
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΥ, ΞΥΣΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ
Ὁ ἅγιος Ξύστος (ἢ Σίξτος) ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καὶ εἶχε σπουδάσει φιλοσοφία στὴν Ἀθήνα πρὶν ἔλθει νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Βαλεριανοῦ καὶ τῆς πατριαρχίας τοῦ πάπα ἁγίου Στεφάνου Α΄ [3 Αὐγ]. Εὐνοϊκὸς ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς ἀρχικά, ὁ αὐτοκράτορας, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν Αἰγυπτίων μάγων καὶ μάντεων μετὰ ἀπὸ μία ἀτυχῆ ἐκστρατεία στὴν Ἀνατολή, ἐξέδωσε ἕνα διάταγμα ποὺ ἀπαγόρευε τὴν δημόσια λατρεία καὶ ἀνάγκαζε τοὺς κληρικοὺς νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς ἐπὶ ποινὴ ἐξορίας. Ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα θύματα τοῦ διωγμοῦ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἅγιος Στέφανος, ὁπότε ὁ ἅγιος Ξύστος χειροτονήθηκε διάδοχός του. Ὁ διωγμὸς ἐντάθηκε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ μὲ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα οἱ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ διάκονοι θὰ μποροῦσαν νὰ ἐκτελοῦνται μὲ ἁπλὴ ἐξακρίβωση τῆς ταυτότητάς τους, ἐνῶ οἱ λαϊκοὶ θὰ καταδικάζονταν σὲ καθαίρεση καὶ καταναγκαστικὰ ἔργα. Ὁ ἅγιος Ξύστος συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μετὰ ἀπὸ μία πρώτη ἀνάκριση στὴν διαβόητη φυλακὴ Μαμερτίνη. Στὸν δρόμο, τὸν συνάντησε ὁ ἀρχιδιάκονός τοὺς Λαυρέντιος καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ εἶπε: «Ποῦ πᾶς, Πατέρα, δίχως τὸν γιὸ σου; Ποιὰ θυσία ἑτοιμάζεσαι νὰ τελέσεις δίχως τὸν διάκονό σου; Μὲ κρίνεις λοιπὸν ἀνάξιο γι’ αὐτήν; Θὰ ἀρνηθεὶς σὲ ἐκείνον ποὺ ἔκανες δεκτὸν στὰ ἄχραντα Μυστήρια νὰ εἶναι ὁ συναθλητὴς σου γιὰ νὰ χύσει τὸ αἷμα του;» Ὁ ἐπίσκοπος τοῦ ἀπάντησε: «Ὄχι, ὄχι, τέκνο μου, δὲν σὲ ἐγκαταλείπω, ἀλλὰ ἐσὺ προορίζεσαι γιὰ μεγαλύτερους ἀγῶνες. Ἐμεῖς, σὰν γέροι ποὺ εἴμαστε, δίνουμε ἀγώνα πιὸ ἐλαφρύ. Ἐσένα ὅμως, νέος καὶ γεμάτος σφρίγος καθὼς εἶσαι, σὲ περιμένει ἕνας ἐνδοξότερος θρίαμβος ἐπὶ τοῦ τυράννου. Σταμάτα νὰ κλαῖς. Σὲ τρεῖς ἡμέρες ὁ διάκονος θὰ ἀκολουθήσει τὸν ἱερέα». Καὶ πρὶν τοῦ δώσει τὸν εἰρηνικὸ ἀσπασμὸ τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴν φροντίδα νὰ διαχειρισθεῖ ἐξ ὀνόματός του τὰ ὑπάρχοντα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Λαυρέντιος ἐκτέλεσε ἀμέσως τὸ καθῆκον του κατὰ Θεὸν μοιράζοντας τὸν πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας στοὺς κληρικοὺς καὶ στοὺς φτωχούς. Στὸν Κέλιο λόφο συνάντησε μία χήρα, ὀνόματι Κυριακή, ποὺ ἔκρυβε στὸ σπίτι της πολλοὺς χριστιανούς. Ἐπωφελούμενος τὴν νύχτα τοὺς ἔφερε χρήματα καὶ ροῦχα καὶ κατόπιν πέρασε ἀπὸ διάφορα σπίτια θεραπεύοντας τοὺς ἀρρώστους καὶ νίβοντας τὰ πόδια τῶν πιστῶν κατὰ μίμησιν τοῦ Κυρίου.
Μόλις επέστρεψε από την Περσία ο Δέκιος, ο επίσκοπος Ξύστος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιόν του. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό. Ο Άγιος όμως δεν πείστηκε, αλλά διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και δημιουργός του παντός. Τότε ο Δέκιος εξοργίστηκε πάρα πολύ και με προσταγή του ο Άγιος αποκεφαλίστηκε και, έτσι, κοσμήθηκε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.
Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἅγιος Ξύστος καταδικάστηκε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ στὴν Ἀππία ὁδό και καθώς πήγαιναν να τον αποκεφαλίσουν, ὁ ἅγιος Λαυρέντιος πῆγε νὰ τὸν δεῖ καθὼς περνοῦσε καὶ τοῦ φώναξε: «Μὴν μ’ ἀφήνεις, ἅγιε Πατέρα, γιατὶ ἤδη μοίρασα τοὺς θησαυρούς ποὺ μοῦ ἐμπιστεύθηκες”. Ἀκούγωντάς τον νὰ κάνει λόγο γιὰ θησαυρούς, οι στρατιῶτες ἔπιασαν ἀμέσως τὸν Λαυρέντιο καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τριβοῦνο Παρθένιο, ὁ ὁποῖος εἰδοποίησε τὸν αὐτοκράτορα. Ὁ ἅγιος Λαυρέντιος ρίχθηκε στὴν φυλακὴ καὶ ἡ φύλαξή του ἀνατέθηκε στὸν τριβοῦνο Ἰππόλυτο. Ἐκεῖ θεράπευσε μὲ τὴν προσευχὴ του καὶ μετέστρεψε στὴν πίστη ἕναν τυφλὸ ὀνόματι Λούκιλλο. Τὸ νέο μαθεύτηκε καὶ πολλοὶ τυφλοὶ προσέτρεξαν καὶ θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο, ποὺ βάπτισε ἐξάλλου τὸν Ἱππόλυτο μαζὶ μὲ δεκαεννέα πρόσωπα τοῦ οἴκου του.
Κληθεὶς ἀπὸ τὸν Βαλεριανό καὶ πιεζόμενος νὰ παραδώσει τοὺς θησαυροὺς του, ὁ Λαυρέντιος ζήτησε νὰ τοῦ δώσουν μετὰ ἀπὸ προθεσμία τριῶν ἡμερῶν πολλὰ ἁμάξια. Ἐν τῶ μεταξὺ κάλεσε στὸ σπίτι τοῦ Ἱππόλυτου τυφλούς, χωλούς, ἀρρώστους καὶ δυστυχισμένους κάθε εἴδους καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀνέβασε στὰ ἁμάξια ἦλθε νὰ τοὺς παρουσιάσει στὸ παλάτι ἀναγγέλοντας: «Ἰδοὺ οἱ αἰώνιοι θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν ἐλαττώνονται καὶ πάντα αὐξάνονται, ποὺ μοιράζονται στὸν καθένα καὶ βρίσκονται σὲ ὅλους». Ὁ Βαλεριανός ἔξαλλος φώναξε: «Θυσίασε στοὺς θεοὺς καὶ ξέχνα τὴν μαγικὴ τέχνη τὴν ὁποία ἐμπιστεύεσαι!» Ὁ ἅγιος Λαυρέντιος ἀπάντησε ὅτι τίποτε δὲν θὰ τὸν ἔκανε νὰ προτιμήσει τὴν λατρεία τῶν δαιμόνων ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ του παντός. Τὸν παρέδωσαν τότε στὰ βασανιστήρια καὶ κατόπιν τὸν φυλάκισαν. Μετὰ ἀπὸ μία δεύτερη ἀνάκριση στὸ παλάτι τοῦ Τιβέριου στὸν Παλατίνο λόφο, ἔβαλαν πάνω στὸ κορμὶ του πυρακτωμένα σίδερα καὶ τὸν μαστίγωσαν μὲ μαστίγια μὲ βαρίδια καὶ ἁλυσίδες μὲ ἄγκιστρα στὶς ἄκρες. Μπροστὰ στὴν ὑπερφυσικὴ καρτερία του ἕνας στρατιώτης, ὁ Ρωμανός, μεταστράφηκε καὶ ἐκτελέσθηκε ἐπὶ τόπου.
Μία τρίτη ἀνάκριση ἔλαβε χώρα στὰ Λουτρὰ ποὺ βρίσκονταν στὸ παλάτι τοῦ Σαλούστιου. Ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε νὰ συντρίψουν τὰ σαγόνια τοῦ ἁγίου μὲ πέτρες καὶ κατόπιν νὰ τὸν γδύσουν καὶ νὰ τὸν ξαπλώσουν σὲ ἕνα κρεβάτι σὲ σχῆμα σχάρας τοποθετημένο πάνω ἀπὸ μία θράκα. Πιεζόμενος γιὰ τελευταία φορὰ νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, ὁ Λαυρέντιος ἀποκρίθηκε: «Προσφέρομαι ἐγὼ θυσία εὐώδης στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, διότι θυσία τῶ Θεῶ […] καρδία συντεντριμμένη καὶ τεταπεινωμένη». (Ψαλμ. 50, 19). Καθὼς οἱ δήμιοι ἑτοίμαζαν τὴ φωτιὰ εἶπε στὸν τύραννο: «Μάθε, δύστυχε, ὅτι ἡ θράκα αὐτὴ φέρνει σὲ μένα δροσιά, ἀλλὰ σὲ σένα αἰώνιο μαρτύριο. Τώρα λοιπὸν ποὺ ἔχω ψηθεῖ ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρά, γύρισε μὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη!» Ὅταν πράγματι τὸν γύρισαν ἀνέπεμψε μία τελευταία προσευχὴ: «Σὲ εὐχαριστῶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διότι ἀξιώθηκα νὰ περάσω τὶς πύλες τῆς Βασιλείας σου”. Καὶ τότε παρέδωσε τὸ πνεῦμα.
Ὁ Ιππόλυτος πῆγε νὰ τὸν θάψει κρυφὰ στὸ κτῆμα τῆς χήρας Κυριακῆς μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα Ἰουστίνο. Καταδόθηκε καὶ σύντομα συνελήφθη, ἀλλὰ ἕνας ἄγγελος ἦλθε νὰ τὸν ἐλευθερώσει καὶ τὸν μετέφερε στὸ σπίτι του καὶ τοὺς παρέθεσε συμπόσιο. Βρίσκονταν ὅλοι στὸ τραπέζι ὅταν εἰσέβαλαν οἱ στρατιῶτες γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸν αὐτοκράτορα. Μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ νικήσει τὴν ἀποφασιστικότητά του, ὁ ἡγεμόνας εἶπε νὰ τοῦ φορέσουν τὰ στρατιωτικὰ του κοσμήματα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ἀκόμη μεγαλύτερες τιμές. Ὁ ἅγιος ὅμως παρέμεινε ἀκλόνητος καὶ δήλωσε ὅτι μία μόνο τιμὴ ἐπιθυμοῦσε: νὰ ὑπηρετήσει στὴ στρατιὰ τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ μαστιγώθηκε μὲ ἁλυσίδες ποὺ ἔφεραν στὰ ἄκρα τους ἄγκιστρα, δέθηκε πίσω ἀπὸ ἄγρια ἄλογα ποὺ ἔσυραν τὸν ἀνδρεῖο μάρτυρα σὲ μεγάλη ἀπόσταση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἔλαβε τὸν καλλίνικο στέφανο, ἐνῶ μόλις εἶχαν προηγηθεῖ αὐτοῦ ἡ τροφὸς τοῦ Κονκορδία καὶ τὰ μέλη τοῦ οἴκου του ποὺ εἶχαν μεταστραφεῖ. Λέγεται ὅτι ἑπτὰ ἡμέρες μετὰ τὸ μαρτύριό του, ὁ ἅγιος Ἱππόλυτος ἐμφανἰσθηκε στον αυτοκράτορα και τον γιό του ποὺ μετἐβαιναν στὸ ἀμφιθέατρο καὶ τοὺς τιμώρησε μὲ ἀόρατες πύρινες ἁλυσίδες.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 12ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Ματθ. ιδ΄ 22-34
ΚΕΙΜΕΝΟ
22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα. 29 ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
22Aμέσως κατόπιν ο Iησούς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ’ αυτόν στην απέναντι όχθη, ώσπου ν’ απολύσει τα πλήθη. 23Kι αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε μόνος του στο βουνό για να προσευχηθεί. Kι όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί, 24ενώ το πλοίο βρισκόταν κιόλας καταμεσής της λίμνης ταλαιπωρούμενο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. 25Kαι κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας ξεκίνησε ο Iησούς να πάει κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη. 26Kαι σαν τον είδαν οι μαθητές να περπατά πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας πως είναι φάντασμα, κι από το φόβο τους κραύγασαν. 27Aμέσως τότε τους μίλησε ο Iησούς, λέγοντάς τους: «Θάρρος! Eγώ είμαι, μη φοβάστε «! Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: 28 «Kύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου βαδίζοντας πάνω στα νερά». 29Kι εκείνος του είπε: «Έλα». Tότε κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο και περπάτησε επάνω στα νερά για να έρθει στον Iησού. 30Bλέποντας, όμως, δυνατό τον άνεμο, φοβήθηκε. Kι επειδή άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Kύριε, σώσε με». 31Aμέσως τότε ο Iησούς απλώνοντας το χέρι του τον έπιασε και του λέει: «Oλιγόπιστε, τι σε έκανε να διστάσεις;» 32Kαι μόλις μπήκαν στο πλοίο κόπασε ο άνεμος. 33Tότε, εκείνοι που βρίσκονταν στο πλοίο, ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντάς του: «Πραγματικά είσαι Γιος Θεού «!34Kι αφού πέρασαν απέναντι, αποβιβάστηκαν στη Γεννησαρέτ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ θείῳ Πνεύματι, καταυγαζόμενος, ὡς ἄνθραξ ἔφλεξας, πλάνης τὴν ἄκανθαν, Ἀρχιδιάκονε Χριστοῦ, Λαυρέντιε Ἀθλοφόρε, ὅθεν ὡς θυμίαμα, λογικὸν ὁλοκαύτωσαι, τῷ σὲ μεγαλύναντι, τῷ πυρὶ τελειούμενος, διό τούς σὲ τιμώντας θεόφρον, σκέπε ἐκ πάσης ἐπήρειας.


