
Δ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
Τὴν Τετάρτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν μνήμην ποιοῦμεν τοῦ Ὀσίου Πατρός ἠμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου τοῦ Συγγραφὲως τῆς Κλίμακος.
Τήν 4η Κυριακή τῶν Νηστειῶν οί ἰεροὶ πατέρες θέσπισαν νὰ ἐορτὰζεται ἠ μνήμη τοῦ Ὀσίου Ἰωάννου καί νὰ προβάλλεται τὸ περίφημο σύγγραμα του ἠ Κλίμαξ. Τό ἔργο αὐτό ὀνομάζεται ἔτσι ἐπειδή σὲ τριάντα λόγους ἀνεβάζει τὸν μοναχό ἀλλὰ καὶ κάθε εὐσεβῆ πιστό, σὰν μὲ τριάντα σκαλοπάτια ἀπὸτὰ χαμηλότερα πρὸς τὰ ὑψηλότερα, μέχρι τὴν κορυφή τῆς Ἀγιοσύνης. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ὀσίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος συνδυάζεται ἠ σοφία, ἠ πράξη τῆς ἁγιοσύνης καί ἠ μυστικὴ θεωρία.
Ὁ Ὄσιος Ἰωάννης γεννήθηκε καὶ ἔζησε κατὰ πάσα πιθανότητα μετὰ τὰ μέσα τοῦ 6ου μ.Χ. αίῶνα. Δὲν γνωρίζουμε τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προσωπική του ζωὴ ἀφοῦ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο τὸ μόνο πού φρόντισε ἦταν νὰ ζήσει ὠς ξένος ἐνωμένος μὲ τὸν Θεό. Γνωρίζουμε ὄτι ἀπὸ τὴν ἠλικία 15 ἐτῶν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ πῆγε στὸ Σινᾶ, ὅπου ἔγινε μοναχός.
Βλέποντας τὸν Γέροντα του σὰν μία ὁλοζώντανη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοσιώθηκε μὲ ἀπόλυτη ὑπακοή. Ἔνας ἀπὸ τούς μοναχούς, ὀ Στρατήγιος, προέβλεψε ὅτι ὁ νέος αὐτὸς μοναχὸς θὰ ἀναδειχθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ Φωστήρας τῆς Οἰκουμένης, ὅπως τοῦτο προφήτεψαν κι ἄλλοι χαρισματοῦχοι Σιναΐτες γέροντες κι ἡ προφητεία τους ἐπαληθεύτηκε.
Πέρασαν ἔτσι 19 χρόνια κι ὅταν κοιμήθηκε ὁ γέροντας ὁ Ἰωάννης ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἀνάβαση τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν, ζῶντας ὡς ἐρημίτης. Ἀφοσιώθηκε σὲ αὐτὴν τὴν ὁδό καί διάλεξε ὡς τόπο ἄσκησης του ἔνα μέρος ἀπόμερο, πού ὀνομαζόταν Θολᾶς, πέντε μίλια ἀπόσταση ἀπὸ τὴν μεγάλη Μονὴ τοῦ Σινᾶ. Γιὰ 40 χρόνια ἔζησε ἐκεῖ μὴ ἔχοντας ἄλλη ἀσχολία παρὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν φυλακὴ τῆς καρδιᾶς του ζῶντας ώς ἐν σώματι ἄγγελος. Τότε συνέβη κάποτε νὰ εὐρεθεῖ μεταξύ τῶν ἀγγέλων, εἴτε μὲ το σῶμα εἴτε χωρίς αὐτό, καὶ μὲ παρρησία ζητοῦσε νὰ φωτιστεῖ γιὰ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Βγαίνοντας ἀπό τὴν φλογερὴ αὐτὴ προσευχὴ ἔνιωσε σὰν νὰ ἔβγαινε ἀπὸ πυρωμένο καμίνι κι αἰσθανόταν πολύ μεγάλη ἀνακούφιση καί καθαρισμό ἀπό τὸν ρύπο τῆς ὕλης, ὥστε ὁλόκληρος ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ φῶς.
Μὲ δυσκολία μεγάλη κατόρθωσε νὰ δεχτεῖ κοντά του ὡς ὑποτακτικὸ ἔναν νεαρὸ μοναχό, τὸν Μωϋςῆ, ὁ ὁποῖος ἔγινε μάρτυρας τῶν θαυμαστῶν του κατορθωμάτων. Μία ἡμέρα ὁ Μωυσῆς ἀπομακρύνθηκε ἀναζητῶντας χῶμα γιὰ τὸ μικρό τους περιβόλι καὶ ξάπλωσε κάτω ἀπὸ ἔναν μεγάλο βράχο νὰ ξεκουραστεῖ. Τότε ἀποκαλύφθηκε στὸν Ὅσιο Ἰωάννη ποὺ βρισκόταν στὸ κελλί του ὅτι ὁ ὑποτακτικός του Μωυσῆς κινδυνεύει.
Ἀμέσως σηκώθηκε κι ἄρχισε νἀ προσεύχεται. Ὅταν ὁ Μωυσῆς ἐπέστρεψε τοῦ εῖπε ὅτι μέσα στὸν ὔπνο ποὺ τὸν πῆρε γιὰ λίγο κάτω ἀπὸ τὸν βράχο, ἄκουσε ξαφνικά τὴ φωνὴ τοῦ γέροντα νὰ τὸν καλεῖ, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ βράχος εἶχε ἀποσπαστεῖ καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τὸν συντρίψει. Ἠ προσευχὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη εἶχε ἀκόμη τὴν δύναμη νὰ θεραπεύει τὶς ὁρατὲς κι ἀόρατες πληγές. Κατ´ αὐτὸν τὸν τρόπο λύτρωσε ἕναν μοναχό ἀπό τὸν δαίμονα τῆς πορνείας ποὺ τὸν ὠθοῦσε στὴν ἀπελπισία. Κάποτε ἄλλοτε κατάφερε καί ἔφερε βροχή. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐκδήλωνε ἱδιαίτερα τὴν χάρη του πρὸς αὐτὸν παρέχοντας του τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας. Στηριζόμενος στὴν προσωπική του ἐμπειρία, κατηχοῦσε γενναιόδωρα ὅλους ὅσους ἔρχονταν νὰ τὸν βροῦνε.
Γεμάτος ἀπὸ πολλὲς καὶ μεγάλες ἀρετὲς εἶχε φθάσει πλέον στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος τῆς ἁγιότητος, ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἀστέρας στὸ Σινᾶ καὶ ἔχαιρε τοῦ θαυμασμοῦ ὅλων τῶν μοναχῶν. Ὁ ἴδιος θεωροῦσε τὸν ἐαυτὸ του ἀρχάριο καὶ μὴ χορταίνοντας νὰ συλλέγει παραδείγματα εὐαγγελικῆς διαγωγῆς, ταξίδεψε σὲ διάφορα Μοναστήρια τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἰωάννης συμπλήρωσε 40 χρόνια παραμονῆς στὴν ἔρημο, τότε ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μεγάλης κυρίας Μονῆς τοῦ Σινᾶ περί τὸ ἔτος 650 μ.Χ. Ἀφηγοῦνται μάλιστα ὅτι τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρόνισης του παρίσταντο ἑξακόσιοι προσκυνητὲς καὶ ἐνῶ βρίσκονταν ὅλοι καθισμένοι στὴν τράπεζα, ἀξιώθηκαν νὰ δοῦνε τὸν Προφήτη καὶ Θεόπτη Μωυσῆ ντυμένο μὲ λευκό χιτῶνα νὰ πηγαινοέρχεται δίνοντας ὁδηγίες στοὺς μαγείρους, στοὺς οἰκονόμους, στοὺς δοχειάρηδες καὶ σὲ ὄλους τούς διακονοῦντες.
Τὴν ἐποχή αὐτὴ ὁ ἡγούμενος τῆς Ραϊθῶ, ποὺ πληροφορήθηκε τὴν ἐξαίρετη πολιτεία τῶν μοναχῶν τοῦ Σινᾶ, ἔγραψε στὸν Ὅσιο Ἰωάννη νὰ τοῦ έκθέσει ἐγγράφως τὸν τρόπο σωτηρίας γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀσπασθεῖ τὀν ἰσάγγελο βίο. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τότε μὲ ταπείνωση ἔγραψε μέσα ἀπὸ τὴ δική του ἐμπειρία τὶς «Πλάκας τοῦ Πνευματικοῦ Νόμου», τὸ περίφημο βιβλίο του, τὴν Κλίμακα. Μέσα σ´ αὐτὸ, μὲ τὴν μορφὴ τριάντα σκαλοπατιῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Ἰακώβ ἀντικρυσε καθὼς κοιμόταν στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης δὲν θεσπίζει κανόνες, ἀλλά μυεῖ τὴν ψυχὴ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα καὶ στὴν διάκριση τῶν λογισμῶν. Ὁ λόγος του διεισδύει ὡς ρομφαία κοφτερὴ στὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς ἀποκόπτοντας χωρὶς συμβιβασμὸ κάθε αὐταρέσκεια, καταδιώκοντας ὡς τὴν ρίζα τους τὴν ὑποκριτικὴ ἄσκηση, τήν φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωισμό.
Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ περὶ τὸ 600 μ.Χ. σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν ἐνῶ μὲ τὸ ἔργο του αὐτὸ, τὴν πνευματικὴ κλίμακα, κάθε Σαρακοστὴ δείχνει σὲ ὅλους τὴν πορεία τῆς ἀνόδου ἀπὸ τὰ γήϊνα στὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, στὴν Ἀναστάσιμη χαρά.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΚΥΠΡΗΣ ΑΘΗΝΑ 2010
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΜΑΡΤΙΟΥ
Μαρκ.θ΄17-31
ΚΕΙΜΕΝΟ
17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξας καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρα ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
17Kι αποκρίθηκε ένας μέσα από το πλήθος: “Δάσκαλε, σου έφερα το γιο μου που έχει πνεύμα άλαλο, 18κι όπου τον κυριεύσει, του προκαλεί σπασμούς και βγάζει αφρούς και τρίζει τα δόντια του και παραλύει τελείως. Kι είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν”. 19Tου λέει τότε ο Iησούς: Άπιστη γενιά! Mέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Mέχρι πότε θα σας υπομείνω; Φέρτε τον σε μένα”. 20Tον έφεραν λοιπόν σ΄ αυτόν, και όταν το πνεύμα είδε τον Iησού τράνταξε αμέσως το παιδί, κι αυτό έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς. 21Pώτησε τότε τον πατέρα του: “Πόσος καιρός είναι από τότε που του έχει συμβεί αυτό;” Kι εκείνος απάντησε: “Aπό παιδάκι. 22Kαι πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να τον εξοντώσει. Mα αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας δείχνοντάς μας συμπόνια”. 23Kι ο Iησούς του είπε εκείνο το: “Aν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι΄ αυτόν που πιστεύει”. 24Aμέσως τότε ο πατέρας του παιδιού φώναξε δυνατά και με δάκρυα έλεγε: “Πιστεύω, Kύριε, βοήθα με στην απιστία μου”! 25Kαι σαν είδε ο Iησούς ότι συγκεντρώνεται κόσμος, επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα λέγοντάς του: “Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, βγες απ΄ αυτόν και μην ξαναμπείς πια σ΄ αυτόν”. 26Kαι το πνεύμα, αφού έβγαλε μια δυνατή κραυγή και τον κατατάραξε, βγήκε, ενώ το παιδί έγινε σαν νεκρό, έτσι που πολλοί έλεγαν ότι πέθανε. 27O Iησούς όμως κρατώντας τον από το χέρι τον ανασήκωσε και στάθηκε όρθιος. 28Όταν, κατόπιν, μπήκε ο Iησούς σ΄ ένα σπίτι, τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως οι μαθητές του: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε” 29Kι εκείνος τους απάντησε: “Tο γένος αυτό με τίποτε δεν μπορεί να βγει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία”. 30Ύστερα βγήκαν από εκεί και περνούσαν μέσα από τη Γαλιλαία, αλλά δεν ήθελε να το ξέρει αυτό κανένας, 31γιατί εξηγούσε στους μαθητές του και τους έλεγε: “O Γιος του Aνθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων κι αυτοί θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα από τη θανάτωσή του θ΄ αναστηθεί”.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


