Θεία Λειτουργία – Αγίου Στεφάνου του Σαβαΐτου 13/7/2024
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖον στεφάνωμα, τὴν ἀρετὴν ἐσχηκῶς, λαμπρῶς ἐστεφάνωσας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, ἐν λόγοις καὶ πράξεσι, σὺ γὰρ ὡς ἱεράρχης, καὶ σοφὸς θεηγόρος, θείων ᾀσμάτων λύρα, Πάτερ Στέφανε ὤφθης, διὸ ταὶς σαὶς φαιδρότησιν, ἠμᾶς στεφάνωσαν.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΟΛΙΝΔΟΥΧ ΤΗΣ ΕΚ ΠΕΡΣΙΔΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΙΑΣ
Αὐτή ἦταν ἀπό τήν Περσία, ἔχοντας ἄνδρα ἀρχιμάγο, στά χρόνια τοῦ Χορσόη τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, τοῦ δέ Μαυρικίου βασιλιᾶ τῶν Ρωμαίων κατά τό ἔτος 584. Αὐτή λοιπόν, ἀφοῦ ἔπεσε σέ ἔκστασι, βλέπει Ἄγγελο Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τῆς ἔδειξε ἕναν τόπο σκοτεινό καί γεμᾶτο ἀπό φωτιά, μέσα στόν ὁποῖο εἶδε τούς προγόνους της, οἱ ὁποῖοι λάτρευαν τά εἴδωλα. Ἔδειξε ἀκόμη σ’αὐτήν καί ἄλλον τόπο φωτεινό, μέσα στόν ὁποῖο εὐφραίνονταν καί χόρευαν ἐκεῖνοι, πού λάτρευαν τόν Χριστό. Θέλοντας λοιπόν καί αὐτή νά μπῆ μέσα στον φωτεινό τόπο ἐκεῖνο, ἐμποδιζόταν ἀπό τόν φαινόμενο Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τῆς ἔλεγε, ὅτι στόν τόπο ἐκεῖνο, δέν μποροῦν νά μποῦν οἱ ἄπιστοι. Ἀμέσως λοιπόν μετά τήν ὀπτασία ἐκείνη, ἀφοῦ συνῆλθε ἡ μακάρια, πίστεψε στόν Χριστό καί βαπτίσθηκε, ἀφοῦ ὠνομάσθηκε Μαρία. Γιά τήν αἰτία λοιπόν αὐτή, ἀφοῦ καταδικάσθηκε τόσο ἀπό τόν ἄνδρα της, ὅσο καί ἀπό τόν βασιλιά τῶν Περσῶν, ἐξωρίσθηκε στό κάστρο, τό λεγόμενο τῆς Λήθης, δηλαδή τῆς άλησμονησίας, καί ἐκεῖ πέρασε ἡ ἀοίδιμη δεκαοκτώ χρόνια.
Καί ἐπειδή δέν πείσθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, ρίχθηκε σέ ἕναν λάκκο, μέσα στόν ὁποῖο ἦταν ἕνας δράκοντας,πού προξενοῦσε μεγάλο φόβο σέ ὅσους τόν πλησίαζαν. Ἐκεῖ λοιπόν ἀφοῦ πέρασε τέσσερις μῆνες, τόσο πολύ ἐξημέρωσε τόν δράκοντα, ὥστε ἐκεῖνος ἀκουμποῦσε ἐπάνω στήν Ἁγία νά φάη. Ἔτσι ἔλαβε χάρι ἀπό τόν Θεό, νά μή ἐνοχλῆται πλέον ἀπό πεῖνα, οὕτε νά χρειάζεται ἄνθρώπινη τροφή. Στήν συνέχεια ἔβγαλαν τήν Μάρτυρα ἀπό τόν λάκκο καί, ἀφοῦ τήν παρουσίασαν στόν υἱό τοῦ Χορσόη, τήν ἔδειραν καί ἀπό τόν δαρμό σχίσθηκε ὁ μαστός της. Μετά ἀπό αὐτά ἔβαλαν τήν κεφαλή τῆς Ἀγίας μέσα σέ ἔνα σάκκο γεμᾶτο ἀπό στάκτη τῆς καμίνου καί .ετσι ἀσφαλίσθηκε μόνη μέσα σέ ἔναν τόπο. Ἐπειδή ὅμως διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τήν θεία χάρι, γι’αὐτό τοποθετήθηκε σέ ἔνα πορνοστάσιο, ὅπου προστάχθηκαν μερικοί ἀσελγεῖς, νά ἀτιμάσουν τό σῶμα τῆς Ἁγίας. Ἐκεοῖνοι ὅμως μπαίνοντας, δέν τήν εὕρισκαν, διότι κρυβόταν παράξενα ἀπό κάποια ἀορασία καί δέν τήν ἔβλεπαν. Ἔβαλαν λοιπόν βούλλα στόν λαιμό τῆς Ἁγίας καί ἐνῶ πήγαινε νά ἀποκεφαλισθῆ, λυτρώθηκε ἀόρατα ἀπό θεῖο Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔβγαλε ἀπό τόν λαιμό τῆς σῶα τήν βούλλα πού εἶχε, καί παρακίνησε τόν δήμιο νά τήν ἀφήση καί νά μή τήν ἀποκεφαλίση.
Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἁγία λυπόταν, ἐπειδή δέν ἔπαθε γιά τόν Χριστό, γιά τόν λόγο αὐτόν τῆς ἐμφανίσθηκε θεῖος Ἄγγελος, κρατῶντας σπαθί στά χέρια του, μέ τό ὁποῖο τήν κτύπησε στόν λαιμό καί φάνηκε, ὅτι τῆς προξένησε κόψιμο, καί ἀπό τό κόψιμο ἐκεῖνο βγῆκε αἶμα, τό ὁποῖο κοκκίνησε τά ροῦχα της. Ἔτσι τά ροῦχα της ἐκεῖνα πολλές θεραπεῖες ἔκαναν. Τότε ἡ Ἁγία πὴγε στά Ἱεροσόλυμα καί, ἀφοῦ προσκύνησε τούς Ἁγίους τόπους, πῆγε σέ κάποια Μοναστήρια, μέσα στά ὁποῖα ὑπῆρχε ἡ αἵρεσις τοῦ μονοφυσίτη Σεβήρου. Προσευχήθηκε λοιπόν καί ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά τῆς ἀποκαλύψη, ἄν πρέπη νά ἐπικοινωνήση μέ αὐτούς. Τότε βλέπει ἕναν Ἄγγελο, ὁ ὀποῖος κρατοῦσε δύο ποτήρια, ἕνα σκοτεινό καί ἄλλο φωτεινό. Τῆς .εδειχνε λοιπόν ὁ Ἄγγελος, ὅτι τό μέν φωτεινό ποτήρι, δηλώνει τήν καθολική Ἐκκλησία, τό δέ σκοτεινό, δηλώνει τήν Συναγωγή τῶν αἰρετικών.
Ἐπειδή ὅμως ὁ τότε Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων τήν παρακάλεσε νά πάη στήν Κωνσταντινούπολι, γιά νά εὐχηθῆ τούς εὐσεβεὶς βασιλεῖς, τοῦ ἀποκρίθηκε, ὅτι εἶναι κοντά ἡ πρός τόν Θεό ἐκδημία καί μετάστασί της. Ἔτσι πηγαίνοντας ἀνάμεσα στούς τόπους Νικτζίβι καί Δαρά στόν εὐκτήριο Ναό τοῦ Ἁγίου Σεργίου καί ἐκεῖ, εὐχαριστῶντας τόν Θεό, ἀσθένησε λίγο ἔπειτα ἀφοῦ ζήτησε ἀπό τόν Θεό τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξι καί ἐορτή της στόν μαρτυρικό Ναό τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα, ὁ ὁποῖος εἶναι κοντά στήν Ἁγία Εἰρήνη τήν παλαιά και νέα.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος ΣΤ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.


