Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ – ΣΥΝΑΞΗ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2025 (Ζωντανή μετάδοση)

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
30/06/2025
Ώρα:
7:00 πμ - 9:00 πμ

Ενορία

ΕΝΟΡΙΑ Ι.Ν ΜΕΓ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Τηλέφωνο:
2410280569
Email:
info@galilea.gr

Θεία Λειτουργία – Σύναξη Δώδεκα Αποστόλων 30/6/2025

ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 

Ὁ μακαριώτατος Δαβίδ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καθοδηγούμενος, φανερά δογμάτισε, ὅτι ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι τῶν ὅλων Δημιουργός, λέγοντας τά ἑξῆς· «Τῶ λόγω Κυρίου οἱ Οὐρανοί ἐστερεώθησαν καί τῶ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσαι ἡ δύναμις αὐτῶν» (Ψαλ. 32,6). Αὐτή εἶναι ἡ προάναρχος ἀρχή, ἡ μέ Θεότητα σέ τρία πρόσωπα, ἡ πάντων βασιλεύουσα, ἡ ὁποία φιλοξενήθηκε ἐπάνω στήν γῆ στήν δρῦ τοῦ Μαμβρῆ, ἀπό τόν προπάτορα Ἀβραάμ, χωρίς νά ἀφήση τά Οὐράνια. Προμήνυε μέ τήν φιλοξενία αὐτή, τήν ἔνσαρκη τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐπιφάνεια καί τούς σήμερα ἐορταζόμενους Ἁγίους Ἀποστόλους. Ἐπειδή εἶπε στόν Ἀβραάμ· «Καί εὐλογηθήσονται ἐν τῶ σπέρματί σου πάντα τά ἔθνη τῆς γῆς» (Γεν.22,18) καί πάλι· «Καί βασιλεῖς ἐκ σοῦ ἐξελεύσονται» (Γεν.17,6), διότι ὁ Ἀβραάμ γέννησε τόν Ἰακώβ, ὁ δέ Ἰακώβ γέννησε τούς δώδεκα Πατριάρχες. Καί βλέπε, ὦ ἀκροατά, ὅτι εἶναι σύμφωνα μέ τήν Νέα Διαθήκη τά τῆς Παλαιᾶς παραδείγματα. Διότι οἱ ἀνωτέρω δώδεκα Πατριάρχες προεικόνιζαν τούς σημερινούς δώδεκα Ἀποστόλους. Ἀλλά καί τά δώδεκα κουδούνια, πού ἠχολογοῦσαν, ὅταν ἱεράτευσε στήν Σκηνή ὁ Ἀρχιερέας Ἀαρών, καί αὐτά, λέω, αὐτούς τούς δώδεκα Ἀποστόλους φανέρωναν. Διότι αὐτοί σάλπισαν καί κήρυξαν σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ τήν ἐπιδημία καί τό Εὐαγγέλιο. Γι’αὐτό καί ὁ Ὠσηέ προφήτευσε, ὅτι δώδεκα δρῦς θά ἀκολουθἠσουν στόν Θεό, πού θά ἔλθη στήν γῆ, τό  ὁποῖο ἔγινε καί ἔμπρακτα. Καί πολλά ἄλλα τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς προεικόνισαν τούς ἱερούς αὐτούς Ἀποστόλους.
Ἐπειδή λοιπόν ἀπό ὑπερβολική ἀγαθότητα καί ἔλεος κένωσε τήν δόξα του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί προσέλαβε τήν άνθρώπινη φύσι καί τήν θέωσε, γι’ αὐτό, θέλοντας νά δείξη καθαρώτερα πρός ἐμᾶς τήν ἀγαθότητά του, διάλεξε τούς δώδεκα, κατά τό φαινόμενο εὐτελεῖς μαθητές του καί τούς ἔκανε Ἀποστόλους καί αὐτόπτες τῆς δικῆς του οἰκονομίας. Καί ἀφοῦ μοίρασε σ’αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν», τούς ἀπέστειλε σέ ὅλη τήν ὑφήλιο, γιά νά θεολογοῦν τό τῆς Τριάδος μυστήριο καί τήν θεία οἰκονομία καί γιά νά εὐαγγελίζουν ὅλα τά ἔθνη καί νά τά βαπτίζουν στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι διά μέσου αὐτῶν φωτίσθηκε ὅλη ἡ κτίσις καί πλούτισε τήν Ὀρθόδοξη πίστι, λατρεύοντας εὐσεβῶς τήν Ἁγία Τριάδα καί ὁμολογῶντας τόν ἕνα τῆς Ἁγίας Τριάδος Θεό μαζί καί ἄνθρωπο, τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτούς λοιπόν τούς δώδεκα ἱερούς Ἀποστόλους ὀφείλουμε ὅλοι οἱ Χριστιανοί νά τιμοῦμε καί νά γεραίρουμε ὡς φωστῆρες τοῦ κόσμου καί κήρυκες τῆς εὐσέβειας καί ὡς καθαιρέτες τῆς πλάνης. Ὀφείλουμε ἀκόμη νά κάνουμε γνωστό καί πῶς ὁ κάθε Απόστολος κήρυξε καί σέ ποιόν τόπο τελειώθηκε. Διότι καί ὅλοι μαζί οἱ Ἀπόστολοι δέν τελειώθηκαν τόν ἴδιο καιρό, οὔτε σέ ἕνα μέρος, ἀλλά κάθε ἕνας τελειώθηκε σέ διαφορετικό καιρό καί τόπο.Ἐπειδή ὅμως σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐορτάζει τήν μνήμη ὅλων μαζί τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτό ὁφείλει νά ἀναφέρη καί ὅλων μαζί τό κήρυγμα καί τό τέλος.
Πρῶτος λοιπόν τῶν Ἀποστόλων εἶναι ὁ Κορυφαῖος Πέτρος, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο πρῶτα στήν Ἰουδαία καί Ἀντιόχεια καί ἔπειτα στά μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας καί στήν Γαλατία καί Καππαδοκία καί Ἀσία καί Βιθυνία, ὅπως προείπαμε στήν 29η τοῦ παρόντος. Τελευταία πῆγε καί μέχρι τήν Ρώμη καί ἐκεῖ, ἀφοῦ βρῆκε τόν Σίμωνα τόν μάγο, διαλέχθηκε μέ αὐτόν, ὁ δέ Σίμων καυχόταν, ὅτι θά νικήση τόν Πέτρο μέ τά θαύματα σέ μία ὡρισμένη ήμέρα. Ὅταν λοιπόν ἦλθε ἡ ὡρισμένη ἡμέρα, βγῆκε καί ὁ βασιλιά Νέρωνας στήν θεωρία αὐτή μέ ὅλους τούς πολίτες τῆς Ρώμης. Τότε φόρεσε ὁ Σίμωνας στήν κεφαλή του ἔνα στεφάνι ἀπό δάφνη και, ἀφοῦ στερεώθηκε μέ τίς ἐπωδές τῶν δαιμόνων, ὑψώθηκε ἀπό τήν γῆ καί φαινόταν μετέωρος ἐπάνω στόν ἀέρα. Ὁ Πέτρος, βλέποντας τόν Σίμωνα, τοῦ εἶπε:«Ἐθεώρουν τόν Σατανᾶν, ὡς ἀστραπήν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ πεσόντα, γι’ αὐτό καί ἐγώ μέ τήν ἐξουσία ἐκείνου σέ προστάζω, νά γκρεμισθῆς κάτω στήν γῆ μπροστά σέ ὅλους». Ὁπότε, ἀφοῦ φοβήθηκαν σάν φωτιά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου οἱ δαίμονες, πού βάσταζαν τόν Σίμωνα, ἔφυγαν καί ἀμέσως ἔπεσε ὁ ἄθλιος κατά γῆς καί, καταπληγωμένος ὁλόκληρος ἀπό τό πέσιμο, «κακῶς ὁ κακός ἐτελεύτησεν».
Τότε λοιπόν ὅλο τό πλῆθος πίστεψε στόν τοῦ Πέτρου Θεό. Γι’αὐτό ὁ Νέρωνας θέλησε νά θανατώση τόν Πέτρο. Ὁ Πέτρος, ὅταν ἔμαθε αὐτό, χειροτόνησε ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης τόν Κλήμεντα, τόν μαθητή του, ἐπειδή καί ὁ προκάτοχός του Λῖνος πρός τόν Κύριο έξεδήμησε. Ἀμέσως λοιπόν ὁ Ἀγρίππας ὄντας παρών στήν Ρώμη, συνέλαβε τόν Πέτρο καί πρόσταξε νά σταυρωθῆ κατακέφαλα, καθώς μόνος του τό ζήτησε ὁ Ἀπόστολος. Στόν σταυρό λοιπόν βρισκόμενος ὁ μακάριος, προσευχήθηκε γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Λένε ἀκόμη, ὅτι σέ ἔνα θεοφιλῆ Χριστιανό, φάνηκαν δύο ἄνδρες ἄγνωστοι ἐντελῶς, πού ἔλεγαν, ὅτι ἦλθαν ἀπό τά Ἰεροσόλυμα. Αὐτοί λοιπόν μαζί μέ τόν Ἰλλούστριο Μάρκελλο, πού πίστεψε στόν Χριστό, ξεκάρφωσαν ἀπό τόν σταυρό τό σῶμα τοῦ Ἀποστόλου και, ἀφοῦ τό κατέβασαν, τό ἔπλυναν μέ κρασί καί γάλα καί τό ἄλειψαν μέ διάφορα μύρα καί ἀρώματα καί ἔτσι τό ἔκρυωαν σέ ἔνα ἰδιόκτητο τόπο, ὡς θησαυρό πολύτιμο. Ὁ Νέρωνας, ὅταν ἄκουσε, ὅτι πέθανε ὁ Ἀπόστολος, κατηγόρησε τόν Ἀγρίππα, γιατί προηγουμένως δέν τόν τιμώρησε μέ διάφορα βάσανα. Ἀναζητώντας λοιπόν καί τούς μαθητές τοῦ Πέτρου, γιά νά ἀναπληρώση σ’ἐκείνους τόν θυμό, πού εἶχε κατά τοῦ διδασκάλου τους, εἶδε στό ὄνειρό του ἕναν φοβερό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τόν ἔδερνε, ὁπότε, ἐπειδή φοβήθηκε, δέν ἐνόχλησε τούς μαθητές τοῦ Ἀποστόλου. Ἐκεῖνοι βρίσκοντας ἐλευθερία ἀπό τό γεγονός αὐτό, κήρυτταν ἄφοβα τόν σταυρωθέντα ὡς Θεό ἀληθινό.
Δεύτερος εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος νίκησε ὅλους τούς Ἀποστόλους, ὑπερισχύοντας ὡς πρός τόν ζήλο τῆς πίστεως στόν Χριστό καί στούς κόπους. Αὐτός λοιπόν κήρυξε τόν Χριστό ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ μέχρι τό Ἰλλυρικό, ὅπως τό λέει μόνος καί, ἀφοῦ ἔφθασε στήν Ρώμη, ἀποκεφαλίσθηκε. Πῶς ὅμως καί ἀπό ποιά ἀφορμή παρακινήθηκε νά πάη στήν Ρώμη, ἀναγκαῖο εἶναι νά διηγηθῶ μέ συντομία στίς φιλήκοες ἀκοές σας, παίρνοντάς τα ἀπό τίς Ἀποστολικές Πράξεις. Ἀφοῦ ὁμακάριος Παῦλος πῆγε στήν Καισάρεια καί φιλοξενήθηκε, δηλαδή παρέμενε στόν οἶκο τοῦ Φιλίππου, ἑνός ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους, πέρασαν λίγες ἡμέρες καί πῆγε ἐκεῖ ἀπό τήν Ἰουδαία ἑνας Προφήτης, ὀνόματι Ἄγαβος, ὁ ὁποῖος εἶπε στόν Παῦλου·«Αὐτά σοῦ λέει ὁ Κύριος μέ ἐμένα· οἱ αἱμοχαρεῖς Ἰουδαῖοι θά δέσουν τά χέρια σου καί τά πόδια σου καί θά σέ παραδώσουν στά ἔθνη». Καί ὁ Ἀπόστολος  ἀποκρίθηκε·«Ἐγώ εἶμαι ἕτοιμος, ὄχι μόνο νά δεθῶ καί νά προδοθῶ γιά τόν Χριστό στήν Ἱερουσαλήμ, ἀλλά καί νά πεθάνω». Πηγαίνοντάς λοιπόν στήν Ἱερουσαλήμ, συνάντησε τόν ἀδελφόθεο Ἰακώβο καί ὅσους ἦταν μαζί του καί, ἀφοῦ τούς χαιρέτησε, τούς διηγήθηκε τά μεγαλεῖα, τά ὁποῖα μέ αὐτόν ἔκανε στά ἔθνη ὁ Θεός.
Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀφοῦ συνέλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι τόν Παῦλο στό ἱερό, τόν ἔδειραν ἄσπλαχνα καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσαν, τόν ἔβαλαν στήν φυλακή. Τήν ἐρχόμενη ἡμέρα τόν ἐξέτασε ὁ χιλίαρχος, τί φρονεῖ. Καί ὁ Παῦλος ἄρχισε στο μέσο τοῦ συνεδρίου καί διηγήθηκε τήν γέννησι, τήν ἀνατροφή, τήν αὔξησι τῆς ἡλικίας καί τήν μάθησι καί τόν ζῆλο του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα διηγήθηκε, πῶε τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστός. Πῶς ἔχασε τό φῶς του καί  πῶς πάλι ἀνέβλεψε καί ὅτι κατεδίωκε τόν Χριστό ἀπό ἄγνοια, ὕστερα ὅμως, ὅταν τόν γνώρισε ὡς ἀληθινό Θεό, τόν κηρύττει σέ ὄλους. Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἰουδαίοι, πού κάθονταν στό Συνέδριο, φώναξαν δυνατά στόν χιλίαρχο λέγοντας· «Σήκωσέ τον ἀπό τήν γῆ αὐτόν
». Τότε, ὅταν ἐτοιμάζονταν οἱ στρατιῶτες νά τόν δείρουν, τούς ἀντιστάθηκε ὁ Ἀπόστολος καί εἶπε, ὅτι δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά δείρετε ἀκατάκριτο ἄνθρωπο Ρωμαῖο. Ὅταν ἄκουσε ὁ χιλίαρχος αὐτόν τόν λόγο, φοβήθηκε καί δέν τόν ἔδειρε, ἀλλά τόν παρουσίασε στό Συνέδριο, θέλοντας νά μάθη τά περί αὐτοῦ. Καί γιά νά συντομέυσω τόν λόγο, ὁ Παῦλος, ἐπειδή ἐπικαλέσθηκε τόν καίσαρα, πού ἦταν στήν Ρώμη, γιά νά πάη να κριθῆ ἐκεῖ, γι’αὐτό πῆγε στήν Ρώμη.
Βρίσκοντας τόν Παῦλο ἐκεῖ μερικοί ἀδελφοί, χάρηκαν πολύ. Ὅταν δέ ὁ Παῦλος παρουσιάσθηκε στόν καίσαρα Νέρωνα, ἐπειδή δέν βρέθηκε σ’αὐτόν κανέναν πρᾶγμα ἄξιο θανάτου, ἀποφασίσθηκε ἀπό τον Νέρωνα, να μείνη ἐλεύθερος ὡς ἀθῶος. Ἀπό τότε λοιπόν πῆγε ὁ Παῦλος σέ ξεχωριστό τόπο καί κήρυττε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός Θεοῦ πρός ἐκείνους, πού πήγαιναν πρός αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε κα΄ποιος καιρός, ἔγινε στόν Παῦλο θεία ἀποκάλυψι, νά ἀφήση τήν Ρώμη καί νά πάη στήν Ἰσπανία. Ὁπότε, πηγαίνοντας ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος, πολλούς βάπτισε καί ἀσθενεῖς θεράπευσε καί Ἱερεῖς χειροτόνησε καί ὅλους στήριξε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Καί πάλι ἀπό τήν Ἰσπανία ἐπέστρεψε στήν Ρώμη. Ἔξω λοιπόν στήν Ρώμη ὄντας, δίδασκε καί ἔκανε νά τρέχη σ’αὐτόν τό πλῆθος τοῦ λαοῦ. Ἕνας οἰνοχόος τοῦ βασιλιᾶ, σκύβοντας ἀπό ἕνα ὑψηλό μέρος καί προσέχοντας στήν διδασκαλία τοῦ Παύλου, ἔπεσε στήν γῆ καἰ πέθανε. Ὅταν ἄκουσε αὐτό ὁ Παῦλος, πρόσταξε νά φέρουν σ΄αὐτόν τόν νεκρό. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔβαλε ἐπάνω του τά χέρια του καί ἐπικαλέσθηκε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὤ τοῦ θαύματος!, τόν ἀνέστησε καί τόν παρέδωσε ὑγιῆ σ’ἐκείνους πού ἔκλαιγαν γι’αὐτόν. Γι’αὐτό καί αὐτός πού ἀναστήθηκε πίστεψε στόν Χριστό καί ἀφοῦ δέχθηκε τό Ἅγιος Βάπτισμα, ἀνεχώρησε ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ βασιλιάς, πρόσταξε νά παρουσιασθῆ ὁ οἰνοχόος στό βασιλικό του βῆμα. Ὅταν παρουσιάσθηκε τόν ρωτοῦσε ὁ βασιλιᾶς, ἐάν ἀρνῆται τήν τοῦ Χριστοῦ πίστι. Ὁ οἰνοχόος ἀπάντησε, ὅτι δέν μποροῦν νά μέ χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ οὔτε τά ἐνεστῶτα, οὔτε τά μέλλοντα, οὔτε ζωἠ, οὔτε θάνατος. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ βασιλιάς καί ἀπόρησε, πρόσταξε νά κατακαοῦν ἀπό φωτιά, ὄσοι Χριστιανοί βρίσκονται στήν φυλακή καί ὁ Παῦλος νά ἀποκεφαλισθῆ.
Ὁπότε οἱ δήμιοι πῆραν τόν τοῦ Χριστοῦ θεῖο Ἀπόστολο καί τόν .εβγαλαν ἔξω ἀπό τήν Ρώμη, φροντίζοντας να τελειώσουν τήν βασιλική προσταγή. Μία δέ γυναῖκα, Περπέτουα ὀνόματι, μέ συνέργεια τοῦ Διαβόλου, ἔχασε τό φῶς τοῦ δεξιοῦ ματιοῦ της. Βλέποντας ὄμως, ὅτι πήγαιναν νά ἀποκεφαλίσουν τόν Παῦλο, συμπόνεσε ἡ καρδιά της καί δάκρυσε. Ὁ δέ Παῦλος εἶπε πρός αὐτήν·«Ὦ γυναίκα, δός μου τό μαντήλι σου καί, ὅταν ἐπιστρέψω, πάλι σοῦ τό δίνω». Ἡ γυναίκα τοῦ ἔδωσε πρόθυμα τό μαντήλι της. Βλέποντας αὐτό οἱ στρατιῶτες, περιγελῶντας, ἔλεγαν στήν γυναῖκα·«Περίμενε, γριά, αὐτόν, πού δέν ἐπιστρέφει πλέον». Ὅταν ἔφθασαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, ἑτοίμασαν τόν Ἀπόστολο γιά νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Ὁπότε ἔδεσαν τά μάτια του μέ τό μαντήλι τῆς μονόφθαλμης γυναίκας. Καί ὅταν ἀπέκοψαν τήν ἁγία του κεφαλή, ἔτρεξε αἶμα μαζί μέ γάλα καί ἔβρεξε τά ἐνδύματα τοῦ Ἀποστόλου, τό δέ μαντήλι ἀόρατα δόθηκε στήν μονόφθαλμη γυναίκα καί ἀμέσως χαρίσθηκε σ’αὐτήν καί τό φῶς τοῦ ὀφθαλμοῦ της. Καί ὅταν οἱ δήμιοι ἀποκεφάλισαν τόν Ἀπόστολο, ἐπιστρέφοντας βρῆκαν τήν γυναῖκα, πού κρατοῦσε στά χέρια της τό μαντήλι μετωμένο, τό ὁποῖο θερμά καταφιλοῦσε καί ἔδειχνε σ’αὐτούς τόν ὀφθαλμό της ὑγιῆ καί βλέποντα, ἡ ὁποία καί ἔλεγε:«Ζῆ Κύριος, δέν εἶναι ἄλλος Θεός, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνον, τόν ὁποῖο ὁ Παῦλος κήρυττε». Ὁπότε καί αὐτοί, ἀφοῦ θαύμασαν τό γεγονός, πίστεψαν στόν Χριστό καί μαζί μέ αὐτήν πῆγαν στόν Νέρωνα, κηρύττοντας μεγαλόφωνα τά μεγαλεία του Θεοῦ.Ὁ Νέρων νικημένος ἀπό τόν θυμό, πρόσταξε νά λάβη ὁ καθένας ἀπό αὐτούς διαφορετική τιμωρία. Καί ὁ μέν πρῶτος δήμιος ἀποκεφαλίσθηκε, ὁ δεύτερος σχίσθηκε στό μέσον μέ τό σπαθί καί ὁ τρίτος λιθοβολήθηκε. Ἡ δέ Περπέτουα φυλακίσθηκε. Πηγαίνοντας ὅμως σ’αὐτήν ἡ βασίλισσα καί σύζυγος τοῦ Νέρωνα, μαζί μέ τίς τιμιώτερες γυναῖκες τῆς Ρώμης, διδάχθηκαν ἀπό ἐκείνη τήν ἀληθινή καί βέβαιη πίστι τοῦ Χριστοῦ καί μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα τελειώθηκαν. Ὅταν ἔμαθε αὐτά ὁ Νέρων, τήν μέν Περπέτουα τήν ἔδειρε ἀρκετά καί κατόπιν, ἀφοῦ ἔδεσε στόν λαιμό της μία πέτρα τοῦ μύλου, τήν ἔρριξε στόν βυθό. Τίς ὑπόλοιπες ὅμως γυναῖκες τίς ἀποκεφάλισε, ἐπειδή δέν θέλησαν νά ἀρνηθούν τόν Χριστό. Βρῆκε ὅμως ἡ θεία ἐκδίκησι τόν ἀσεβή Νέρωνα. Διότι αὐτός, έπειδή μισήθηκε ἀπό τόν λαό τῆς Ρώμης, ἔφυγε ἀπό τό βασίλειο καί βάδιζε μέσα στά δάση καί  τά λαγκάδια, προτιμῶντας περισσότερο νά πεθάνη, παρά νά ζῆ. Ὁπότε ταλαιπωρημένος ἀπό τό κρύο καί τήν πεῖνα, μέ κακό τρόπο τελείωσε τήν ζωή, γενόμενος τροφή στά θηρία ὁ ἀσεβής καί παρανομώτατος.
Τρίτος Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ πρωτόκλητος Ἀνδρέας, ὁ καί ἀδελφός τοῦ Πέτρου. Αὐτός λοιπόν κήρυξε τό Εὐαγγέλιο σέ ὄλα τά παραθαλάσσια μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας καί Βιθυνίας καί Ἀρμενίας καί, ἀφοῦ ἐπέστρεψε μέσω τῆς Βυζαντίδας, κατέβηκε μέχρι τήν Ἐλλάδα, πηγαίνοντας δέ στίς Πάτρες τῆς Ἀχαΐας, σταυρώθηκε ἀπό τόν Αἰγεάτη.
Τέταρτος εἶναι ὁ Ἰάκωβος, ὁ τοῦ Ζεβαδαίου, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο σἐ ὅλη τήν Ἰουδαία καί ὕστερα θανατώθηκε μέ μάχαιρα ἀπό τόν Ἡρώδη Ἀγρίππα γιά τήν μεγάλη παρρησία, πού εἶχε.
Πέμπτος εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής καί Θεολόγος, ὁ καί ἀδελφός Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στό στήθος τοῦ Χριστοῦ, Αὐτός κήρυξε τό Ευαγγέλιο στήν Ἀσία και, ἀφοῦ ἐξωρίσθηκε στήν Πάτμο ἀπό τόν Δομετιανό, πολλά πλήθη ἄπιστων πρόσφερε στόν Χριστό καί ἐπιστρέφοντας στήν Ἔφεσο, ἀναπαύθηκε εἰρηνικά, ὄντας πλήρης ἡμερῶν.
Ἕκτος εἶναι ὁ Φίλιππος, ὁ ἀπό Βησθαϊδᾶ τῆς Γαλιλαίας, συμπατριώτης τοῦ Ἀνδρέα καί Πέτρου. Αὐτός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀσία καί Ἱεράπολι μαζί μέ τήν ἀδελφή του Μαριάμνη καί μέ τόν Βαρθολομαῖο. Ὕστερα, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀπό τούς Ἕλληνες, θανατώθηκε σ’αὐτήν τήν Ἱεράπολι.
Ἕβδομος εἶναι ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος καί Δίδυμος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κήρυξε τόν Χριστό σέ πάρθους καί Μήδους καί Πέρσες καί Ἰνδούς, κτυπήθηκε ἀπό αὐτούς μέ κοντάρια καί τελειώθηκε.
Ὄγδοος εἶναι ὁ Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στούς Ἰνδούς, τούς λεγόμενους Εὐδαίμονες καί, ἀφοῦ σταυρώθηκε στήν Οὐρβανόπολι, τελειώθηκε.
Ἔνατος εἶναι ὁ Ματθαίος, ὁ ὁποῖος λέγεται καί Λευΐ, ἀδελφός Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου, ὁ τελώνης καί Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος ἔκανε μεγάλη ὑποδοχή στόν Ἰησοῦ. Αὐτός, ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἱεράπολι τῆς Συρίας καί, ἀφοῦ λιθοβολήθηκε, τελειώθηκε.
Δέκατος εἶναι ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀλφάιου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί ἀδελφός Ματθαίου. Αὐτός λοιπόν κήρυξε τόν Χριστό στά ἔθνη, γι’αὐτό καί ὠνομάσθηκε σπέρμα θεῖο. Ἀφοῦ ὅμως γρήγορα καί μέ προθυμία προσώρησε στό κήρυγμα ἐλέγχοντας τούς ἀπαίδευτους λαούς, κρεμάσθηκε σέ σταυρό καί παρέδωσε τήν ψυχή τυ στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἐνδέκατος εἶναι ὁ Σίμων ὁ Ζηλωτής, ὁ καταγόμενος ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Ναθαναήλ στό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο. Αὐτός λοιπόν κήρυξε σέ ὅλη τήν Μαυριτανία καί τήν χώρα τῆς Ἀφρικῆς τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί, ἀφοῦ σταυρώθηκε, τελειὤθηκε.
Δωδέκατος εἶναι ὁ Ἰούδας τοῦ Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος ἀπό μέν τόν Λουκᾶ ὀνομάζεται Ἰούδας τοῦ Ἰακώβου, τόσο στό Εὐαγγέλιό του, ὅσο καί στίς Πράξεις, ἀπό δέ τόν Ματθαῖο ὀνομάζεται Θαδδαίος καί Λευαῖος, ἀδελφός κατά σάρκα γενόμενος τοῦ Κυρίου. Αὐτός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Μεσοποταμία, τελικά ὅμως τελειώθηκε στήν πόλι Ἀραράτ, ἀφοῦ κρεμάσθηκε από τούς ἄπιστους καί κτυπήθηκε μέ τόξα.
Ὁ Ματθίας, ὁ ὁποῖος συναριθμήθηκε μέ τούς ἕνδεκα Ἀποστόλους μέτά τήν Ἀνάληψι, κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Αἰθιοπία και, ἀφοῦ ὑπέστη πολλές τιμωρίες ἀπό τούς ἄπιστους, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια του.
Ὁ Ἰάκωβος, ὁ ἀδελφός τοῦ Κυρίου, ὁ καί υἱός τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορα, ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος τῶν Ἰεροσολύμων. Ἀφοῦ κρεμάσθηκε ὅμως ἀπό τούς Ἰουδαίους ἐπάνω ἀπό τό πτερύγιο, δηλαδή τό τοξάτο καί ἐξωπέτακτο τοῦ ἱεροῦ καί κτυπήθηκε στήν κεφαλή μέ τό ξύλο τῶν κναφέων, δηλαδή ἐκείνων πού πλένουν τά ροῦχα, τελειώθηκε.
Ὁ Σίμων ὁ λεγόμενος καί Συμεών καί Κλεόπας, ἦταν βέβαια υἱός τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορα καί ἀδελφός Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Ἔγινε ὄμως δεύτερος Ἐπίσκοπος τῶν ἱεροσολύμων καί ἔζησε ἐκατόν εἰκοσι χρόνια. Ἐπειδή ὅμως ἦταν συγγενής τοῦ Κυρίου καί καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ ἰούδα, γι’ αὐτό καταδικάσθηκε ἀπό τόν βασιλιά Δομετιανό, κατά τό ἔτος 82, νά πιῆ φαρμάκι, τό ὁποῖο κατασκεύασαν ἀπό σκορπιούς καί φίδια καί φαλάγγια καί ἄλλα φαρμακερά θηρία· δέν ἐπαθε ὅμως κανένα κακό. Ὁπότε ἀργότερα, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀπό τόν βασιλιά Τραϊανό κατά τό ἔτος 98, τελειώθηκε.
Ὁ Βαρνάβας ὁ λεγόμενος καί Ἰωσῆς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἦταν ἕνας ἀπό τούς Ἐβδομήκοντα. Αὐτός ἀντέγραψε τό κατά Ματθαίον Εὐαγγέλιο καί τελειώθηκε στήν νῆσο Κύπρο.
Ὁ Μάρκος ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱός κατά πνεῦμα τοῦ Κορυφαίου Πέτρου, κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀλεξάνδρεια καί σέ ὅλη τήν περίχωρο μέχρι τήν Πεντάπολι. Στήν Ἀλεξάνδρεια, ἀφοῦ σύρθηκε ἐπάνω σέ πέτρες, τελειώθηκε καί τάφηκε ἐκεῖ.
Ὁ Λουκᾶς, ὁ Εὐαγγελιστής καί ἰατρός, ὁ συνέκδημος Παύλου, συνέγραψε τό δικό του Εὐαγγέλιο μέ ὑπαγόρευσι τοῦ μακάριου Παύλου. Ἐπί πλέον συνέγραψε καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἀφοῦ ὅμως αὐτός ἀναχώρησε ἀπό τήν Ρώμη, περιῆλθε ὄλη τήν Ἐλλάδα καί κήρυξε τό Εὐαγγέλιο. Πηγαίνοντας ὅμως στίς Θῆβες τῆς Βοιωτίας, ἀκεῖ εἰρηνικά τελειώθηκε, ὀγδόντα χρόνων γέροντας. Λένε δέ ὅτι αὐτός πρῶτος ζωγράφησε τήν εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καί τῆς Μητέρας του καί τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων καί ἀπό τότε διαδόθηκε σέ ὄλο τόν κόσμο αὐτό τό εὐσεβές καί πάντιμο ἔργο τῆς εἰκονογραφίας.
Ὁ Φίλιππος, ὁ ἀναφερόμενος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί καταγόμενος ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, πῆρε νόμιμη γυναῖκα καί εἶχε τέσσερις θυγατέρες προφήτιδες. Αὐτός ἔγινε διάκονος ἀπό τούς Ἀποστόλους καί βάπτισε τόν Σίμωνα τόν Μάγο,ὁ ὁποῖος πίστεψε ὑποκριτικά. Αὐτός βάπτισε καί τόν Αἰθίοπα τόν εὐνοῦχο. Ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Τράλλι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μαζί μέ τίς θυγατέρες του, ἐκεῖ ἀπῆλθε πρός Κύριο.
Ὁ Ἀνανίας, ὁ Ἀπόστολος ἔγινε Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀποκαλύψεως τόν Παῦλο βάπτισε. Αὐτός, ἐπειδή ἔκαμνε πολλά θαύματα καί θεραπεῖες, τόσο στήν Δαμασκό, ὅσο καί στήν Ἐλευθερούπολι, γι’αὐτό δάρθηκε μέ βούνευρα ἀπό τόν ἡγεμόνα Λουκιανό καί ξέσθηκε στά πλευρά καί κάηκε μέ λαμπάδες ἀναμμένες, καί, ἀφοῦ τόν ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τήν πόλι, τόν λιθοβόλισαν.
Ὁ Ἰωσήφ, ὁ λεγόμενος καί Ἰοῦστος καί Βαρσαβᾶς στίς Πράξεις, ὁ ὁποῖος ἔγινε σύμψηφος μέ τόν Ματθία, αὐτός, ὄντας ἕνας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα μαθητές, εἰρηνικά τελειώθηκε.
Ὁ Στέφανος, ὁ Πρωτομάρτυρας, ὁ πρῶτος ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί ἕνας ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Μαθητές, ὁ ἀναφερόμενος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, λιθοβολήθηκε ἀπό τούς Ἰουδαίους, γιά τήν θερμή πίστι, πού εἶχε, ἐνῶ συνεργοῦσε στόν φόνο του καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀκόμη ἄπιστος, καί ἐνταφιάσθηκε στήν Ἱερουσαλήμ. Ὕστερα ὅμως στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε τό ἅγιο λείψανό του στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκε στήν τοποθεσία, πού λέγεται Κωνσταντιανές.
Ὁ Πρόχορος ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους και, ὄντας ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα, ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς Νικομήδειας, τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία λέγεται στήν τουρκική γλῶσσα Σμίτη, καί εἰρηνικά τελειώθηκε.
Ὁ Νικάνωρ, ὄντας ἕνας καί αὐτός από τούς ἑπτά Διακόνους καί τούς Ἑβδομήκοντα, εἰρηνικά τελειώθηκε.
Ὁ Τίμων καί αὐτός ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους καί γενόμενος Ἐπίσκοπος Βόστρων τῆς Ἀραβίας, κατακάηκε μέ φωτιά ἀπό τούς Ἕλληνες.
Ὁ Παρμενᾶς καί αὐτός ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑπτά Διακόνους, ὁ ὁποῖος μπροστά στούς Ἁγίους Ἀποστόλους τελειώθηκε στήν διακονία του.
Πρέπει δέ νά γνωρίζουμε, ὅτι οἱ ἀνωτέρω πανεύφημοι Ἀπόστολοι, τόσο οἱ Δώδεκα, ὅσο καί οἱ κατώτεροι ἀπό αὐτούς Ἑβδομήκοντα, τούς ὁποίους ὁ Κύριος Ἀποστόλους ἀνέδειξε, μαζί μέ τίς σεπτές Μυροφόρες καί πιστές γυναῖκες, αὐτοί, λέω, ὅλοι ἑκατόν εἴκοσι ὄντας στόν ἀριθμό, ὅπως ἀναφέρουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, δέν βαπτίσθηκαν μέ «τό δι΄ὕδατος βάπτισμα», διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς ὑποσχέθηκε, ὅτι θά βαπτσθοῦν «ἐν Πνεύματι Ἁγίω»· «Ἰωάννης γάρ φησι, ἐβάπτισεν ὕδατα, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίω», καί καθόσον, ὅταν κατέβηκε το Πνεῦμα τό Ἅγιο σέ ὅλους τούς παραπάνω κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τούς γέμισε ἀπό τά χαρίσματά του, ὅπως καί ὁ Προφήτης Ἰωήλ, προφήτευσε, ὁπότε ἀργότερα δέν χρειάσθηκαν ἄλλο βάπτισμα.

 

Πηγή: Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Εκδόσεις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη “ἉΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Α'”Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, Τόμος Ε’.

0