Θεία Λειτουργία 7:30 – 9:30 π.μ – Αγίου Ιωάννου Χρυστοστόμου 13/11/2024
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός ἐκλάμψασα χάρις, τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ & ΜΗΤΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΑΝΘΟΥΣΗΣ
Ὁ φωστήρας τοῦτος στὸ στερέωμα τῶν ἁγίων, ὁ στύλος αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλος, γεννήθηκε περὶ τὸ 349 στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ χριστιανοὺς γονεῖς: τὸν Σεκοῦνδο, ποὺ ἦταν ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν Ἀνθοῦσα, μία γυναίκα θαυμαστὴ γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβειά της. Ἔμεινε χήρα σὲ ἡλικία μόλις 20 ἐτῶν καὶ ἀντὶ νὰ νυμφευθεῖ πάλι προτίμησε νὰ ἀφιερώσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγωγὴ τοῦ γιοῦ της. Ἐνέπνευσε στὸν Ἰωάννη τὸν ἔρωτα τῆς ἁγνείας καὶ τοῦ ἐμφύτευσε τοὺς σπόρους τῶν ἀρετῶν. Καὶ ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, ἐπέδειξε μιὰ φύση φλεγόμενη γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ὑπεράσπιση τῆς δικαιοσύνης, ζῆλο ἀπτόητο, ὅπως καὶ ἀκλόνητο θάρρος. Ἡ μητέρα του τοῦ προσέφερε ἐπιμελημένη μόρφωση στὰ ἑλληνικὰ γράμματα κοντὰ στοὺς καλύτερους δασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ περίφημος Λιβάνιος. Τὰ χαρίσματά του στὴ ρητορικὴ ἦταν τέτοια, ποὺ ὑπῆρχε ἡ σκέψη νὰ τὸν κάνουν ἕναν λαμπρὸ δικηγόρο καὶ ὁ Λιβάνιος ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ὁρίσει διάδοχό του. Ὁ Ἰωάννης ὅμως δὲν ἀφέθηκε νὰ περισπασθεῖ ἀπὸ τὶς ματαιότητες τοῦ κόσμου∙ βαπτίσθηκε σὲ ἡλικία δεκαοχτὼ χρονῶν, ἔγινε ἀναγνώστης λίγο ἀργότερα καὶ ἔκτοτε στράφηκε πρὸς τὴν ἀληθινὴ Φιλοσοφία τῶν ἁγίων. Μετὰ τὴν βάπτισή του κανεὶς δὲν τὸν ἄκουσε ποτὲ νὰ προφέρει βλασφημία, ψέμα ἢ κακολογία, μήτε νὰ χαρεῖ κὰν μὲ τὸν χλευασμὸ ἢ τὸν ἔλεγχο τοῦ πλησίον του. Ἐνεδύθη, ὄντως, τὸν Χριστό, στολισμένος, μέσα ἀπὸ ἔντονο καὶ καθημερινὸ ἀγώνα, τὴ στολὴ τῶν ἀρετῶν. Κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ φίλου του Βασιλείου, μὲ τὸν ὁποῖο μοιραζόταν τὸν ἴδιο πόθο γιὰ τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε ὅλες τὶς κοσμικὲς του σχέσεις γιὰ νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ οἰκογενειακὸ κτῆμα καὶ νὰ ἐπιδοθεῖ ἐκεῖ στὴν ἄσκηση. Ἄκρως αὐστηρὸς μὲ τὸν ἑαυτὸ του, ὁ νέος ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴ νηστεία, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχή, δίχως νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτὸ του κανένα περισπασμό. Ἔμενε στὴν ἡσυχία, προσέχοντας νὰ ἀποκρούει τὶς ὁρμὲς τῆς ἐπιθυμίας καὶ τοῦ θυμοῦ. Προόδευσε τόσο πολὺ σὲ τόσο λίγο χρόνο, ὥστε πολὺ γρήγορα ἀπέκτησε τὴν ἱκανότητα νὰ προσεύχεται ἀρεμβάστως καὶ νὰ διατηρεῖ σὲ κάθε περίσταση ἀτάραχη τὴ διάνοια καὶ μιὰ ἀπαρασάλευτη πραότητα. Ὅταν, ἀργότερα, τύχαινε νὰ παροργισθεῖ στὶς ὁμιλίες του, αὐτὸ γινόταν πρὸς διόρθωση τοῦ ποιμνίου του καὶ δίχως ποτὲ νὰ χάνει τὴν αὐτοκυριαρχία του. Σὲ ἡλικία εἴκοσι πέντε χρονῶν ἡ φήμη του εἶχε ἤδη διαδοθεῖ καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας θέλησε νὰ τὸν κάνει πρεσβύτερο, ἄλλα ὁ ταπεινόφρων Ἰωάννης, ἱστάμενος μὲ δέος πρὸ τοῦ ἀξιώματος τῆς ἱερωσύνης, προτίμησε τὴ φυγή, καὶ χάρη σὲ ἕνα ἅγιο τέχνασμα κατάφερε νὰ χειροτονηθεῖ στὴ θέση του ὁ φίλος του Βασίλειος.
Ὅταν ἐκοιμήθη ἡ μητέρα του μπόρεσε νὰ ἐκπληρώσει τὸν πόθο ποὺ ἔτρεφε γιὰ πολλὰ χρόνια νὰ ἀπαρνηθεῖ ἐντελῶς τὸν κόσμο καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ μεταξὺ τῶν μοναχῶν ποὺ ζοῦσαν στὰ βουνὰ γύρω ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ἔζησε ἐκεῖ ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς Σύρου ἀσκητῆ, στὴν ὑπακοή, τὴν ἀπόλυτη πτωχεία, τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή. Οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ σηκώνονταν καθημερινὰ κατὰ τὸ μεσονύκτιο καὶ προσεύχονταν ὅλοι μαζὶ μέχρι ἀνατολῆς τοῦ ἠλίου, κατόπιν ἐπέστρεφε ὁ καθένας στὸ κελλὶ του γιὰ νὰ περάσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἡμέρας μὲ ταπεινὲς ἐργασίες ἢ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Δὲν λάβαιναν γιὰ τροφή, παρὰ λίγο ψωμὶ καὶ ἁλάτι, μετὰ τὴ δύση τοῦ ἠλίου, κατόπιν δέ, συνομιλοῦσαν γιὰ λίγα λεπτὰ περὶ πνευματικῶν θεμάτων, πρὶν ἀναπαυθοῦν ἐλαφρῶς. Μετὰ ἀπὸ τέσσερα χρόνια βιοτῆς, στὴν ὁποία ἀναδείχθηκε ὑπόδειγμα γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς του, ὁ Ἰωάννης ἀποφάσισε νὰ ἀποσυρθεῖ, μόνος τῷ Θεῶ μόνω, προσομιλῶν σὲ μιὰ σπηλιά. Ἐκεῖ μπόρεσε νὰ ἀποδυθεῖ στοὺς πιὸ σκληροὺς ἀγῶνες γιὰ νὰ ὑποτάξει τὴ σάρκα στὸ πνεῦμα. Πέρασε ὅλη τὴν περίοδο αὐτὴ δίχως νὰ καθήσει στιγμὴ γιὰ νὰ κοιμηθεί, ἀναπαυόμενος γιὰ λίγο, κρεμάμενος ἀπὸ τοὺς ὤμους σὲ ἕνα σχοινὶ δεμένο ἀπὸ τὴν ὀροφή. Ὅλος ὁ χρόνος του ἦταν ἀφιερωμένος στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη τῶν Γραφῶν, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἄντλησε γνώση μοναδικῆς βαθύτητος. Ἐκτέθηκε ὅμως σὲ τέτοιες σκληραγωγίες στὴ νηστεία καὶ τὸ κρύο, ὥστε μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἀρρώστησε βαριὰ στὰ νεφρὰ καὶ χρειάστηκε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἀντιόχεια. Κατὰ τὴ σύντομη αὐτὴ περίοδο τοῦ μοναχικοῦ τοῦ βίου, ὁ Ἰωάννης ἔλαβε μοναδικὴ γνώση τῶν θείων πραγμάτων καὶ παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του ἄρχισε νὰ διδάσκει μὲ τὴ συγγραφὴ πραγματειῶν περὶ πνευματικῆς ζωῆς.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ του στὴν Ἀντιόχεια (381) χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἅγιο Μελέτιο [12 Φεβρ.] καὶ ἐν συνεχεία, δύο χρόνια ἀργότερα (383), πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν διάδοχο του Φλαβιανό. Ἔγινε δεκτὸς μετὰ χαρὰς ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ γιὰ δώδεκα χρόνια ἀνέλαβε τὴν πραγματικὴ πνευματικὴ καθοδήγηση τῆς μεγάλης μητροπόλεως, ἡ ὁποία τὸν καιρὸ ἐκεῖνο χειμαζόταν, ἀπὸ πολλὰ ἤδη χρόνια, εὑρισκόμενη σὲ μιὰ ἀξιοθρήνητη ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση. Λέγεται ὅτι, τὴ στιγμὴ τῆς χειροτονίας του, ὁρισμένοι εἶδαν μία λευκὴ περιστερὰ νὰ κάθεται στὸ κεφάλι του, καὶ πράγματι, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς κατέβηκε στοὺς Ἀποστόλους μὲ τὴ μορφὴ πύρινων γλωσσῶν, κατοικοῦσε ἔκτοτε στὸν Ἰωάννη καὶ ἔδινε στὸν λόγο του τὴ δύναμη τοῦ θείου Πυρός. Ἡ εὐγλωττία του ἦταν τόσο λαμπρή, ποὺ μάζευε σὲ κάθε ὁμιλία του στοὺς διάφορους ναοὺς ὁλόκληρη τὴν πόλη καὶ στὸ ἐκκλησίασμα γεννοῦσε τόσο μεγάλο ἐνθουσιασμό, ποὺ συχνὰ τὸν διέκοπταν θυελλώδεις ἐπευφημίες. Τὰ λόγια του ἦταν ὅμοια μὲ τὰ πλούσια νερὰ τοῦ ποταμοῦ ποὺ εὐφραίνουσι τὴν πόλην τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 45, 5)∙ εἰσέδυαν βαθιὰ στὶς καρδιὲς καὶ ὕψωναν τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἔρωτα τῆς ἀρετῆς. Ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρες, αὐτὸς ποὺ διέπρεψε περισσότερο στὴν εὐφράδεια ἦταν ὁ Ἰωάννης, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔγινε σύντομα συνήθεια νὰ τοῦ ἀποδίδουν τὴν ὀνομασία «Χρυσόστομος». Τὸ κήρυγμά του ἦταν θεμελιωμένο κυρίως στὴν Ἁγία Γραφή, στὸ μέλι τῆς ὁποίας εἶχε μὲ φιλοπονία ἐντρυφήσει στὴν ἐρημία∙ ἀρεσκόταν νὰ ἐξηγεῖ τὸ κατὰ γράμμα νόημά της καὶ νὰ φανερώνει τὴν ἑνότητα τοῦ θεϊκοῦ σχεδίου ποὺ ἀποκαλύπτει, ἐφαρμόζοντάς τὸ πάντα στὴν ἄμεση χριστιανικὴ ζωή. Ἔφθανε στὴ θεωρία τῆς ἀβύσσου τῶν θείων μυστηρίων καὶ βολιδοσκοποῦσε τὸν πλοῦτο τῶν δογμάτων, γνώριζε ὅμως νὰ καταδεικνύει πὼς αὐτὰ βρίσκουν τὴν ἀντανάκλασή τους στὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς: συγκεκριμένα τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴ μετάνοια καὶ τὴ συντριβὴ καρδίας ποὺ βασίζεται στὴν ἐμπιστοσύνη στὸ ἄπειρο μεγαλεῖο τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν «Κήρυκα τοῦ ἐλέους» καὶ «Φωτισμένο ὀφθαλμὸ μετανοίας». Δὲν ἀρκοῦνταν, ὡστόσο, στὸ κήρυγμα, ὀργάνωνε ἐπίσης τὴ φιλανθρωπία, διηύθυνε τὶς τελετὲς καὶ τὶς προσευχές, ἀσχολοῦνταν μὲ τὸν καθέναν ὅπως μὲ τὴν ἴδια του τὴν ψυχὴ καὶ ἐνεργοῦσε ὡς διαιτητὴς σὲ δημόσιες ὑποθέσεις, ὅπως τὸ γκρέμισμα τῶν ἀγαλμάτων τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου ἀπὸ τὸν ἐξεγερμένο λαὸ (387), ποὺ δίχως τὴ μεσολάβηση τοῦ ἁγίου θὰ ἐπέσυρε αἱματηρὰ κατασταλτικὰ μέτρα.
Τὸ 397 ἐκοιμήθη ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος [11 Οκτ.] καὶ ὁ χηρεύων θρόνος ἔγινε ἀντικείμενο δριμείας ἀντιζηλείας, ἰδιαιτέρως ἐκ μέρους τοῦ Θεοφίλου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ποὺ φθονώντας τὴν αὐξανόμενη ἐπιρροὴ τῆς Βασιλευούσης ἐπιθυμοῦσε νὰ τοποθετήσει ἐκεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του, τὸν Ἰσίδωρο. Ἡ φήμη ὅμως τοῦ Ἰωάννη εἶχε κατὰ πολὺ ξεπεράσει τὰ σύνορα τῆς ἐπαρχίας τῆς Ἀντιοχείας καὶ ἐμφανιζόταν ὡς ὁ μόνος πραγματικὰ ἄξιος νὰ ἀναλάβει τὸ ἀξίωμα αὐτό. Ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ εὐνούχου καὶ αὐτοκρατορικοῦ συμβούλου Εὐτροπίου, ὁ αὐτοκράτορας Ἀρκάδιος τὸν ὅρισε ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὸν ἔφερε στὴν Κωνσταντινούπολη, χάρη σὲ ἕνα στρατήγημα γιὰ νὰ τὸν φέρει πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ἀφοῦ ἦταν πασίγνωστο πὼς ἡ ταπεινοφροσύνη του δὲν θὰ τὸν ἄφηνε ποτὲ νὰ δεχθεῖ ἕνα παρόμοιο ἀξίωμα. Ἐνθρονίστηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 398, ἀπὸ τὸν Θεόφιλο, ποὺ τοῦ κρατοῦσε βαθειά ἔχθρα. Μόλις ἔγινε ἐπίσκοπος, τὰ ρητορικὰ του χαρίσματα καὶ ἢ ἁγιότητά του ἔλαμψαν. Κήρυττε ἀκούραστα παντοῦ, συγκεντρώνοντας ἀναρίθμητα πλήθη ποὺ τὸν ἄκουγαν μὲ ἐνθουσιασμό. Ἔδειχνε πατρικὴ ἀγάπη γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς μιλοῦσε μὲ οἰκειότητα, χαίροντας γιὰ τὶς προόδους τους στὴν ἀρετὴ καὶ χύνοντας δάκρυα, ὅταν οἱ διδαχὲς του ἔμεναν ἀτελέσφορες. Ξένος πρὸς κάθε εἶδος δουλικῆς εὐγνωμοσύνης ἀπέναντι στοὺς ἰσχυροὺς τῆς αὐλῆς ποὺ εἶχαν στηρίξει τὴ χειροτονία του, δὲν ἄργησε νὰ ἐπιτεθεῖ στὴν ὑπερπολυτέλεια, τὴν τρυφή, τὴν ὑποκριτικὴ εὐλάβεια τῶν πλουσίων, δίχως, ὡστόσο, νὰ τοὺς καταδικάζει ποτὲ ὀνομαστικά. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τὸ παράδειγμα τῆς εὐαγγελικῆς πτωχείας, ἀφαιρώντας κάθε πολυτέλεια ποὺ συνδεόταν μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου. Πούλησε ὑπάρχοντα τῆς ἀρχιεπισκοπῆς καὶ ἀντικείμενα ἀξίας γιὰ νὰ μοιράσει τὰ χρήματα στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ κτίσει νοσοκομεῖα καὶ ξενῶνες. Δὲν εἶχε τίποτε δικὸ του καὶ ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ κάθε φροντίδα ποὺ συνδεόταν μὲ δεξιώσεις καὶ ἐπίσημα γεύματα. Ἔτρωγε πάντα μόνος, ἴσα ἴσα νὰ συντηρεῖ τὸ ἀσθενικὸ καὶ λιπόσαρκο σῶμα του, καὶ δὲν δεχόταν ποτὲ προσκλήσεις, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφεύγει τὶς κοσμικὲς συζητήσεις. Ἀντιθέτως ἡ φιλοξενία του ἦταν ἁπλόχερη, ἐπισκεπτόταν ὁ ἴδιος ἀρρώστους καὶ φυλακισμένους, βοηθοῦσε φτωχοὺς καὶ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη. Γιὰ νὰ ἀποσπᾶ τὸν λαὸ ἀπὸ τὰ ψυχοφθόρα ἀγωνίσματα καὶ θεάματα, ὀργάνωνε λιτανεῖες καὶ ψαλμωδίες ποὺ ἀντιχοῦσαν στὴν πόλη ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ. Τελοῦσαν συχνὰ ἀγρυπνίες, ἔτσι ὥστε ὅσοι ἐργάζονταν τὴν ἡμέρα νὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἔρχονται νὰ προσευχηθοῦν στὴν ἡσυχία τῆς νύκτας. Ὁ Ἰωάννης προέτρεπε, ἐξάλλου, τὸν καθένα νὰ διακόπτει τὸν ὕπνο του γιὰ νὰ ἀφιερώσει λίγο χρόνο στὴν προσευχή. Τότε μάλιστα συνέθεσε τὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τελοῦμε μέχρι σήμερα. Ὅταν λειτουργοῦσε, ἔβλεπε συχνὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πλῆθος ἀγγέλων ποὺ ἔρχονταν νὰ σταθοῦν κύκλω στὸ θυσιαστήριο. Παρ’ ὅλα τὰ ποιμαντικὰ του καθήκοντα, πρώτη του ἀσχολία ἦταν ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀπορροφοῦνταν τόσο σὲ αὐτήν, ποὺ λησμονοῦσε νὰ λάβει τροφὴ καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ. Μία νύκτα, ὁ μαθητὴς του Πρόκλος [20 Νοεμ.] ποὺ τὸν διακονοῦσε, κοίταξε κρυφὰ στὸ κελλὶ του καὶ εἶδε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στεκόταν στὸ πλάι του καὶ τοῦ ὑπαγόρευε τὴν ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν του. Ὁ ζῆλος τοῦ Ἰωάννη γιὰ τὴν ἀρετὴ ἐπεκτεινόταν σὲ ὅλο τὸ περιβάλλον, καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ἐνεργητικότητα νὰ διορθώσει τὰ ἤθη τοῦ κλήρου καὶ φρόντισε νὰ ἀφορισθοῦν ὁρισμένοι σιμωνιακοί ἐπίσκοποι. Ἐπέδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ἱεραποστολὲς καὶ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς βαρβάρους, ἰδιαιτέρως στοὺς Γότθους, στοὺς ὁποίους προσέφερε μία ἐκκλησία στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὅλη αὐτὴ ἡ ποιμαντικὴ δραστηριότητα ὅμως, καὶ ἡ ἀποφασιστικότητα γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τῶν ἠθῶν, γέννησαν σύντομα τὴν ἐχθρότητα κατὰ τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου σὲ ὁρισμένες θεοσεβεῖς ἀρχόντισσες καὶ σὲ κοσμικοὺς ἐπισκόπους ποὺ ἐκμεταλλεύθηκαν κάθε πρόφαση γιὰ νὰ τὸν διαβάλουν. Ὁ Θεόφιλος Ἀλεξανδρείας ἐκμεταλλεύθηκε ἐπίσης τὶς διαδόσεις αὐτὲς καὶ τὴν προστασία ποὺ εἶχε προσφέρει ὁ Ἰωάννης στοὺς Μακροὺς Ἀδελφοὺς καὶ σὲ μιὰ ὁμάδα πενήντα περίπου μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίσθηκαν ὠριγενιστὲς καὶ διέφυγαν ἀπὸ τὴ Νιτρία [10 Ἰουλ.], γιὰ νὰ τὸν κατηγορήσει καὶ νὰ προκαλέσει τὴν ἐκθρόνισή του ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Δρυός, ἀποτελούμενη ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ὀπαδοὺς του (403). Ἀντὶ νὰ ἀπαντήσει στὶς καταφανῶς ψευδεῖς κατηγορίες καὶ στὶς ραδιουργίες τῆς αὐλῆς, ὁ Ἰωάννης προτίμησε νὰ μιμηθεῖ τὸν Χριστό, ποὺ κράτησε σιγὴ ἐνώπιον τῶν κατηγόρων του καὶ παρεδόθη στὸ Πάθος ὡς ἀμνὸς πρὸς σφαγήν. Ἄφησε λοιπὸν νὰ κατηγορηθεῖ καὶ νὰ καθαιρεθεῖ καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λαὸς ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐξεγερθεῖ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸν πολυαγαπημένο τοῦ ποιμενάρχη, παραδόθηκε ὁ ἴδιος στοὺς στρατιῶτες ποὺ τὸν ὁδήγησαν στὴν ἐξορία στὴ Βιθυνία. Ἀμέσως ὅμως μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ ἁγίου, σεισμὸς συγκλόνισε τὴν πρωτεύουσα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλες καταστροφὲς ποὺ ἔκαναν τὴν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία νὰ συναισθανθεῖ τὸ σφάλμα της καὶ νὰ καλέσει πίσω τὸν Ἰωάννη μέσα στὸ γενικὸ ἐνθουσιασμὸ τοῦ λαοῦ.
Ἐπιστρέφοντας στὸν θρόνο του, ὁ Ἰωάννης δὲν ἦταν, παραταῦτα, διατεθειμένος νὰ κάνει συμβιβασμούς. Ἡ σύμπνοια μὲ τὴν αὐτοκράτειρα κράτησε λίγους μῆνες∙ μέχρι ἐκείνη νὰ ἀνεγείρει πρὸς τιμὴν της ἄγαλμα ἐν μέσω ἑορτῶν καὶ θορυβωδῶν ἐκδηλώσεων ποὺ ἀναστάτωσαν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες καὶ ἔγιναν αἰτία νὰ κατακριθεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης. Οἱ ραδιοῦργοι ἐπωφελήθηκαν τῆς τροπῆς αὐτῆς γιὰ νὰ περάσουν ξανὰ στὴν ἐπίθεση: ὁ Θεόφιλος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κατόρθωσαν νὰ πείσουν τὸν αὐτοκράτορα νὰ μὴν παραστεῖ στὶς ἀκολουθίες τοῦ Πάσχα στὶς ὁποῖες χοροστατοῦσε ὁ Ἰωάννης (404) μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι κατεῖχε τὸ θρόνο ἀντικανονικά. Ὁ Αρκάδιος προχώρησε στὴν ἐκδίωξη τοῦ ἐπισκόπου ἀπὸ τὴν ἐκκλησία του καὶ διέταξε νὰ διωχθεῖ ὁ κλῆρος ποὺ παρέμεινε πιστὸς στὸν ἅγιο, καθὼς καὶ οἱ πιστοὶ στὶς ἐκκλησίες, τὴ στιγμὴ ποὺ τελοῦνταν οἱ βαπτίσεις κατὰ τὸ Μεγάλο Σάββατο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χυθεῖ αἷμα στὶς κολυμβῆθρες. Οἱ ταραχὲς συνεχίστηκαν καὶ τὶς ἑπόμενες ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα. Ὁ Ἰωάννης κρατοῦνταν ἔγκλειστος στὸ μέγαρό του, στενὰ ἐπιτηρούμενος ἀπὸ στρατιῶτες. Τέλος, λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν Πεντηκοστή, παρὰ τοὺς φόβους τῆς Εὐδοξίας μήπως ἐπαναληφθοῦν οἱ καταστροφὲς τῆς προηγούμενης ἀναχωρήσεώς του, ὁ αὐτοκράτορας ἀποφάσισε νὰ διατάξει τὴν ἐξορία τοῦ Ἰωάννη. Ἐκεῖνος παραδόθηκε οἰκειοθελῶς, ὁ λαὸς ὅμως ποὺ συγκεντρώθηκε γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία βρισκόταν σὲ μεγάλο ἀναβρασμό, ξέσπασαν συγκρούσεις καὶ ἔπιασε φωτιὰ καταστρέφοντας μεγάλο τμῆμα τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ καὶ τοῦ παλατίου τῆς Συγκλήτου. Δὲν παρέλειψαν, βέβαια, νὰ κατηγορήσουν γιὰ τὸ γεγονὸς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἁγίου καὶ νὰ βροῦν πρόσχημα νὰ τοὺς καταδιώξουν μὲ μίσος.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Ἰωάννης ὑφίστατο τὶς κακουχίες μιᾶς πικρῆς ἐξορίας. Ὁδηγούμενος πρῶτα στὴ Νίκαια, μεταφέρθηκε κατόπιν στὴν Κουκουσό (Μικρὴ Ἀρμενία), ὅπου ἐδεινωπάθησε ἀπὸ τὸ τραχὺ κλίμα, τὴν πείνα, τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων καὶ τὴν ἀπομόνωση. Ἀπαρασάλευτος, ὡστόσο, στὸ θάρρος του καὶ στὴν ἐλπίδα του, δὲν ἔπαυσε παραταῦτα νὰ ἐνδυναμώνει μὲ ἄφθονη ἀλληλογραφία ὅσους ὑφίσταντο τὴν ἐξορία καὶ τὶς διώξεις γιὰ χάρη του. Ἡ κατάστασή του γέννησε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ πάπα Ἰννοκέντιου, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τὸν στηρίξει, δίχως ἐπιτυχία ὅμως. Καθὼς ἡ παρουσία του καὶ μόνον ἀποτελοῦσε καταδίκη τῶν ἐχθρῶν του, ἐπιχείρησαν νὰ τὸν μεταφέρουν σὲ ἀκόμη πιὸ ἀφιλόξενο τόπο, στὶς ἀκτὲς τῆς Μαύρης Θαλάσσης, στοὺς πρόποδες τοῦ Καυκάσου. Δίχως νὰ σεβασθοῦν τὴν ἡλικία του καὶ τὴν ἀσθενικὴ του ὑγεία, ἀνάγκασαν τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο νὰ ὁδοιπορεῖ μὲ ὅλους τοὺς καιροὺς σὲ δρόμους τραχεῖς. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μῆνες ἔφθασαν στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου καὶ σταμάτησαν κοντὰ σὲ ἕνα ἐκκλησάκι ἀφιερωμένο στὸν τοπικὸ μάρτυρα Βασιλίσκο [22 Μαΐου]. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νυκτός, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης προσευχόταν, παρὰ τὴν μεγάλη ἐξάντλησή του, τοῦ φανερώθηκε ὁ ἅγιος καὶ τοῦ εἶπε: «Θάρρος, ἀδελφὲ μου Ἰωάννη, αὔριο θὰ εἴμαστε μαζί!» Τὸ πρωί, ζήτησε λευκὰ ροῦχα, κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καὶ παρέδωσε τὴν ψυχὴ του στὸν Θεό, λέγοντας: «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν!» (14 Σεπτεμβρίου 407).
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκόμη δοκιμαζόταν ἀπὸ τὸ σχίσμα, καθὼς οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἰωάννη δὲν ἀναγνώριζαν τοὺς ἀντικαταστάτες του ποὺ τοποθέτησε ὁ αὐτοκράτορας. Ὅταν ἀποκαταστάθηκε ἡ εἰρήνη καὶ ἀναγνωρίσθηκε ὁμοφώνως ἡ ἁγιότητα τοῦ Ἰωάννου, τὰ τίμια λείψανά του ἐπέστρεψαν θριαμβευτικὰ στὴ Βασιλεύουσα (438).
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τρίτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.


