Θεία Λειτουργία – Αγίων Χρύσανθου και Δαρείας 19/3/2022
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης
Tὴν σύμπνουν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν, Χρύσανθον ἁγνείας τὸ ἄνθος καὶ Δαρείαν τὴν πάνσεμνον, τῇ πίστει ἑνωθέντες γὰρ σεπτῶς, ἐδείχθησαν τοῦ Λόγου κοινωνοί, ἐναθλήσαντες νομίμως ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ σῴζουσι τοὺς ψάλλοντας· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ἡμῶν πᾶσιν ἰάματα.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
Διαβάστε την ακολουθία ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΟΙΣ ΑΓΙΩΝ
Ὁ Χρύσανθος ἦταν γιὸς ἐπιφανοῦς ἄρχοντος τῆς Ἀλεξανδρείας, τοῦ συγκλητικοῦ Πολέμωνος, ὁ ὁποῖος μετέβη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ρώμη τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Ἀφοῦ περάτωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς του, ὁ Χρύσανθος ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὴν φιλοσοφία. Ἡ ἀνθρώπινη σοφία, ὅμως δὲν τὸν ἱκανοποιοῦσε καὶ ἀνακάλυψε τότε μὲ θαυμασμὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ βιβλίο τῆς ἐνυποστάτου Σοφίας. Ὁδηγημένος ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια, βγῆκε γρήγορα τὸν ὁδηγὸ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέα Καρποφόρου, ὁ ὁποῖος κρυβόταν σὲ σπήλαιο ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ. Ὁ Χρύσανθος κατηχήθηκε ἀπὸ αὐτὸν στὰ μυστήρια τῆς Πίστεως καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Ἐπιστρέφοντας στὴν πόλη ἑπτὰ ἡμέρες ἀργότερα, ἄρχισε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ πρὸς μεγάλη ἀναστάτωση τῶν γονέων του. Ὁ Πολέμων δοκίμασε ἀρχικὰ νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλάξει γνώμη, ὑποσχόμενος ἀπολαύσεις καὶ πλούτη∙ καθὼς οἱ ὑποσχέσεις δὲν ἔφεραν ἀποτελέσματα, τὸν ἔκλεισε σὲ ἕνα σκοτεινὸ κελλί, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ κατορθώσει νὰ κάμψει τὴν ἀποφασιστικότητα τοῦ γιοῦ του διὰ τῆς πείνας.
Βλέποντας ὅμως τὸν γιὸ του νὰ δυναμώνει μὲ τὴν νηστεία καὶ τὸν ἐγκλεισμό, κατὰ συμβουλὴ ἑνὸς φίλου, τὸν ἐγκατάστησε σὲ ἕνα δωμάτιο μὲ ὑπέροχη διακόσμηση καὶ ἔστειλε ὡραῖες νέες νὰ τὸν βάλουν σὲ πειρασμὸ μὲ φιλιὰ καὶ θωπεῖες. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Χρύσανθος ἔμενε ἀναίσθητος στὰ θέλγητρά τους, ἐπικαλούμενος τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνθυμούμενος τὸ παράδειγμα τῆς ἁγνείας του πατριάρχου Ἰωσὴφ (βλ. Γεν.39). Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ τὸν πλησίαζαν οἱ ἄσεμνες κοπέλες, ἔπεφταν σὲ λήθαργο. Συνέστησαν τότε στὸν Πολέμωνα μιὰ νεαρὴ καὶ ὄμορφη κόρη ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἱκανὴ περὶ τὴν φιλοσοφία, ὀνόματι Δαρεία. Τὴν παρουσίασαν στὸν Χρύσανθο στολισμένη ὑπέροχα καὶ ἐκείνη ἐπιχείρησε νὰ τὸν παρασύρει στὰ δίχτυα τῶν θελκτικῶν λόγων τῆς. Ὁ Χρύσανθος τῆς ἀπάντησε παρουσιάζοντας της τὴν προοπτικὴ τοῦ θανάτου καὶ τῆς τελικῆς Κρίσης. Ἔπειτα, καθὼς δοκίμαζε νὰ τοῦ θυμίσει τὴν τιμὴ ποὺ ὀφείλεται στοὺς θεούς, ὁ ἀληθινὸς φιλόσοφος ἀντέκρουσε τὰ ἐπιχειρήματά της χωρὶς δυσκολία δείχνοντάς της ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ παράλογο ἀπὸ τὴν λατρεία τῶν φυσικῶν στοιχείων, τῆς γῆς, τῶν ὑδάτων, τοῦ πυρός, ἰδίως ὅταν τοὺς ἀποδίδεται ἀνθρώπινη μορφή. Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ἡ Δαρεία ἀσπάθηκε καὶ ἐκείνη τὴν ἀληθινὴ σοφία καὶ ἀποφάσισαν νὰ προσποιηθοῦν γάμο, ὥστε νὰ ζήσουν ἐν παρθενία μέχρι τὴν τελευτή τους, ἑτοιμαζόμενοι γιὰ ἁγνοὺς γάμους στὸν Οὐρανό. Ὕστερα ἄρχισαν νὰ κηρύττουν ἔνθερμα τὴν πίστη στοὺς νέους καὶ τὶς νέες τῆς Ρώμης, πείθοντας ὁρισμένους νὰ φυλάξουν τὴν παρθενία τους γιὰ τὸν Θεό.
Οἱ εἰδωλολάτρες θορυβήθηκαν καὶ τοὺς κατήγγειλαν στὸν ἔπαρχο Κελλερίνο, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν σύλληψή τους καὶ παρέδωσε τὸν Χρύσανθο στὸν τριβοῦνο Κλαύδιο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸν βωμὸ τοῦ Διός, ὁ ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει ὁπότε τὸν ἔδεσαν μὲ βούνευρα βρεγμένα σὲ νερό, ποὺ στεγνώνοντας εἰσέδυαν αργά-αργά βαθιὰ στὶς σάρκες ἕως τὸ κόκκαλο. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν διαφύλαξε σῶο θαυματουργικὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα μαρτύρια ποὺ ἐπινόησαν οἱ τύραννοι. Τὸν ἔριξαν σὲ σκοτεινὴ φυλακὴ ποὺ ἀμέσως καταυγάσθηκε ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν χτύπησαν μὲ ραβδιὰ ποὺ φάνηκαν στὸν ἅγιο σὰν φτερὰ ποὺ τὸν χάιδευαν. Ὁ Κλαύδιος τότε ἀναγνώρισε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, μαζὶ μὲ ὅλη του τὴν οἰκογένεια, τὴν γυναίκα τοῦ Ἱλαρία, τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰάσονα καὶ Μαῦρο καθὼς καὶ τοὺς στρατιῶτες ποὺ ἦσαν ὑπὸ τὶς διαταγὲς του, καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν ἅγιο νὰ τοὺς κατηχήσει. Ἑτοιμάσθηκαν νὰ βαπτισθοῦν διακηρύττοντας ὅτι ἦσαν πρόθυμοι νὰ ὑποστοῦν κάθε μαρτύριο γιὰ τὸ Ὄνομα Του.
Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ Νουμεριανός, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ ρίξουν τὸν Κλαύδιο στὴν θάλασσα μὲ μιὰ πέτρα δεμένη στὸν λαιμὸ καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τοὺς γιοὺς του καὶ τοὺς στρατιῶτες. Χριστιανοὶ ἐναπέθεσαν τὰ σώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων σὲ ἕνα ὑπόγειο κοντὰ στὴν ὁδὸ Σαλαρίας, ὅπου ἡ Ἱλαρία ἐγκαταστάθηκε γιὰ νὰ ἀνάβει τὸ καντήλι καὶ νὰ προσεύχεται στοὺς τάφους τους. Ὅταν πῆγαν στρατιῶτες νὰ τὴν συλλάβουν, τοὺς ζήτησε νὰ τὴν ἀφήσουν μιὰ τελευταία φορὰ νὰ προσευχηθεῖ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων μαρτύρων ὅπου καὶ παρέδωσε τὴν ψυχὴ της στὸν Κύριο. Οἱ ὑπηρέτριες της τὴν ἐνταφίασαν ἐκεῖ καὶ οἰκοδόμησαν ἀργότερα ἕνα ναΰδριο.
Φοβούμενος ὅτι οἱ μεταστροφὲς θὰ πολλαπλασιάζονταν, ὁ αὐτοκράτορας ἔκλεισε τὸν Χρύσανθο στὴν φρικτή, δυσώδη καὶ γεμάτη ἀκαθαρσίες φυλακὴ τῆς Μαμερτίνης καὶ ἔστειλε τὴν Δαρεία σὲ πορνοστάσιο. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπισκέφτηκε ἀκόμα μιὰ φορὰ τοὺς ἁγίους του, περιέβαλε τὸν Χρύσανθο μὲ ἄρρητο φῶς καὶ εὐωδία, ἐνῶ στὴ Δαρεία ἔστειλε ἕνα λιοντάρι νὰ τὴ διαφυλάξει ἀπὸ ἀναίσχυντες ἐπιθέσεις. Ἡ ἁγία ἐμπόδισε τὸ λιοντάρι νὰ κατασπαράξει τὸν πρῶτο ἀσεβὴ ποὺ ἔφτασε, τὸν ὁποῖο μὲ γλυκύτητα κατάφερε νὰ ἀσπασθεῖ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κάνοντας ἔκκληση στὴ λογικὴ του, ἐνῶ τὸ λιοντάρι φύλαγε στὴν πόρτα. Κάποιους ἄλλους τοὺς ἔφερε τὸ λιοντάρι καὶ μετανόησαν καὶ ἐκείνη ἀκούγοντάς τους λόγους της. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, καθὼς ὁ Κελλερίνος ἔβαλε φωτιὰ στὴν εἴσοδο, ἡ Δαρεία ἐξαπέστειλε τὸ λιοντάρι στὸ δάσος καὶ ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὸν ἔσχατο ἀγώνα.
Ὁ Χρύσανθος καὶ ἡ Δαρεία ὑποβλήθηκαν σὲ νέα μαρτύρια, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Τοὺς ἔριξαν τελικὰ σὲ λάκκο ποὺ σκέπασαν μὲ πέτρες καὶ χώματα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐτελειώθησαν μαρτυρικώς καὶ κέρδισαν τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, καθὼς οἱ χριστιανοὶ συναθροίστηκαν ἐπὶ τόπου νὰ ἑορτάσουν τὴν μνήμη τῆς ἐν οὐρανοῖς γέννησής τους, ὁ Νουμεριανός διέταξε νὰ φράξουν τὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου μέσα στὸ ὁποῖο εἶχαν συναχθεῖ γιὰ τὴν θεία Λειτουργία ποὺ τελοῦσαν ὁ ἱερέας Διόδωρος καὶ ὁ διάκονος Μαριανός. Ὅλοι τοὺς κοινώνησαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων τὴν ὥρα ποὺ οἱ στρατιῶτες ἔριχναν σωροὺς χωμάτων μέσα στὴν σπηλιά. Ἔτσι ὅλοι πῆγαν νὰ ἀνταμώσουν στὴν αἰώνια χαρὰ τὸν Χρύσανθο, τὴν Δαρεία καὶ τοὺς συναθλητὲς τους.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 7ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.



