
ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Σύμφωνα μὲ μιὰ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐγκατέλειπε τὸν κόσμο τοῦτο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Υἱὸ καὶ Θεὸ της, ἡ Παναγία Θεοτόκος ἄφησε τὶς δύο ἐσθῆτες της σὲ δύο φτωχὲς Ἑβραῖες ποὺ τὴν εἶχαν ὑπηρετήσει. Οἱ τελευταῖες φύλαξαν ὡς πολύτιμα κειμήλια τὰ λείψανα αὐτά, ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ γενεὰ καὶ γενεὰ μέχρι ποὺ οἱ Γάλβιος καὶ Κάνδιδος πῆραν τὴν μία ἀπὸ αὐτὲς μὲ ἕνα εὐσεβὲς τέχνασμα κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ Λέοντος Α΄ καὶ τὴν κατέθεσαν στὸν ναὸ τῶν Βλαχερνῶν [2 Ἰουλ]. Ἡ Ζώνη τῆς Θεοτόκου, ποὺ κανεὶς δὲν γνωρίζει πὼς βρέθηκε στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Ζήλας, κοντὰ στὴν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου, μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ Ἰουστινιανοῦ (περὶ τὸ 530), καὶ κατατέθηκε στὸν ναὸ τῶν Χαλκοπρατείων ποὺ βρισκόταν ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία, πρὸς δυσμάς, στὴν συνοικία τῶν χαλκοματάδων. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζονταν τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰ δύο περιφανὴ λείψανα: ἡ ἁγία Ζώνη καὶ τὰ σπάργανα τοῦ Σωτῆρος.Πολλὰ χρόνια ἀργότερα (περὶ τὸ 888), ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄ τοῦ Σοφοῦ, Ζωή, ὑποφέρουσα βαριὰ ἀπὸ πνεῦμα ἀκάθαρτο, εἶδε σὲ ὀπτασία ὅτι θὰ θεραπευόταν ἂν ἔθετε πάνω της τὴν Ζώνη τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτοκράτορας ἔβαλε τότε νὰ σπάσουν τὴν βούλα ποὺ σφράγιζε τὴν Σορὸ (θήκη) μέσα στὴν ὁποία βρισκόταν τὸ λείψανο καὶ ἀνακάλυψε μὲ θαυμασμὸ τὴν τιμία Ζώνη, τόσο καινούρια καὶ λαμπρή, ὡσὰν νὰ εἶχε ὑφανθεῖ μόλις τὴν προηγουμένη. Δίπλα της βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο ποὺ ἔδειχνε τὴν ἀκριβὴ χρονολογία τῆς μετακομιδῆς της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας τὴν εἶχε ἀποθέσει στὴν θήκη καὶ τὴν εἶχε σφραγίσει μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Ὁ αὐτοκράτορας Λέων ἀσπάστηκε μὲ εὐλάβεια τὸ λείψανο καὶ τὸ παρέδωσε στὸν πατριάρχη. Μόλις ὁ ἱεράρχης ξεδίπλωσε τὴ Ζώνη πάνω στὸ κεφάλι τῆς αὐτοκράτειρας, ἐκείνη ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Ὅλοι ἐδόξασαν τὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ τὴν Ὑπεραγία Μητέρα του καὶ τὸ λείψανο τοποθετήθηκε πάλι στὴν σορό, ἀφοῦ ἡ αὐτοκράτειρα μὲ εὐγνωμοσύνη κόσμησε μὲ χρυσὰ νήματα.Ἀναφέρεται ὅτι ὁ τσάρος τῆς Βουλγαρίας Ἰωάννης Ἀσάνης (1187-1196), ἀφοῦ νίκησε τὸν Ἰσαὰκ Β΄ Ἄγγελο (1190), πῆρε τὸν Σταυρὸ μέσα στὸν ὁποῖο βρισκόταν ἕνα κομμάτι τῆς ἁγίας Ζώνης καὶ ὅτι ἕνας ἱερέας τὸ πέταξε στὸν ποταμὸ γιὰ νὰ μὴν βεβηλωθεῖ. Ἀνακτημένο ἀπὸ τοὺς Σέρβους, τὸ ἅγιο λείψανο προσφέρθηκε κατόπιν ἀπὸ τὸν ἅγιο πρίγκιπα Λάζαρο (+1389) [15 Ἰουν.] στὴν ἀθωνικὴ Μονὴ Βατοπεδίου, ὅπου τιμᾶται ἕως σήμερα, ἀναδίδωντας γλυκιὰ εὐωδία καὶ ἐπιτελώντας πλῆθος θαυμάτων.Ἡ Ζώνη αὐτὴ ποὺ ἔσφιζε τὰ ἄχραντα σπλάχνα, τὰ ὁποία ἐβάστασαν τὸν Δημιουργὸ καὶ νοτίστηκε ἀπὸ σταγόνες γάλα ποὺ ἔθρεψε τὴν Ζωὴ τοῦ κόσμου, παραμένει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς ἀρραβώνας σωτηρίας. Τοὺς προτρέπει νὰ περιζώσουν ὅλα τὰ κινήματα τῆς σαρκὸς καὶ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τῆς Πανυπεράγνου Παρθένου καὶ Μητρός, ἔτσι ὥστε νὰ κριθοῦν ἄξιοι νὰ φέρουν καὶ αὐτοὶ μὲ τὴ σειρὰ τους μέσα στὴν καρδιὰ τους τὸν Χριστό, ποὺ δὲν παύει νὰ γίνεται γιὰ μᾶς «παιδίον».
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 12ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Ματθ. ιθ΄ 16-26
ΚΕΙΜΕΝΟ
16 Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; 17 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. 18 λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, 19 τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 20 λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; 21 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἱησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 22 ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. 23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 24 πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 25 ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; 26 ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
16Eμφανίστηκε τότε κάποιος που τον πλησίασε και του είπε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να έχω ζωή αιώνια;» 17Kι εκείνος του απάντησε: «Tι με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Mα αν θέλεις να μπεις στη ζωή, φύλαξε τις εντολές». 18Tον ρωτάει: «Ποιες;» Kι ο Iησούς του είπε: «Tο Mη φονεύσεις, Mη μοιχέψεις, Mην κλέψεις, Mην ψευδομαρτυρήσεις, 19Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και N’ αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». 20Tου λέει ο νέος: «Όλ’ αυτά τα φύλαξα από την παιδική μου ηλικία. Σε τι άλλο υστερώ;» 21Tου είπε ο Iησούς: «Aν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα σε φτωχούς, και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Kι έλα εδώ και ακολούθα με». 22O νέος όμως, σαν άκουσε την απάντηση, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά. 23Tότε ο Iησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών. 24Kαι πάλι σας το τονίζω, πως είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού «! 25Kι όταν το άκουσαν αυτό οι μαθητές του, ένιωσαν πολύ μεγάλη έκπληξη κι έλεγαν: «Tότε, λοιπόν, ποιος μπορεί να σωθεί;» 26Kι ο Iησούς τους κοίταξε κατά πρόσωπο και τους είπε: «Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Zώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


