Θεία Λειτουργία – Αγίου Ευσταθίου 20/9/2025
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος α’.Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς εὐσέβειαν ἔνδοξε, τὴ τοῦ σοὶ ὀφθέντος δυνάμει, δι’ ἐλάφου Εὐστάθιε, ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς, καὶ ἤστραψας ἐν ἄθλοις ἱεροίς, σὺν τὴ θεία σου συμβίω καὶ τοὶς υἱοίς, φαιδρύνων τοὺς βοώντας σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δείξαντι σὲ ἐν παντί, Ἰὼβ παμμάκαρ δεύτερον.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΑΣ ΑΥΤΟΥ ΘΕΟΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΑΥΤΟΥ, ΑΓΑΠΙΟΥ ΤΕ ΚΑΙ ΘΕΟΠΙΣΤΟΥ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΑΥΤΩΝ
Αὐτός ὁ μεγαλομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Εύστάθιος, ἦταν στρατηλάτης ἐνδοξότατος στήν Ρώμη στά χρόνια του αύτοκράτορα Τραΐανοῦ κατά τό ἔτος 100, καί ἦταν γνωστός ὡς ὁ πλέον περιβόητος ἀπό τούς ἄλλους στήν ἀρετή καί στούς τρόπους καί στήν διάθεσι καί στήν ἐλεημοσύνη καί συμπάθεια πρός τούς πτωχούς. Ὠνομαζόταν προηγουμένως Πλακίδας καί ἡ γυναίκα του Τατιανή. Αὐτός λοιπόν ὁ ἀοίδιμος, ἐπειδή ἦταν ὑποδουλωμένος στήν πλάνη τῶν εἰδώλων, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης του εὐλάβειας καί καλοκαγαθίας ἀξιώθηκε νά κληθῆ στήν πίστι ἀπό τόν Θεό, ὅπως καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Διότι μία φορά, πού αὐτός κυνηγοῦσε καί καταδίωκε ἕνα μεγάλο ἐλάφι καί ἀρκετά τό πλησίασε, ὦ τοῦ θαῦματος! βλέπει ἀνάμεσα στά δύο κέρατα τοῦ ἐλαφιοῦ νά στέκεται ὀ τίμιος Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλαμπε περισσότερο ἀπό τό ἥλιο. Καί ἐν τῶ μεταξύ βλέπει καί τόν δι’ἡμᾶς σταυρωθέντα Χριστό καί ἀπό ἐκεῖ ἀκούει καί μία φωνή,ἡ ὁποία ἔλεγε τά ἐξῆς «Πλακίδα, γιατί μέ διώκεις, ἐγῶ εἶμαι ὁ Χριστός».
Κατόπιν διδάσκεται τῆν εὐσέβεια ἀπό τόν Χριστό ὁ μακάριος καί βαπτίζεται μέ ὅλη του τήν οἰκογένεια. Καί αὐτός ἀπό Παλακίδας ὡνομάσθηκε Εὐστάθιος, ἡ γυναῖκα του ἀπό Τατιανή ὡνομάσθηκε Θεοπίστη καί ἀπό τούς υἱούς του ὁ ἕνας ὡνομάσθηκε Ἀγάπιος καί ὁ ἄλλος Θεόπιστος.
Μετά ἀπό αὐτά διδάσκεται ἀπό τόν Χριστό, πού τοῦ ἐμφανίσθηκε, τούς πειρασμούς, πού ἐπρόκειτο νά πάθη γιά δοκιμασία, ὅπως ὁ Ἱώβ. Καί ὅτι ἐπρόκειτο νά παραδοθῆ στόν δαίμονα πού πειράζει. Καί ἔτσι ἀμέσως, ἀφοῦ στερήθηκε ὅλα ὅσα εἶχε, ἀνεχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του μαζί μέ τήν γυναῖκα καί τά τέκνα του. Καί τήν μέν γυναίκα του τήν στερήθηκε στό ταξίδι ἀπό τόν καπετάνιο, πού ἦταν ἄνθρωπος βάρβαρος καί ἄγριος. Τά δέ δύο του παιδιά τά ἄρπαξαν δύο θηρία, ὄταν περνοῦσε τόν ποταμό. Παρόλα αὐτά καί ἡ γυναίκα του καί τά τέκνα του διαφυλάχθηκαν ἀβλαβῆ ἀπό τήν θεία Πρόνοια, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ἔμεινε στό ἐξῆς νά ἐργάζεται μέ μισθό καί νά ζῆ ἐργατικό βίο, ὁ πρώην πλούσιος καί ἀξιωματικός. Καί αὐτή τήν συμφορᾶ τήν ὑπέμενε γενναῖα ὁ ἀδαμάντινος ὅχι γιά μικρό χρονικό διάστημα.
Ἐπειδή ὄμως ἔτυχε νά ἐπιτεθοῦν βἀρβαροι κατά τῆς ρωμαΐκῆς γῆς καί ἐζητεῖτο ἐκεῖνος πού θά μποροῦσε νά βοηθήση σέ τέτοιον βαρβαρικό πόλεμο, γι’αὐτό ὁ βασιλιάς θυμήθηκε τόν γενναῖο Εύστάθιο μέ τίς παλιές του ἀνδραγαθίες καί νίκες του. Ἔτσι ἀμέσως ἔγινε ἔρευνα σέ κάθε μέρος τοῦ κόσμου καί μέ δυσκολία ἀναγνωρίσθηκε ὁ καλός Εὐστάθιος ἀπό τούς βασιλικούς ἀνθρώπους, πού τόν ζητοῦσαν, τούς ὁποίους ἐξέπληξε ἡ ἐλεεινή θεωρία καί ἡ φτωχική κατάστασι στήν ὁποία βρισκόταν. Τότε ἀφοῦ πῆγε στόν αὐτοκράτορα καί τιμήθηκε μεγαλόπρεπα ἀπό αὐτόν, ἀνέβηκε πάλι στό προηγούμενό του ἀξίωμα. Καί ἀφοῦ ἐπιτέθηκε ἐναντίον τῶν βαρβάρων τούς νίκησε ὁλοκληρωτικά. Ἐπιστρέφοντας ὅμως ἀπό τόν πόλεμο στήν Ρώμη, κατ’οἰκονομίαν τοῦ εὐμήχανου Θεοῦ, βρῆκε τήν γυναῖκα καί τά παιδιά του καί τά ἀνεγνώρισε. Ἔτσι ἀπό ὅλους δοξάσθηκε ὁ Θεός γι’ αὐτό τό θαῦμα πού οἰκονόμησε νά γίνη σ’αὐτόν.
Ἐπιστρέφοντας ὅμως στήν Ρώμη μέ τήν γυναῖκα του καί τά παιδιά του, βρῆκε ὡς αὐτοκράτορα τόν Ἀνδριανό, κατά τό ἐτος 117 καί ἀφοῦ δέχθηκε μεγάλες δωρεές γιά τήν νίκη πού ἔκανε, παρακινεῖται ἀπό αὐτόν νά θυσιάση καί στούς θεούς γιά εὐχαριστία τῆς νίκης. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔλεγε, ὅτι τήν νίκη αὐτή τήν ἔκανε μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ καί ὅχι μέ τήν δύναμι τῶν θεῶν. Ἔτσι ἐξώργισε τόν τύραννο. Καί κατά πρώτον, τοῦ ἀφαιροῦν τό ἀξίωμα τοῦ στρατηλάτη. Κατόπιν δίνεται ὡς τροφή σέ ἄγρια λιοντάρια μαζί μέ τήν γυναῖκα του καί τά παιδιά του. Καί ἐπειδή παρέμειναν καί οἱ τέσσερες ἀβλαβεῖς ἀπό τά θηρία, γι’αὐτό τοποθετοῦνται ὅλοι μαζί μέσα σέ ἕνα βόδι χάλκινο πυρακτωμένο. Καί ἔτσι οἱ μέν ἱερές τους ψυχές παραδόθηκαν στά χέρια τοῦ Θεοῦ, τά δέ ἅγια σώματά τους, πού διαφυλάχθηκαν τελείως ἀκέραια ἀπό τήν φωτιά, τόν μέν λαό τῶν ἀπίαστων τόν παρεκίνησαν σέ ἔκπληξι καί στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τούς Χριστιανούς παρεκίνησαν στό να δοξάζουν τόν Ἅγιο Θεό. Αὐτά παίρνοντάς τα οἱ πιστοί τά ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια καί κάθε τιμή.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Α΄ Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, Ιερά Καλύβη ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, Νεα Σκήτη ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ.


