
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ
Ὁ Μέγας αὐτός καί μακάριος καί άοίδιμος ἀνάμεσα στούς βασιλεῖς Κωνσταντῖνος, ἦταν υἱός τοῦ Κώνσταντος τοῦ Χλωροῦ καί Ἑλένης τῆς τιμίας. Διότι ὁ πατέρας του Κώνστας, ἦταν ἐγγονός τοῦ Κλαύδιου τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ρώμης, πού ἦταν πρίν ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Διοκλητιανού καί του ΚΑρήνου. Αὐτός λοιπόν ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἔγινε συγκοινωνός τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ καί τοῦ Μαξιμιανοῦ τοῦ Ἐρκουλίου, μαζί μέ τόν Μαξιμιανό τόν Γαλλέριο. Καί ὅταν οἱ παραπάνω τρεῖς βασιλεῖς ξεσήκωσαν διωγμό μεγάλο κατά τῶν Χριστιανῶν, μόνος αὐτός φερόταν πρός τούς Χριστιανούς μέ πραότητα καί συμπάθεια καί χρησιμοποιοῦσε ὡς συμβούλους καί κοινωνούς τῶν ὑποθέσεών του ἐκείνους, πού ἀγωνίζονταν γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός ὁ Κώνστας δίδαξε τήν εὐσέβεια καί τήν πίστι στόν ἀγαπητό του υἱό Κωνσταντῖνο, πού μετά ἀπό αὐτά ἔγινε ὁ πρῶτος βασιλιάς στούς Χριστιανούς. Ὁπότε καί τόν ἄφησε διάδοχο τῆς βασιλείας του στά νησιά τῆς Βρετανίας, δηλαδή τῆς Ἑγγλιτέρας. ¨Ο δέ Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔμαθε ἐκεῖνα πού ἔγιναν στήν Ρώμη ἀπό τόν Μαξέντιο, τόν υϊό τοῦ Μαξιμιανοῦ Ἐρκουλίου, τά ὁποία ἦταν ἀκάθαρτα καί μισητά ἔργα, αὐτά, λέω, ὅταν ἔμαθε, ἐπιτέθηκε ἐναντίον του, άφοῦ ἐπικαλέσθηκε ὡς βοηθό τόν Χριστό. Ὁπότε ὁ Θεός βλέποντας τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του, ἀρχικά μέν τοῦ ἐμφανίσθηκε στόν ὕπνο· ἔπειτα ὅμως στήν μέση τῆς ἡμέρας χάραξε ὁ Κύριος τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ἀνάμεσα στά ἄστρα, στό ὁποῖο ἦταν γραμμένα τά γράμματα αὐτά· “Ἐν τούτω νίκα”. Δηλαδή μέ τό σημεῖο αὐτό καταδέχθηκε ὁ Κύριος νά ἐμφανίση καί αἰσθητα τόν ἑαυτό του στόν Μέγα Κωνσταντῖνο καί σέ ὅσους εἶναι ἄξιοι σύμφωνα μέ αὐτόν. Ὁπότε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, παίρνοντας θάρρος μέ τό σημεῖο αὐτό, ὥπλισε τόν ἑαυτό του, ἁφοῦ ἔκανε χρυσό τόν Σταυρό, πού ἐμφανίσθηκε. Στήν συνέχεια πηγαίνοντας στήν Ρώμη, ὄχι μόνο νίκησε τόν ἀλιτήριο Μαξέντιο, πού πνίγηκε στόν Τίβερι ποταμό, πού βρίσκεται στήν Ρώμη, κοντά στήν γέφυρα πού λέγεται Βολβία, ἀλλά καί τούς πολίτες τῆς Ρώμης ἐλευθέρωσε ἀπό τήν τυρρανία ἐκείνου. Κατόπιν, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό την Ρώμη καί περπατώντας ἀπό τόπο σέ τόπο, θέλησε νά κτίση πόλι στό δικό του ὄνομα κοντά στήν Τρωάδα, ὅπου ἔγινε παλιά ὁ πόλεμος τῶν Τρωαδιτῶν μέ τούς Ἕλληνες. Ἐμποδίσθηκε ὅμως ἀπό θεία ἀποκάλυψι νά μή τήν κτίση ἐκεῖ, ἀλλά μᾶλλον νά τήν κτίση στό Βυζάντιο. Ὁπότε, ἀφοῦ ἀκολούθησε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔκτισε τήν θεοφρούρητη πόλι στό δικό του ὄνομα, δηλαδή τήν Κωνσταντινούπολι, καί τήν ἀφιέρωσε στόν Θεό, σάν μία προσφορά τῆς δικῆς του εὐσέβειας. Ἐπειδή ὅμως ἀναζητοῦσε νά μάθη τήν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, συνάθροισε στήν Νίκαι τούς Ἀρχιερείς, πού βρίσκονταν σέ ὅλα τά μέρη τῆς οἰκουμένης, δηλαδή συγκρότησε τήν ἁγία καί Πρώτης Οἰκουμενική Σύνοδο τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτῶ θεοφόρων Πατέρων, μέ τήν ὁπία, ἡ μέν Ὀρθόδοξη πίστις ἀνακηρύχθηκε καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀναγνωρίσθηκε ὡς ὁμοούσιος, δηλαδή ὅτι ἔχει τήν ἴδια οὐσία καί φύσι μέ τόν Πατέρα. Ὁ δέ Ἄρειος καί οἱ ὀπαδοί του ἀναθεματίσθηκαν μαζί μέ τήν βλάσφημη καί κακόδοξί τους αἵρεσι. Καί .οχι μόνο αύτά ἔκανε ὁ Ἰσαπόστολος αὐτός Κωνσταντῖνος, ἀλλά καί τήν μητέρα του Ἑλένη ἔστειλε στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά ἀναζητήση νά βρῆ τό τίμιο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ἔπάνω στό ὁποῖο καρφώθηκε κατά σάρκα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ δέ Ἁγία Ἑλένη ἀφοῦ τό βρήκεμ ἄλλο τεμάχιο ἀπό αὐτό ἄφησε στά Ἱεροσόλυμα, ἄλλο πάλι ἔφερε στήν Κωνσταντινούπολι. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ πέρασε τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της, “ἐν εἰρήνη ἐτελειώθη”.
Ὁ δέ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀφοῦ ἐγκαινίασε τήν Κωνσταντινούπολι μέ ἐγκαίνια καί πανήγυρι, λίγο ἔζησε μετά ἀπό αὐτά. Ὁπότε, ὅταν ἔφθασε στά σαράντα δύο χρόνια τῆς βασιλείας του καί ἄρχισε νά κάνη πόλεμο έναντίον τοῦ Σαβωρίου, τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, πῆγε σέ ἕνα προάστειο, δηλαδή τσιφλίκι τῆς Νικομήδειας καί ἐκεῖ ἐξεδήμησε πρός τόν Κύριο. Τό δέ ἅγιο του λείψανο μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολι καί, ἀφοῦ δεξιώθηκε μέ προπομπές βασιλικές καί ὑπαντήσεις μεγαλοπρεπεῖς, ἐνταφιάσθηκε στόν ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Βασίλευσε δέ στήν παλαιά Ρώμη κατά τό 318 ἔτος μετά τήν Γέννησι τοῦ Χριστοῦ, τριακοστός δεύτερος βασιλειάς Ρώμης γενόμενος μετά τόν Αὔγουστο.Τελεῖται σέ ἡ Σύναξί του στήν ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία καί στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου καί τό τίμιό του βρίσκεται λείψανο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Ε΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.

