
Θεία Λειτουργία – Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου 15/8/2024
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος α’.
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἦρθε πλέον καί ἡ ὥρα πού ἡ Πάναγνος Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὡς ἄνθρωπος ἕπρεπε νά ἐγκαταλείψει τή γῆ καί τή ζωή αὐτή. Γιά τήν Κοίμηση τῆς Παναγίας δέν γράφει τίποτα τό Εὐαγγέλιο τό γεγονός τό γνωρίζουμε >ομως ἀπό τήν Ἀγία Παράδοση τῆς Ἐκκλήσίας μας, πού μέ ἀκρίβεια καί εὐλάβεια μέσα στούς αἰῶνες διεφύλαξε ὅλα ἐκεῖνα τά γεγονότα πού ἀφοροῦσαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἔτσι ὤστε οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων νά τιμοῦν στούς αἰῶνες τῶν αἰῶνων τήν μόνην Θεοτόκον.
Μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ Παναγία ἔμεινε στή φροντίδα καί στήν ἀγάπη τοῦ Ἰωάννη, ἔτσι ὄπως τό ζήτησε ὁ Υἱός της κατά τήν ὥρα τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Ἰωάννης τήν πῆρε στό σπίτι του, πού ἦταν κοντά στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆς καί ἔμεινε κοντά της μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της. Συνήθιζε μάλιστα συχνά νά ἔρχεται στό μνῆμα τοῦ Κυρίου καί υἱοῦ της, νά θυμιάζει, νά γονατίζει καί νά προσεύχεται. Κάποιοι Ἰουδαῖοι ὅμως πού τήν ἔβλεπαν συχνά νά ἔρχεται στόν τάφο τοῦ Ἰησοῦ, ἦρθαν καί τήν κατήγγειλαν στούς Ἀρχιερεῖς κι ἐκεῖνοι ἔβαλαν στρατιῶτες γιά νά τήν συλλάβουν. Μά οἱ φύλακες ποτέ δέν εἶδαν τήν ‘Υπεραγία Θεοτόκο πού καθημερινά συνέχιζε νά ἔρχεται στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ της, γιατί ὁ Θεός δέν τούς ἄφηνε νά δοῦν τήν Παναγία Μητέρα Του. Μιά μέρα ἐκεῖ πού ἡ Πανάχραντος προσευχόταν στό ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ἐμφανίσθηκε μπροστά της ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί τῆς ἀνήγγειλε ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νά παραδώσει τήν ψυχή της. Ἡ Παναγία γύρισε στό σπίτι της μέ χαρά νά ἐτοιμασθεῖ. Καθῶς κατέβαινε ἀπό τό ὅρος ὅλα τά δέντρα σάν νά ἦσαν ἕμψυχα καί λογικά ἔγερναν τά κλαδιά τους καί τήν προσκυνοῦσαν. Μόλις ἔφθασε στό σπίτι της μέ τά ἴδια της τά χέρια ἑτοίμασε ὅλα τα τῆς ταφῆς της. Ἀφοῦ ἐτοιμάσθηκε κι εὑχαρίστησε τό Θεό, κάλεσε κοντά της τούς συγγενεῖς καί τίς γειτόνισσές της καί τούς γνωστοποίησε ἐκεῖνα πού τῆς εἶπε ὁ ἄγγελος. Οἱ γυναῖκες μόλις ἄκουσαν αὐτά ἄρχισαν νά θρηνοῦν καί παρακαλοῦσαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου νά μήν τίς ἀφήσει ὁρφανές. Ἡ Θεοτόκος τίς διαβεβαίωσε ὅτι ὄταν μεταστεῖ στόν οὔρανό θά περισκέπει ὄχι μόνο αὐτές ἀλλά ὁλόκληρο τόν κόσμο. Στήν συνέχεια ἡ Πάναγνη τοῦ Κυρίου μητέρα δώρισε τά δύο φορέματά της νά λάβουν ἀπό ἕνα δύο δυστυχισμένες χῆρες πού σύχναζαν κοντά της. Ἔπειτα ξάπλωσε στήν κλίνη της σταύρωσε τά χέρια της καί περίμενε τόν Κύριο καί Υἱό της νά πάρει τήν ψυχή της. Ἡ Παναγία, ἀνθοφόρα γερόντισσα πλέον, ὡς ἄνθρωπος πού ἦταν, περίμενε τόν θάνατο καί χωρίς νά ἀκούγεται παρακαλοῦσε:”Ἀπόστολοι ἐκ περάτων συναθροισθέντες ἐνθάδε Γεσθημανή τό χωρίον, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ, Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβέ μου τό Πνεῦμα”. Ἦθελε πρίν νά φύγει νά δεῖ καί πάλι τούς μαθητές τοῦ Υἱοῦ της, νά τούς ἀσπασθεῖ καί να τούς ἀποχαιρετήσει. Ἦθελε οἱ μαθητές τοῦ Υἱοῦ της νά ἐνταφιάσουν τό σῶμα της. Ἀμέσως δυνατή βροντή συγκλόνισε τό μικρό σπιτάκι τῆς Παρθένου καί πάνω του συμπυκνώθηκαν πάρα πολλά σύννεφα. Σιγά σιγά ἕνας-ἕνας ἄρχισαν νά καταφθάνουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Τούς ἄρπαξαν ἀπό τά πέρατα τῆς οἰκουμένης σὐννεφα καί τούς ἔφεραν στη Γεσθημανή γιά νά κηδεύσουν τό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Μαζί τους ἦταν καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καθώς καί οἱ Ἱεράρχες, ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἅγιος Ἰερόθεος, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀεροπαγίτης καί ὁ Ἅγιος Τιμόθεος. Ἡ Παναγία μας ὅταν εἶδε χάρηκε, ὕψωσε τά χέρια της καί προσευχήθηκε δοξάζοντας τόν Κύριο πού ἄκουσε τήν ταπεινή ἱκεσία τῆς δούλης του. Ἐκείνη τήν ὥρα ἀκούσθηκε μιά φοβερή βοή καί τό μικρό σπιτάκι της κατακλύσθηκε ἀπό πλῆθος Ἀγγελικῶν Δυνάμεων. Ἐκείνη τήν ὥρα ἔκπληκτοι ἀπό τά θαυμαστά αύτά γεγονότα μαζεύτηκαν ἀπέξω ἀπό τό σπίτι πλῆθος ἄνθρωποι καθώς καί πολλοί ἄρρωστοι, οἱ ὁποῖοι γιατρύτηκαν. Ξαφνικά μέσα ἀπό ὁλοφώτεινη νεφέλη πρόβαλε ὁ Ἱησοῦς Χριστός καί γύρω Χερουβείμ καί Σεραφείμ. Τό Πρόσωπο τῆς Ἀειπαρθένου ἔλαμψε περισσότερο ἀπό τόν ἥλιο. Ὁ Υἱός της παράλαβε στά ἄχραντα χέρια Του τήν ἁγία ψυχή τῆς Μητέρας Του ἑνῶ γλυκύτατες ἀγγελικές μελωδίες ἀκούσθηκαν καί ἐνώθηκαν μέ τίς ψαλμωδίες τῶν Ἀποστόλων καί ὅλος ὁ τόπος γέμισε ἀπό οὐράνια ἀνέκφραστη εὐωδία. Σκληρός βεβαίως ὁ θάνατος. Γι’ αὐτό καί οἱ θεῖοι ἀπόστολοι δάκρυσαν τούτη τῆν ὥρα.
Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι ἀφοῦ μέ θλίψη καί δάκρυα ἔψαλλαν τά ἐπιτάφια ἐγκώμια πρός τήν Θεοτόκο, σήκωσαν τό νεκροκρέβατο μέ τό ἱερό σκήνωμα τῆς Παναγίας μας καί μέ λαμπάδες καί ὕμνους ἐξοδίους κίνησαν νά ἐνταφιάσουν τό θεοδόχο σῶμα τῆς Θεομήτορος στή Γεσθημανή, σέ τάφο πού ἡ ἵδια εἶχε ἑτοιμάσει. Τήν συνοδεία τῶν Ἀποστόλων συνόδευαν ἀπό ἐπάνω τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων καί οἱ οὐράνιες μελωδίες ξεχύνονταν στή γῆ καί ἀκούονταν ἀπό ὅλους.
Μόνο οἱ Ἑβραῖοι σκέφθηκαν νά ἀρπάξουν τό νεκροκ΄ρεβατο ἀπό τούς ὤμους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Μάλιστα ἕνας ἐξ αύτῶν, ὁ Ἰεφονίας, τόλμησε καί πλησίασε τό νεκροκρέβατο μέ τό πάναγνο σῶμα τῆς Θεομήτορος μέ σκοπό νά τό ἀναποδογυρίσει. Μά καθώς ἄγγιξε τό ἱερό σκήναμ τῆς Παναγίας Ἄγγελος Κυρίου πρόλαβε μέ τό σπαθί του καί τοῦ ἀπέκοψε τά χέρια καί τότε τά ἔλαβε ἀφοῦ μετανόησε γιά τήν πράξη του. Ἡ ἐξόδιος πομπή ἔφθασε στἠ Γεσθημανή, ὅπου οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι ἐνταφίασαν τό σκήνωμα τῆς Θεοτόκου. Ἀπό τό μνῆμα ἔβγαινε ἄρρητη καί ἀνεκδιήγητη εὐωδία. Γιά τρεῖς ἡμέρες ἀκούγονταν ὑπερκόσμιοι ὕμνοι ἀγγέλων χωρίς ὡστόσο νά τούς βλέπει κανένας.
“Ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας μας δέν εἶναι κηδεία λυπητερή ἀλλά πανηγυρική καί χαρμόσυνη γιορτή: γιορτή ἀθανασίας. Ἅν >ισως δέν εὐδοκοῦσε ὁ Κύριος νά πάρει σάρκα ἀπό τοῦτο τό ἁγιασμένο σκήνωμα πού τό βλέπουμς ξαπλωμένο πάνω σέ νεκρικό κλινάρι, τί θλίψη ἀπαρηγόρητη θά εῖχαμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καταδικασμένοι δίχως ἐλπίδα στή φθορά καί στό θάνατο!”.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΚΥΠΡΗΣ, Αθήνα 2010.

