
Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἡ χριστιανοσύνη οὐδέποτε ἔπαψε νά ἑορτάζει καί νά τιμᾶ τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ πού συντελέσθηκε στά χρόνια τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ πρῶτος Ρωμαῖος αὐτοκράτορας πού κατόρθωσε καί ὑπέταξε ὅλους τούς λαούς στήν μονοκρατορία του. Τότε θέλησε νά κάνει ἀπογραφή τῶν ὑπηκόων του, ἔτσι χωρίς νά τό ὑποψιάζεται γίνεται ὄργανο τοῦ σωτηριώδους σχεδίου τοῦ Θεοῦ. Μέ τό νά ἐπιβάλλει τήν ἑνότητα στούς λαούς, τούς προετοίμασε γιά νά δεχθοῦν τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἑνός καί ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τό αὐτοκρατορικό διάταγμα τῆς ἀπογραφῆς ἔφθασε στἠν Παλαιστίνη τήν ἐποχή πού διοικητής ἦταν ὁ Κυρήνιος. Τότε ὁ Ἰωσήφ καί ἡ μνηστή του Μαρία, πού καί οἱ δύο καταγόταν ἀπό τήν γενιά τοῦ Δαβίδ, ἔπρεπε νά πᾶνε στή Βηθλεέμ, τήν γενέτειρα τῶν πατέρων τους, νά γραφοῦν στούς ἐκεῖ καταλόγους. Ἔτσι ὁ Ἰωσήφ μέ τήν μνηστή του ἔρχονται στή Βηθλεέμ, τή γῆ Ἰούδα, τήν πόλη τοῦ Δαβίδ. Μεγάλο πλῆθος ὅμως εἶχε κατακλύσει τήν Βηθλεέμ ὥστε ὁ Ἰωσήφ δέν μπόρεσε νά βρεῖ κατάλυμα καί ἀναγκάσθηκαν νά καταφύγουν λίγο ἔξω ἀπό τήν πόλη, σέ ἕνα σπήλαιο πού χρησίμευε ὡς σταῦλος. Ἡ ἐπίτοκος Μαρία ἔνιωσε πώς εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα τῆς γέννας. Ἀναπαύθηκε πάνω στά ἄχυρα, ὅπως μποροῦσε κοντά στά δύο ζῶα πού βρίσκονταν ἐκεῖ, τόν ὄνο καί τό βόδι, ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ ἔφυγε τρέχοντας πρός τήν πόλη νά βρεῖ μία μαία. Στό δρόμο του ξαφνικά ἡ φύση ἔμεινε γιά λίγο ἀκίνητη, τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ ἔμειναν μετέωρα στόν οὐρανό, ἄνθρωποι καί ζῶα στάθηκαν στή θέση τους καί ἡ ροή τῶν νερῶν σταμάτησε. Ξαφνικά ὅλα στή ζωή ἀνεστάλησαν, διότι τήν στιγμή ἐκείνη τό Αἰώνιο εἰσέδυε στό πρόσκαιρο τοῦ χρόνου τούτου. Ὁ Ἄχρονος γεννιέται ὡς ἄνθρωπος.
Μετά τήν στιγμιαία αὐτή διακοπῆ τῶν πάντων ὅλα ἐπανῆλθαν στήν κανονική τους κατάσταση. Ὡστόσο ὁ Ἰωσήφ βρῆκε τήν μαία καί μαζί ἔρχοταν πρός τό σπήλαιο. Φθάνοντας ὅμως στό σπήλαιο, δέν μπόρεσαν νά μποῦν γιατί πυκνή νεφέλη τό κάλυπτε καί ἐμπόδιζε τήν εἴσοδο. Σέ λίγο ἡ νεφέλη ὑψώθηκε κι ἀμέσως ἄστραψε ἕνα λαμπρό φῶς πού σιγά-σιγά ἔσβησε κι ἔτσι ἡ μαία μέ τόν Ἰωσήφ προσευχόμενοι μπόρεσαν νά μποῦνε στό σπήλαιο, ὅπου βρῆκαν τήν Παρθένο Μαρία μέ τό Θεῖο Βρέφος σπαργανωμένο νά κοιμᾶται μέσα στήν φάτνη τῶν ζώων.
«Ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀπεριόριστος, ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἔρχεται πρός τόν ἄνθρωπο καί ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη φύση, χάριν αὐτῆς τῆς φύσεως», γράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Συνάναρχος Λόγος τοῦ Πατρός γίνεται υἱός τῆς Παρθένου, δίχως ὡστόσο νά παύσει νά εἶναι Θεός. Ἀναπαύεται στή φάτνη κάτω ἀπό τήν ἀναπνοή τῶν δύο ζώων ἐκλληρώνοντας τίς ἀρχαῖες προφητεῖες πού ἔλεγαν «ἔγνω βούς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ».
Τό ὑπέροχο αὐτό θαῦμα πού ἐπιτελεῖται στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν προφητειῶν πού δόθηκαν γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο τό Βρέφος πού κοιμᾶται στή φάτνη τῶν ἀλόγων, συντρίβει τό κακό, τήν βία καί τήν ἀδικία τῶν ἀνθρώπων, ἀγκαλιάζει ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς, δίνει ζωή στό σύμπαν.
Μπροστά του γονατίζουν οἱ Ποιμένες τῆς Βηθλεέμ πού σάν ἔμαθαν ἀπό Ἄγγελο Κυρίου τήν γέννησή του ἦλθαν σπεύσαντες γιά νά δοῦνε μέ τά μάτια τους αὐτό πού τούς ἀποκάλυψε ὁ Ἄγγελος. Μπρόστά του σκύβουν μέ σεβασμό οϊ Μάγοι, οἱ σοφοί τῆς Ἀνατολῆς πού ἔφθασαν μέχρι ἐδῶ ἀκολουθῶντας ἕναν ὁλοφώτεινο ἀστέρα. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἱερός Χρυσόστομος:«… ἔρχονται οἱ Σοφοί τῆς Ἀνατολῆς στή Βηθλεέμ καί ἄντικρύζουν ἕνα σπίτι πτωχικό, ἕνα παιδάκι πάμπτωχο, μητέρα ταπεινή, ἄσημη, πτωχή χωριατοπούλα. Τά πάντα γύρω ἐξαθλιωμένα, πτωχικά, γυμνά καί ἔρημα πάσης βασιλικῆς εὐπρέπειας καί ἀξίας καί τιμῆς. Εἶναι βασιλικά αὐτά;Εἶναι θεία; Εἶναι ἄξια τοῦ πρωτοφανοῦς ἀστέρος καί τῆς προσκύνησης τῶν Μεγιστάνων τῆς Ἀνατολής; Νά μήν ἀνέβηκαν ἄραγε τέτοιοι λογισμοί στούς Μάγους; Παρά ταῦτα ὅμως οἱ Μάγοι πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῶ. Καί προσέφεραν στό παιδί ὄχι ἁπλῶς βασιλική, ἀλλά θεϊκή προσκύνηση καί λατρεία. Ἀνοίξαντες δέ τούς θησαυρούς αὐτῶν προσέφερον χρυσόν, λίβανον καί σμύρναν σ’ἔνδειξη πίστης καί λατρείας…».
Ἡ ἑορτή τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως καί ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν τό Πάσχα, εἶναι στήν πραγματικότητα μία καί μόνον πανήγυρις. Ἐορτάζοντας σήμερα τήν συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Θείου Λόγου, ὁμολογοῦμε τήν ὁλοκλήρωση ὅλου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας, δηλαδή Χριστός γεννᾶται καί ἤδη ὁ ἄνθρωπος γίνεται κληρονόμος τῆς δόξης Του. Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ καί Κύριος τόν ὁποῖο προσκυνοῦν καί ὑπερυψώνουν σήμερα ὅλα τά ὄντα τοῦ σύμπαντος. Γι’αὐτό καί ὁ Ἱερός Συναξαριστής μέ τόν στίχο του ἔκπληκτος ἀναφωνεῖ:«Θεός τό τεχθέν, ἡ δέ μήτηρ παρθένος. Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις;», Θεός δηλαδή εἶναι τό γεννηθέν παιδίον, ἡ δέ μητέρα Του παρέμεινε Παρθένος. Τό μεγαλύτερο ἄλλο καινούργιο καί πρωτοφανές εἶδε ἡ κτίση;
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ματθ.β’1-12
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΤΟΥ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα 2 λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. 3 Ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ, 4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. 5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτω γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· 6 Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσε παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, 8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ εἶπε· πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου, ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· 10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· 12 καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Aφού λοιπόν γεννήθηκε ο Iησούς Xριστός στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Hρώδη, κατέφτασαν στα Iεροσόλυμα σοφοί από την Aνατολή, 2ρωτώντας: «Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Iουδαίων; Γιατί είδαμε το άστρο του στην Aνατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». 3Aλλ’ ο βασιλιάς Hρώδης ταράχτηκε, όταν το άκουσε αυτό, και μαζί του όλη η πόλη των Iεροσολύμων! 4Έτσι, συγκέντρωσε όλους τους αρχιερείς και τους δασκάλους του λαού και ρωτούσε να μάθει απ’ αυτούς πού είναι καθορισμένο να γεννηθεί ο Xριστός. 5Kι εκείνοι του είπαν: «Στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, γιατί έτσι έχει γραφτεί από τον προφήτη: 6Kι εσύ Bηθλεέμ, περιοχή του Iούδα, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις επιφανέστερες πόλεις του Iούδα, γιατί από σένα θα βγει αρχηγός, που θα καθοδηγήσει το λαό μου, τον Iσραήλ». 7Tότε ο Hρώδης, αφού κάλεσε κρυφά τους σοφούς, εξακρίβωσε απ’ αυτούς τον καιρό που είχε φανεί το άστρο. 8Kατόπιν τους έστειλε στη Bηθλεέμ λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε και ψάξτε προσεκτικά για το παιδί κι όταν το βρείτε να μου το πείτε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω». 9Eκείνοι, αφού άκουσαν το βασιλιά, αναχώρησαν. Kαι φάνηκε πάλι το αστέρι που είδαν στην Aνατολή, το οποίο προχωρούσε μπροστά τους καθοδηγώντας τους, μέχρι που ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί που ήταν το παιδί. 10Kαι σαν είδαν το αστέρι, ένιωσαν χαρά πάρα πολύ μεγάλη. 11Kι όταν έφτασαν στο σπίτι, είδαν το παιδί μαζί με τη Mαρία, τη μητέρα του, κι έπεσαν και το προσκύνησαν. Kατόπιν άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. 12Kι επειδή με θεία αποκάλυψη φωτίστηκαν στ’ όνειρό τους να μην επιστρέψουν στον Hρώδη, αναχώρησαν για τη χώρα τους από άλλο δρόμο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι.
.


