
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ὅταν το βάρος τῶν ἀμαρτιών φαίνεται ἀσήκωτο ἄς στραφοῦμε στόν τελώνη Ματθαίο πού ἄν καί ἦταν τελώνης ἔγινε Ἀπόστολος κι Εύαγγελιστής. Ὅντας βυθισμένος στήν ἀμαρτία ἀξιώθηκε τῆς σωτηρίας γιατί μέ ἀποφασιστικότητα ἐγκατέλειψε τήν ἀμαρτία καί μαζί της ὅλα ἐκεῖνα πού τόν ἔδεναν μαζί της. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ματθαῖος ὀνομαζόταν ἀρχικά Λευί. Ἦταν γιός τοῦ Ἀλφαίου καί ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη. Μία ἠμέρα πού καθόταν στό τελωνεῖο του, περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ ὁ Χριστός μέ ἔνα πλῆθος ἀνθρώπων πίσω Του. Ὁ Κύριος ἔστρεψε τό βλέμμα του πρός τόν τελώνη καί τοῦ εἶπε:«Ἀκολούθει μοί!» καί ὁ τελώνης ἀμέσως σηκώθηκε καί τόν ἀκολούθησε. Ὁλόκληρο τό καθεστώς τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλεονεξίας γκρεμίσθηκε μέ μιᾶς μέσα του. Πρίν πορευθεῖ μέ τόν Χριστό ἔκανε στό σπίτι του ἔνα μεγάλο γεῦμα, στό ὁποῖο ἔλαβαν μέρος ὁ Ἰησοῦς, οἱ μαθητές του, πολλοί τελῶνες καί ἄλλοι ἄνθρωποι. Στόν σκανδαλισμό τῶν Φαρισαίων ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἄλλ΄ οἱ κακῶς ἔχοντες. Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἀμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν».
Ὁ Ματθαῖος ἀκολούθησε τόν Χριστό σέ ὅλη τήν πορεία του στήν Παλαιστίνη καί ἦταν μάρτυρας τῆς διδασκαλίας καί τῶν θαυμάτων Του πρίν τή σταύρωσή Του ἀλλά καί μετά τήν Ἀνάστασή Του. Μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος, ἀφοῦ ἐκπληρώθη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μαζί μέ τούς ἄλλους Ἀποστόλους ἀνέλαβε νά κηρύξει τό εὐαγγέλιο στούς συμπατριῶτες τους τούς Ἑβραίους. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔγραψε τό Ἱερό του Εύαγγέλιο στήν Ἑβραϊκή γλώσσα. Τό Εὐαγγέλιο τοῦ ΜΑτθαίου εἶναι τό πρῶτο στόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλά καί τό πρῶτο χρονικά πού γράφηκε καί περιέχει τήν δράση τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ. Χαρίζοντάς μας ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος τό Ἱερό Εὐαγγέλιο μᾶς καθιστᾶ μαθητές τοῦ Κυρίου, τόν ὁποῖο παρακολουθοῦμε μαζί του στίς ὁδοιπορίες, στά θαύματα, στίς ὁμιλίες, στό πάθος καί τελικά στήν Ἀνάσταση. Στό τέλος κλείνει μέ τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ:«Ἰδού ἑγώ μεθ’ἡμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰώνος».
Ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος, ἐκτός ἀπό τούς Ἐβραίους κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στούς Πάρθους καί τούς Μήδους κι ἀφοῦ ὑπέστη πολλά ἀπό αὐτούς, τέλος ἀποσύρθηκε νά ζήσει στίς ἐρημιές κάποιου βουνοῦ τῆς Παρθίας. Ἐκεῖ ἐμφανίσθηκε μπροστά του σάν ἔνα μικρό παιδί ὁ Κύριος, ὁ ὁπῖος τοῦ ἔδωσε μία ράβδο λέγοντάς του: «Κατέβα ἀπό τό ὅρος καί πήγαινε στήν πόλη Μυρμήνη. Μόλις φτάσεις ἐκεί νά πᾶς καί νά τήν φυτεύσεις στό κατώφλι τῆς ἐκκλησίας. Αὐτή μέ τήν δύναμή μου, θά βγάζει ρίζες, θά ἀνυψωθεῖ καί θά γίνει δένδρο πολύκαρπο, ἐνῶ ἀπό τούς κλώνους του θά στάζει μέλι. Ἀπό τή ρίζα δέ τοῦ δένδρου αὐτοῦ θά ἀναβλύσει πηγή ὕδατος κάι θά συμβαίνει τό ἑξῆς θαυμαστό:Ὅλοι οἱ θηριόγνωμοι ἄνδρες τῆς πόλεως, μόλις θά λούζονται μέ τό νερό ἀπό τήν πηγή αὐτή, θά γλυκαίνονται μέ τό μέλι πού θά στάζει ἀπό τούς κλώνους τοῦ δένδρου, θά ἡμερεύουν καί θά γαληνεύει ὁ ψυχικός τους κόσμος. Ἔτσι θά ἀφήνουν τήν σκληρότητα, τήν ἀδικία καί τήν παρανομία».
Ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του τή ράβδο πού τοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος, ἄρχισε νά κατεβαίνει πρός τήν πόλη. Στό δρόμο του συνάντησε τή σύζυγο τοῦ βασιλιά τῆς πόλης μαζί μέ τό γιό της καί τή νύφη της, πού ὅλοι τους ἦσαν δαιμονισμένοι καί τά πονηρά πνεύματα τους βασάνιζαν καί τούς ἔφερναν στά βουνά καί τίς ἐρημιές. Τά δαιμόνια μόλις ἀντίκρυσαν τόν Ἀπόστολο Ματθαῖο, ἄρχισαν νά κραυγάζουν λέγοντας: -«Ποιός σέ ἀνάγκασε Ματθαῖε, νά ἔλθεις στόν τόπο μας;Ποιός σου ἔδωσε τή ράβδο αὐτή, ἡ ὁποία πρόκειται νά ἐξαφανίσει τή δύναμή μας;» Ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ἐπιτίμησε τά πονηρά πνεύματα καί θεράπευσε τούς ἀνθρώπους. Ὑγιεῖς καί σωφρονισμένοι ἀκολούθησαν τόν Ἀπόστολο στήν πόλη. Τήν ἄφιξη τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου στήν πόλη τήν πληροφορήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Πόλης Πλάτων καί ἐξῆλθε μαζί μέ ὅλους τούς κληρικούς καί τούς πιστούς καί πανηγυρικά τόν ὑποδέχθηκε. Ὁ Ἀπόστολος φύτευσε τό ραβδί πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ Κύριος στό κατώφλι τῆς ἐκκλησίας κι ἐκεῖνο τό ξερό ραβδί ἀμέσως ρίζωσε, ἔγινε δένδρο μέ κλώνους καί φύλλα, ἔβγαλε ἄνθη κι ἔπειτα καρπούς πού ἀνάδιδαν γλυκύτατο μέλι. Μιά πηγή ἀμέσως ἀνέβλυσε ἀπό τή ρίζα αὐτοῦ τοῦ δένδρου. Ὅλα λοιπόν γίνονταν ὅπως εἶπε ὁ Κύριος. Παρά τίς εὐεργεσίες πού ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος, ὁ βασιλιάς διέταξε νά ἀνάψουν μεγάλη φωτιά μπροστά ἀπό τό βωμό τῶν θεῶν καί ἐκεῖ νά προσφέρει ὡς θυσία τόν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ καί μέ κραυγές ἐπικαλεῖτο τήν βοήθεια τῶν θεῶν. Ἡ φωτιά τόσο φούντωσε πού κατέκαψε κι ἔκανε συντρίμια ὅλα τά ἀγάλματα τῶν θεῶν κι οἱ φλόγες τους ἀπείλησαν ὅλους. Τόσο φοβήθηκε ὁ βασιλιάς πού ἔφυγε τρέχοντας ἀπό τόν χῶρο. Γρήγορα ὅμως ξαναγύρισε καί τότε μέ κατάπληξη ἄκουσε τόν Ἅγιο μέσα ἀπό τίς φλόγες νά προσεύχεται: «Στά χέρια σου Κύριε παραδίδω τό πνεῦμα μου» καί συμπλήρωσε «λύτρωσε καί τόν βασιλιά Φουλβιανό ἀπό τόν κίνδυνο!» Πράγματι ἐκείνη τή στιγμή μέσα στίς φλόγες ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος παρέδωσε τό πνεῦμα του.
Ὁ βασιλιάς μεταμελήθηκε, ἔγινε Χριστιανός καί μάλιστα κατά τήν βάπτισή του ζήτησε νά λάβει τό ὅνομα Ματθαῖος, ὅπως κι ἔγινε.Στή συνέχεια γκρέμισε τά εἴδωλα, σέ ὁλόκληρη τή χώρα του καί ὁδήγησε τόν λαό του στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος κι Εὐαγγελιστής Ματθαῖος δυό μεγάλες παρηγοριές μᾶς παρέχει:ἡ μία εἶναι τό Εὐαγγέλιό Του, ἡ ἄλλη μᾶς δυναμώνει, ὅταν σκεφθοῦμε τί ἦταν καί τί ἔγινε.Ἦταν τελώνης κι ἔγινε Ἀπόστολος. Ἄς μήν ἀπελπιζόμαστε λοιπόν.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννα Κατσούλα, Εκδόσεις ΚΥΠΡΗΣ Αθήνα 2010.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Ματθ. θ΄ 9-13
ΚΕΙΜΕΝΟ
9 Καὶ παράγων ὁ Ἱησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 10 Καὶ ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειμένου ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ ἰδοὺ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ Ἰησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. 11 καὶ ἰδόντες οἱ Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν; 12 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἰ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες. 13 πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν. οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
9Kαι περνώντας ο Iησούς από εκεί, είδε να κάθεται στο τελωνείο κάποιος που λεγόταν Mατθαίος, και του λέει: «Aκολούθα με». Σηκώθηκε τότε εκείνος και τον ακολούθησε.10Kάποτε, πάλι, καθώς αυτός έτρωγε στο σπίτι, εμφανίστηκαν πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί που ήρθαν και κάθισαν στο τραπέζι μαζί με τον Iησού και τους μαθητές του. 11Kαι σαν το είδαν αυτό οι Φαρισαίοι, είπαν στους μαθητές του: «Γιατί ο δάσκαλός σας τρώει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;» 12Tο άκουσε όμως ο Iησούς και τους είπε: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά εκείνοι που πάσχουν. 13Πηγαίνετε, λοιπόν, να μάθετε τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, γιατί δεν ήρθα να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἤκουσας, φωνῆς τοῦ Λόγου, καὶ τῆς πίστεως, τὸ φῶς ἐδέξω, καταλείψας τελωνείου τὸν σύνδεσμον ὅθεν Χριστοῦ τὴν ἀπόρρητον κένωσιν, εὐηγγελίσω Ματθαῖε Ἀπόστολε. Καὶ νῦν πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.


