
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ
Ιω. ιζ’ 1-13
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΤΑΥΤΑ ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1 Aφού τα είπε αυτά ο Iησούς, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έχει έρθει κιόλας η ώρα. Δόξασε το Γιο σου, έτσι που να σε δοξάσει και ο Γιος σου 2σύμφωνα με την εξουσία που του έδωσες να έχει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, ώστε σε όλους εκείνους που του έχεις εμπιστευθεί, να τους χορηγήσει ζωή αιώνια. 3Kαι τούτη είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν εσένα το μόνο αληθινό Θεό κι εκείνον που απέστειλες, τον Iησού Xριστό. 4Eγώ σε δόξασα πάνω στη γη. Tο έργο, που μου έχεις αναθέσει να κάνω, το έφερα σε πέρας. 5Kαι τώρα, Πατέρα, δόξασέ με εσύ δίπλα σε σένα, με τη δόξα που είχα στο πλάϊ σου προτού υπάρξει ο κόσμος. 6 Φανέρωσα το χαρακτήρα σου στους ανθρώπους τους οποίους μου έχεις εμπιστευθεί από τον κόσμο. Δικοί σου ήταν και τους έχεις εμπιστευθεί σε μένα, και το λόγο σου τον έχουν τηρήσει. 7Tώρα πια το ξέρουν, πως όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα, 8γιατί τους μετέδωσα τις αλήθειες που εσύ μου έχεις δώσει. Kι αυτοί τις δέχτηκαν κι αναγνώρισαν πως πραγματικά βγήκα από σένα, και πίστεψαν ότι εσύ με απέστειλες. 9Γι’ αυτούς παρακαλώ εγώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί είναι δικοί σου. 10Kι όσα έχω εγώ είναι όλα δικά σου, και τα δικά σου είναι δικά μου, κι έχω δοξαστεί ανάμεσά τους. 11Kι εγώ δε μένω πια στον κόσμο, αυτοί όμως μένουν στον κόσμο, ενώ εγώ έρχομαι κοντά σου. Πατέρα άγιε, φύλαξέ τους στ’ όνομά σου, το οποίο μου χάρισες, για να είναι κι αυτοί ένα, όπως είμαστε εμείς. 12Όσο βρισκόμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα στ’ όνομά σου. Aυτούς που μου έχεις δώσει τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε εκτός από το γιο της απώλειας, έτσι που να εκπληρωθεί η Γραφή. 13Όμως, τώρα πια έρχομαι σε σένα κι αυτά τα λέω όσο βρίσκομαι στον κόσμο, για να έχουν τη χαρά μου ολοκληρωμένη μέσα τους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Φιλοσοφίας ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, θεογνωσίας ὑποφήτης ἐδείχθης, σαφῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν δυσμενῶν σὺ γὰρ ὠμολόγησας, ἀληθείας τὴν γνῶσιν, καὶ Μαρτύρων σύσκηνος, δι’ ἀθλήσεως ὤφθης, μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὢ Ἰουστίνε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.


