ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΙΑΜΑΤΙΚΟΥ
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 304, καταγόμενος ἀπό τήν πόλι τῆς Νικομήδειας· ὁ πατέρας του ἦταν εἰδωλολάτρης καί λεγόταν Εὐστόργιος, ἐνῶ ἡ μητέρα του, ἀπό τούς προγόνους της Χριστιανή καί λεγόταν Εὐβούλη. Ἔμαθε λοιπόν τήν μέν τῶν σωμάτων ἰατρική τέχνη ἀπό κάποιον εὐφρόσυνο, πού εἶχε δόξα καί φήμη πάρα πολύ μεγάλη καί φαινόταν, ὅτι ἔφθασε στήν κορυφή τῆς ἰατρικῆς. Την δέ τῆς ψυχῆς καί κατά Χριστόν ἰατρική, τήν ἔμαθε ἀπό τόν Ἅγιο Ἑρμόλαο, τόν Ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Νικομήδειας, γιά τόν ὁποῖο μιλήσαμε προηγουμένως στήν 26η τοῦ παρόντος. Διότι μέ αὐτήν τήν κατά Χριστόν ἰατρική ἀνέστησε ὁ Ἅγιος ἕνα παιδί, πού δαγκώθηκε ἀπό μία οχιά καί ἦταν κάτω πεσμένο νεκρό, μόνο μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε βαπτίσθηκε ἀπό τόν ἀναφερθέντα Ἅγιο Ἑρμόλαο καί ὡδηγήθηκε στήν τοῦ Χριστοῦ πίστι.
Τό δέ μαρτύριό του, ἔγινε ὥς ἑξῆς· Ἕνας τυφλός πῆγε στόν Ἅγιο καί θεραπεύθηκε. Ὅταν λοιπόν ρωτήθηκε ἀπό τόν βασιλιά, ποιός τόν θεράπευσε, ἀποκρίθηκε, ὅτι ὁ Παντολέων ἐπειδή ἐπικαλέσθηκε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Πρόσθεσε ἀκόμη καί αὐτό, ὅτι καί αὐτός πιστεύει στόν Χριστό. Ὁπότε ἀμέσως πρόσταξε ὁ βασιλιάς καί ἀποκεφάλισαν τόν κάποτε τυφλό, ἐνῶ τόν Παντολέοντα, ἀφοῦ ἐρεύνησαν, τόν βρῆκαν καί τόν ἔφεραν μπροστά στόν βασιλιά.
Καί ἐπειδή ὁ Ἅγιος οὔτε μέ κολακεῖες, οὔτε μέ ἀπειλές πείσθηκε νά ἀρνηθῆ τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, γι’αὐτό τόν ἔδειραν δυνατά καί τόν ἔκαψαν μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Ἀφοῦ ὅμως ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος στόν Ἅγιο μέ τήν μορφή τοῦ Ἑρμόλαου τοῦ Ἱερέα, τοῦ εἶπε, νά ἔχει θάρρος. Ἀλλά καί ὅταν τοποθετήθηκε ὁ Ἅγιος στό βρασμένο μολύβι καί ὅταν τόν ἔρριξαν στήν θάλασσα καί τότε, λέω, φάνηκε, ὅτι ὁ Κύριος μαζί μέ τόν Παντελεήμονα τοποθετήθηκε μέσα σ’αὐτά, ὁπότε καί παρέμεινε ἀβλαβής ἀπό ὅλα τά βάσανα. Έπειτα δόθηκε στά θηρία, γιά νά τόν φᾶνε. Ἀφοῦ ὅμως καί ἀπό αὐτά διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, δέθηκε σέ ἕναν τροχό καρφωμένο μέ μαχαίρια κοφτερά, ὁ ὁποῖος ἀπό ὑψηλό μέρος ρίχθηκε στόν κατήφορο. Καί μετά ἀπό αὐτά ἔλαβε ὁ Ἅγιος τήν τοῦ θανάτου ἀπόφασι. Τότε προσευχήθηκε και, ἀφοῦ τελείωσε ἡ προσευχή, ἦλθε θεία φωνή, πού τόν ὠνόμαζε ἀντί Παντολέοντα Παντελεήμονα. Ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀποκεφαλισθῆ ὁ Ἅγιος, ἅπλωσε ὁ δἠμιος τό χέρι του γιά νά τόν κτυπήση μέ το σπαθί και, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως παρέλυσε σάν τό κερί. Ὁπότε οἱ στρατιῶτες, βλέποντας τό τόσο μεγάλο θαῦμα, πίστεψαν στόν Χριστό.
Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔγειρε θεληματικά τήν κεφαλή, ἀποκεφαλίσθηκε. Λένε μάλιστα, ὅτι ἀντί αἶμα, βγῆκε γάλα ἀπό τόν λαιμό του καί ὅτι τό δέντρο τῆς ἐλιᾶς, στό ὁποῖο ἦταν δεμένος ὁ Ἅγιος, ἐνῶ προηγουμένως ἦταν ξερό, ἀμέσως βλάστησε καί ἔβγαλε καρπό. Τελεῖται ἡ Σύναξι καί ἑορτή του στήν ἐπώνυμη Ἐκκλησία του.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος ΣΤ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.



