων Στροφάδων. Ἀφοῦ ὅμως πέρασε λίγος καιρός, μέ ἀποκάλυψι τοῦ Ἁγίου, ἀνακομίσθηκε αὐτό ἀπό τόν τάφο και, ὤ τοῦ θαύματος! βρέθηκε σῶο καί ὁλόκληρο καί ἀποπνέοντας οὐράνια εὐωδία. Τό ὁποῖο ἐνήργησε καί ἐνεργεῖ θαύματα πάμπολλα σέ ὅσους τό πλησιάζουν μέ πίστι. Τώρα δέ βρίσκεται στήν πατρίδα του Ζάκυνθο, μέ εὐλάβεια προσκυνοὐμενο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Α’ Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, Εκδόσεις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
Ἀπολυτίκιο
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον, τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv, Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς· Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι· δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.

