Θεία Λειτουργία – Απ. Φιλίππου 14/11/2026
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Φίλιππε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Σήμερα ποὺ ἡ ἀμφιβολία εἶναι καθημερινὸ γεγονός, ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος μᾶς καλεῖ ὅλους καὶ μὲ ἁπλότητα, ὅπως στὸν φίλο του Ναθαναήλ, ἐπαναλαμβάνει στὸν καθένα μας: «Ἔρχου καὶ ἴδε…». Ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος καταγόταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Νεώτατος μὲ δίψα φλογερὴ μελετοῦσε τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο καὶ τὶς προφητεῖες ποὺ μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Ὁ Κύριος ὅταν ξεκίνησε τὸ ἔργο του καὶ καλοῦσε τοὺς μαθητές του, συναντᾶ τὸν Φίλιππο καὶ τὸν καλεῖ: «Ἀκολούθει μοι!». Μὲ μεγάλη χαρὰ δέχθηκε τὴν πρόσκληση ὁ Φίλιππος, ἀμέσως ἔσπευσε νὰ καλέσει τὸν φίλο του Ναθαναὴλ καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ τοῦ φώναξε: «Ὅν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ Νόμῳ καὶ οἱ προφῆται εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ!». Ὁ Ναθαναὴλ ὅμως μὲ ἀμφιβολία τοῦ λέγει «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναται τι ἀγαθὸν εἶναι;». Ὁ Φίλιππος ποὺ ἔχει δοκιμάσει τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς μὲ τὸν Σωτήρα μετὰ βεβαιότητος τὸν προσκαλεῖ νὰ τὸν γνωρίσει: «Ἔρχου καὶ ἴδε!». Πλησίασε τὸν Χριστὸ ὁ ἄδολος Ναθαναήλ, διαπίστωσε τὴν πραγματικότητα κι ὁ ἴδιος τὸ ὁμολόγησε μὲ τὴν περίφημη φράση του: «Τὸ πιστεύω, Διδάσκαλε, ἀλήθεια, ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλοῦν οἱ Προφητεῖες καὶ περιμένουμε!». Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ἀκολουθεῖ παντοῦ τὸν Διδάσκαλο, γινόμενος Μάρτυρας τῶν ὑπερφυσικῶν θαυμάτων Του. Λίγες ἡμέρες πρὶν τὰ θεῖα Πάθη, ὁ Φίλιππος μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μαθητὲς ἀκολούθησε τὸν Κύριο κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα, δοξολογώντας τὸν Θεὸ γιὰ ὅσα θαυμαστὰ εἶχαν δεῖ τὰ μάτια του. Τότε πλησίασαν τὸν Φίλιππο κάποιοι Ἕλληνες ζητώντας του νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Φίλιππος τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα κι ὁ Κύριος βλέποντας τοὺς δύο Ἕλληνες εἶπε: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα νὰ δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ ἐνῶ ὁ Κύριος ἔδινε ἐν εἴδει διαθήκης τὶς τελευταῖες ἐντολές Του πρὸς τοὺς μαθητές Του, ὁ Φίλιππος μὲ ἀγωνία τὸν διέκοψε ζητώντας Του μὲ πόθο: «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν». Τότε ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀπάντηση: «Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα, ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι» καὶ μὲ κάποιο παράπονο λέγει στὸν Φίλιππο «Τόσο καιρὸ εἶμαι μαζί σας καὶ δὲν μὲ γνώρισες, Φίλιππε; Δὲν πείσθηκες ὅτι εἶμαι Θεὸς ἀχώριστα ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα;». Μὲ τὴν σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ὁ Φίλιππος ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι Ἀπόστολοι ἔφυγαν μὲ φόβο. Ὁ πόνος ὅμως τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου ἔνωσε καὶ πάλι τοὺς μαθητὲς ἐκεῖ στὸ ὑπερῷο ὅπου μετὰ τρεῖς μέρες ἐν μέσῳ αὐτῶν ἐμφανίσθηκε Ἀναστημένος ὁ Διδάσκαλος. Σκίρτησαν ἀπὸ χαρὰ ὅλοι τους. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ Φίλιππος ἐνδυναμωμένος διανύει τοὺς δρόμους τῆς Οἰκουμένης κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὴν ἀδελφή του Μαριάμνη περιῆλθαν διάφορες πόλεις κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο. Μιὰ χριστιανικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο πρῶτος στὴ Σκυθία, χώρα βαρβαρική, βόρεια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Οἱ εἰδωλολάτρες κάτοικοι ἀρχικὰ τὸν συνέλαβαν καὶ διὰ τῆς βίας τὸν ὁδήγησαν νὰ προσφέρει θυσία στὸ ἄγαλμα τοῦ Ἄρη. Ὁ Ἅγιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ προσευχήθηκε καὶ ἀπέδειξε τὴν ἀπάτη τῶν δαιμόνων, ὅταν ἀπὸ τὸ βάθρο τοῦ ἀγάλματος πρόβαλε ἕνας φοβερός, δύσμορφος δράκος ποὺ τοὺς τρόμαξε ὅλους. Τότε ὁ Ἅγιος τοὺς προέτρεψε νὰ κομματιάσουν τὸ ἄγαλμα τοῦ ψευδοθεοῦ καὶ στὴ θέση του νὰ στήσουν ἕνα σταυρὸ κι ἔτσι θὰ σωθοῦν. Οἱ Σκύθες πίστευσαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν. Ὁ Ἅγιος ἔμεινε κοντὰ τους γιὰ 20 χρόνια. Ἀπὸ τὴν Σκυθία ἀφοῦ διῆλθε πολλοὺς τόπους ἦρθε καὶ στὴν Ἀθήνα. Μαζί του εἶχε καὶ ἕνα παιδί, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀναστήσει ἐκ νεκρῶν. Μετὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα τόσο ἡ μητέρα ὅσο καὶ τὸ παιδὶ πίστεψαν στὸν Χριστό, βαπτίσθηκαν κι ἔγιναν κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως. Τὸ παιδὶ αὐτὸ ὁ Φίλιππος τὸ εἶχε μαζί του γιὰ νὰ μαρτυρεῖ στοὺς εἰδωλολάτρες τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεώς του. Ἔτσι ἔγινε καὶ στὴν Ἀθήνα, οἱ Ἀθηναῖοι ὅμως ἀκούγοντας ὅλα αὐτὰ σκανδαλίσθηκαν καὶ ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του. Ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος, ἀφοῦ χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν τὸν Νάρκισσο, ἀναχώρησε γιὰ ἄλλες πόλεις. Ἔφθασε στὴν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας ὅπου μὲ ἐντολὴ τοῦ ἡγεμόνα τὸν συνέλαβαν καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ ψευδοδίκη πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν σταυρώσουν μαζὶ μὲ τοὺς συνεργάτες του, Βαρθολομαῖο καὶ Μαριάμνη. Οἱ στρατιῶτες κρέμασαν τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο σὲ ἕναν σταυρὸ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Ἕνας φοβερὸς σεισμὸς ὅμως ἐκείνη τὴ στιγμὴ συγκλόνισε τὴν Ἱεράπολη, ἡ γῆ ἄνοιξε καὶ κατάπιε τὸν ἀνθύπατο μαζὶ μὲ κάποιους ἱερεῖς τῶν φιδιῶν. Ἔντρομοι οἱ κάτοικοι ἔσπευσαν στοὺς σταυρωμένους ἁγίους καὶ τοὺς παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς συγχωρήσουν καὶ νὰ προσευχηθοῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Προσευχήθηκαν οἱ Ἅγιοι καὶ ὁ σεισμὸς κατέπαυσε. Μὲ συντριβὴ οἱ κάτοικοι ξεκρέμασαν τὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὴν Μαριάμνη καὶ ἔπειτα πήγαν νὰ κατεβάσουν καὶ τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο, ἐκεῖνος ὅμως δὲν δέχθηκε γιατὶ ἔνιωθε πὼς εἶχε φθάσει ἡ ὥρα τοῦ τέλους του. Ἦταν ἐξάλλου 87 ἐτῶν. Κρεμασμένος ἐκεῖ στὸν Σταυρό, ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος συνέχισε μέχρι τελευταίας του πνοῆς νὰ διδάσκει τοὺς πιστοὺς μέχρι ποὺ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΑΘΩΣ, Αθήνα 2010



