Θεία Λειτουργία – Aγίου Μωκίου 11/5/2024
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
“Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὢν τῆς δόξης, θυσίαν λογικήν, καὶ ὁλόκληρον θῦμα, ἀθλήσεως ἄνθραξι, σεαυτὸν προαενήνοχας, ὅθεν Μώκιε, διπλῶ στεφάνω σὲ στέφει, ὁ δοξάσας σε, ὡς δοξασθεῖς σοῦ τοὶς ἄθλοις, Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος.”.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΩΚΙΟΥ
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 288, οἱ δέ γονεῖς του ὠνομάζονταν Εὐφρἀτιος καί Εὐσταθία, οἱ ὁποῖοι ἦταν εὐγενεῖς καί πλούσιοι, καταγόμενοι ἀπό τήν παλαιά Ρώμη. Αὐτός λοιπόν χρημάτισε Ἱερέας τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι στήν Ἀμφίπολι, ἡ ὁποία Ἀμφίπολι βρίσκεται ἀνάμεσα στό Ὀρφάνι καί Πράβι καί ὠνομαζόταν προηγουμένως, Ἐννέα ὁδοί καί Μυρίκη καί ἄλλοτε μέ ἄλλα ὀνόματα. Ἀργότερα ὠνομάσθηκε Χριστούπολις μέ θρόνο Μητροπόλεως, τώρα ὅμως εἶναι ἔρημη. Ἔτσι ἐπειδή ἦταν Ἱερέας, πρόσεχε πάντοτε νά διδάσκη, κηρύττοντας τόν Χριστό καί παραγγέλλοντας στούς ἀνθρώπους, νά ἀπέχουν ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων. Ὅταν ὁ ἀνθύπατος Λαοδίκιος πρόσφερε θυσία στόν ψευδοθεό Διόσκορο καί οἱ ἄλλοι είδωλολάτρες ἦταν συγκεντρωμένοι, τότε ὁ Ἅγιος Μώκιος πῆγε καί γκρέμισε τόν βωμό. Τότε, ἀφοῦ συνελήφθη, ὡμολόγησε τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό. Καί πρῶτα βέβεια, τόν κρέμασαν, ἔπειτα ὁμως ξέσχισαν τούς μήνιγγες τῆς κεφαλῆς του καί τά σιαγόνια καί τά πλευρά του. Μετά ἀπό αὐτά ἄναψαν μία κάμινο ἀπό πίσσα καί στουπί καί κλήματαμ ἀλλά τόσο πολύ τήν ἄναψαν, ὥστε ἡ φλόγα ἀνέβηκε ὑψηλά ἕως ἑπτά πήχεις.
Ἐκεῖ λοιπόν μέσα ἔβαλαν τόν Ἅγιο. Ἡ δέ φλόγα, ἀφοῦ δέχθηκε τόν Μάρτυρα, τόν διαφύλαξε σὼο. Διότι ἔβλεπαν ἐκεῖνοι, που΄στέκονταν ἔξω ἀπό τήν κάμινο, ὅτι βάδιζε ὁ Ἅγιος στό μέσο τῆς καμίνου μαζί μέ ἄλλους τρεῖς ἔνδοξους ἄνδρες. Τό πρόσωπο δέ τοῦ ἑνός ἀπό τούς τρεῖς, ἄστραπτε περισσότερο ἀπό τήν λαμπρότητα τῆς καμίνου. Καί λοιπόν ἡ φλόγα τῆς καμίνου στόν μέν Ἅγιο δέν πλησίασε καθόλου, οὔτε σ’αὐτές τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς του. Ἀφοῦ ὅμως χύθηκε ἔξω ἀπό τήν κάμινο, κατέκαυσε τόν ἀνθύπατο καί ἐννέα ἀνθρώπους, πού εἶχε μαζί του.
Ἀλλά τόσο πολύ τούς κατέκαυσε, ὥστε δέν ἔμεινε ἀπό τά σώματά τους οὔτε τό ἐλάχιστο μέρος. Ἀφοῦ λοιπόν βγῆκε ὁ Ἅγιος ἀβλαβής ἀπό τήν κάμινο, κλείσθηκε στήν φυλακή ἀπό τόν πρίγκιπα Θαλάσιο. Ὅταν ὅμως πῆγε ἐκεῖ ἄλλος ἀνθύπατος, τότε ἔβγαλε τόν Μάρτυρα γιά ἐξέτασι καί, ἐπειδή ὁ Ἅγιος δέν πείσθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, ἀλλά μᾶλλον τόν κήρυξε περίφημα, γι΄αὐτό τόν ἔδεσαν ἐπάνω σέ δύο τροχούς, ἀπό τούς ὁποίους συμπατήθηκε καί κατακόπηκε ὁ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής.
Στήν συνέχεια, ἀφοῦ μέ παράδοξο τρόπο γλύτωσε ἀπό τούς τροχούς ρίχθηκε στά θηρία, γιά νά τόν καταφᾶνε, διαφυλάχθηκε ὅμως καί ἀπό ἐκεῖνα ἀβλαβής μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ὅλος ὁ λαός φώναζε, νά ἀφήσουν πλέον τόν Ἅγιο καί νά μή τόν τυραννοῦν. Γιά τόν λόγο αὐτό τόν ἔστειλε ὁ ἀνθύπατος πρός τόν ἄρχοντα Φιλιππήσιο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στήν Πειρινθούπολι τῆς Θράκης, ἡ ὁποία τώρα ὀνομάζεται Ἡράκλεια καί ἀπό ἐκεῖ τόν ἔστειλε στό Βυζάντιο, ἐκεῖ δέ ἔλαβε ὁ μακάριος τήν τοῦ θανάτου ἀπόφασι.
Ἔτσι, ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε ὁ γενναῖος ἀγωνιστής, ἔλαβε ἀπό τόν Θεό διπλούς τούς στεφάνους, καί ὡς Ἱερέας καί ὡς Μάρτυρας Κυρίου. Τό ἅγιο λείψανό του τότε βέβαια ἐνταφιάσθηκε ἔνα μίλι ἔξω ἀπό τήν πόλι. Ὕστερα ὅμως, ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος βασίλευσε, ἔκτισε Ναό στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ πολύτιμο καί ὑπέροχο καί στό μεγαλεῖο καί στό κάλλος καί ἐκεῖ τοποθέτησε τό τίμιό του λείψανο, ὅπου τελεῖται καί ἡ Σύναξι καί ἡ ἑορτή του.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου, Τόμος Ε’, Εκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη “ἉΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Α”, Νέα Σκήτη ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.


