πλα

Παρακολουθείστε ζωντανά ΕΔΩ την Τετάρτη 1/3/2023
στις 16:30-18:30μ.μ την θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων .
Διαβάστε την ακολουθία των Προηγιασμένων Δώρων ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΠΛΑΝΑ
Μία ἀπό τίς πιό σπάνιες ἀρετές εἶναι ἡ ἁπλότητα, πού γιά νά τήν ἀποκτήσει κανείς, μας λέγει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, θά πρέπει νά ἔχει γνωρίσει τήν ταπείνωση καί τήν πραότητα καί τονίζει ὅτι “ἡ πραότης εἶναι συνεργός στήν ὑπακοή. Ἡ πραεῖα ψυχή εἶναι θρόνος τῆς ἁπλότητος” καί ἐπεξηγεῖ ὅτι “ἡ ἁπλότης εἶναι μία συνήθεια καί συμπεριφορά τῆς ψυχής ἀποίκιλη, πού δέν κινεῖται σέ κανέναν κακό λογισμό… ἀλλά ἀποκτᾶται μέ κόπους καί ἱδρῶτες, γι’αὐτό καί ἔχει ἄπειρο καί ἀπροσμέτρητο μισθό”. Ζωντανή ἀπόδειξη τῆς μακαρίας αὐτῆς ἀπλότητος ὑπήρξε ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς. Γεννήθηκε τό 1851 στή Νάξο ἀπό τόν Ἰωάννη Πλανᾶ καί τήν Αὐγουστίνα Μελισσουργοῦ. Ἀπό μικρός ἦταν φιλακόλουθος καί βοηθοῦσε στό ἱερό τόν παπποῦ του, Ἰερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Ἀπό παιδί ἀκόμα, φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο νά ὑπηρετεῖ στό Ἄγιο Θυσιαστήριο, παρακινοῦνταν νά κάνει τόν ἱερέα, ντυμένος μέ ἕνα σεντόνι. Θυμιατίζοντας προσπαθοῦσε νά ἄναπαριστάνει ὅσα τελοῦνταν μέσα στό ἱερό. Οἱ γονεῖς του σιωπηλά τόν παρακολουθοῦσαν καί τόν θαύμαζαν. Ἔτσι, ἀπό τήν παιδική του ἀκόμα ἡλικία, διακρινόταν γιά τήν ἀπλότητά του καί τήν φιλευσπλαχνία του, ὥστε τό ψωμί πού ροῦ ἔδινε ἡ μητέρα του τό μοιραζόταν μέ τά ἄλλα παιδιά καί πολλές φορές ἔδωσε καί τά ροῦχα του σέ φτωχά παιδιά. Σέ ὅλη τή ζωή του δέν κράτησε τίποτα γιά τήν ἰκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά ὄλα τά ἔδινε ἀφειδῶς.
Στήν ἡλικία τῶν δεκατεσσάρων ἐτῶν, ὁ Νικόλαος ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα. Ἔτσι πολύ νέος βρέθηκε προστάτης τῆς μητέρας του καί τῆς μικρότερης ἀδελφῆς του. Μέ δεδομένη τήν κατάσταση ἀποφάσισε καί μαζί μέ τούς δικούς του ἠρθε στήν Ἀθήνα. Ἐξ ἄλλου, ἐκτός ἀπό τήν ὀρφάνια ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίσουν καί τήν φτώχεια, μιάς καί λόγω ἀντίξοων περιστάσεων ἔχασαν καί τήν περιουσία τους. Στην Ἀθήνα ὁ νεαρός Νικόλαος συνέχισε μέ τόν ἴδιο ζῆλο νά βιώνει τήν εὐσέβειά του. ‘Υπακούοντας στήν μητέρα του νυμφεύθηκε σέ ἡλικία δεκαεπτά ἐτῶν. Σύντομα ὅμως ἡ σύζυγός του κοιμήθηκε, ἀφήνοντας πίσω της τό μικρό παιδί τους, τόν Γιαννάκη, τόν ὁποῖο ὁ Νικόλαος ἐμπιστεύθηκε στούς συγγενεῖς του. Τή στιγμή ἐκείνη ἀποφάσισε ὁ ἴδιος νά ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικά πλέον στό Θεό. Χειροτονήθηκε Διάκονος κί ἔπειτα Πρεσβύτερος. Ἀπό τότε ζοῦσε σάν ἀσκητής μέσα στήν πόλη. Διακονεῖ πλέον τό Ἱερό Θυσιαστήριο μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του στούς Ναούς τοῦ Ἀγίου Παντελεήμονος Ἰλισσοῦ, στόν ἀπόμερο Ναό τοῦ Προδρόμου, τοῦ λεγομένου “Κυνηγοῦ” καί στόν Ἄγιο Ἐλισσαῖο στό Μοναστηράκι, ὅπου ἔμειναν ἀλησμόνητες οἱ ἀγρυπνίες με ψάλτες τούς δύο κορυφαίους τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη. Ἱερουργοῦσε με ἔνθεο ζῆλο καί μετέδιδε δυνατή κατάνυξη. Παράλληλα φρόντιζε ὤστε νά γίνεται ἀντιληπτή καί ἡ μυστική ἀγιότητα τῆς ζωῆς του. Ἀναφέρονται μαρτυρίες παιδιῶν τά ὁποῖα κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας τόν ἔβλεπαν μεταρσιωμένο νά μήν πατᾶ στό ἔδαφος ἤ να ἀκτινοβολεῖ Θεῖο Φῶς. Συνήθως οἱ Λειτουργίες του διαρκοῦσαν ὤρες. Συνήθως ἄρχιζαν τό πρωί καί τελείωναν κατά τίς δύο ἤ τρεῖς μετά τό μεσημέρι. Μνημόνευε ἀναρίθμητα ὀνόματα ζώντων ἤ κεκοιμημένων γραμμένα σε πολλά χαρτάκια, τά ὁποῖα κουβαλοῦσε πάντοτε μαζί του. Ὅταν ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἀπαγόρευσε τίς ἀγρυπνίες τότε ὁ Παπα-Πλανᾶς προσευχόταν γιά πέντε ἡμερόνυχτα στόν Κύριο, ὥσπου τελικά πῆρε τήν ἄδεια νά τελεῖ ἀγρυπνίες.
Ἀν καί ἦταν ταπεινός, ἁπλός καί σχεδόν ἀγράμματος, αὐτό δέν τόν ἐμπόδισε νά κατορθώσει νά γίνει ἀγαπητός σε ὄλη τήν Ἀθήνα. Ὅσα χρήματα τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοί ποτέ δέν τά κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό του, φρόντιζε μέχρι το βράδυ νά τά ἔχει δώσει σε ἄπορους ἤ σέ κάποια ἀνάγκη τῆς ἐκκλησίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό κατόρθωσε νά ἀνακαινίσει τόν ναό του, νά προικίσει ὀρφανές κοπέλες ἤ νά καλύπτει τά δίδακτρα ἀπόρων φοιτητῶν. Ἄν καί ἦταν αὐστηρός μέ τόν ἑαυτό του ἦταν ὅμως ὅλο συγκατάβαση γιά τούς ἄλλους, πού ἔρχονταν νά ἐξομολογηθοῦν καί νά ἀφήσουν στά χέρια του τίς ἀμαρτίες τους. Με τό χάρισμα πού εἶχε ἀξιωθεῖ, ἔβλεπε τά βάθη τῆς ψυχῆς τους καί τούς προέλεγε τό μέλλον τους. Κάποια φορά μία γυναῖκα του ἔφερε ἔνα πρόσφορο γιά τή Θεία Λειτουργία, ὁ Ἁγιος δέν τό δέχτηκε λέγοντάς της:- Δεν μπορῶ νά τό δεχτῶ, ὄσο συζεῖς ἀστεφάνωτη. Μία ἄλλη φορά, ἤπιε ἀπό μία φιάλη δηλητήριο νομίζοντάς το νάμα. Ἡ Χάρις ὅμως τοῦ Θεοῦ τόν προφύλαξε καί δέν ἔπαθε τίποτα. Ζῶντας ἀπό αὐτή τή ζωή τήν πασχάλια μέθεξη καί τή χαρά τής οὐρανίου λειτουργίας, ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν 82 ἐτῶν. Τότε ἀσθένησε καί με ἕνα χαμόγελο στά χείλη, στίς 2 Μαρτίου τοῦ 1932, δηλαδή κατά τήν ἐπέτειο τῆς χειροτονίας του, ἔφυγε ἀπ΄αὐτή τή ζωή. Ἠ κοίμησή του σήμανε συναγερμό στήν Ἀθήνα καί μέ ἐκδηλώσεις βαθύτατου σεβασμοῦ καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος του ἐτάφη στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, ὄπου ἐφημέρευσε γιά πενήντα σχεδόν χρόνια.
Μά ἐπειδή οἱ δίκαιοι “εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι”, ἔτσι κι ὁ ταπεινός κι ἁπλός ἱερέας τῶν Ἀθηνῶν ζεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀπολαμβάνει τόν μισθό τῶν ἀρετῶν του. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναγνώρισε καί κατέταξε τήν μορφή του στήν χορεία τῶν Ἀγίων, πού εὐαρέστησαν τόν Κύριο καί ὅρισε νά τιμᾶται ἡ μνήμη του στίς 2 Μαρτίου. Ὁ ὑμνογράφος τόν ἐγκωμιάζει με αὐτά τά λόγια: “Λειτουργόν τοῦ Ὑψίστου ἁπλοῦν καί ἄκακον, ὅνπερ ἀσόφιδρν ἅρτι ἠ Χάρις ἡ πανσθενής τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννα Κατσούλα, Εκδόσεις Κυπρής, 2010 .

