Θεία Λειτουργία – Της Ζωοδόχου Πηγής 25/4/2025
Ἦχος α’.
“Ὁ ναός σου Θεοτόκε ἀνεδείχθη παράδεισος, ὡς ποταμούς ἀειζώους ἀναβλύζων ἰάματα ὥ προσερχόμενοι πιστῶς, ὡς Ζωοδόχου ἐκ Πηγῆς, ῥῶσιν ἀντλοῦμεν, καί ζωήν τήν αἰώνιον, πρεσβεύεις γάρ σύ τῷ ἐκ σοῦ τεχθέντι, Σωτήρι Χριστῷ, σωθῆναι τάς ψυχᾶς ἡμῶν”.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
Μπορείτε να διαβάσετε την ακολουθία της Ζωοδόχου Πηγής ΕΔΩ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ
Τὴ Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου ἑορτάζομεν τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Ζωηφόρου Πηγῆς, ἔτι δὲ μνείαν ποιούμεθα τῶν ἐν τούτω τελεσθέντων ὑπερφυών θαυμάτων παρὰ τῆς Θεομήτορος.
Ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἱεροῦ Προσκυνήματος τοποθετεῖται κάπου στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰώνα. Τότε ἕνας εὐσεβὴς ἄνδρας, ὁ Λέων ὁ Μακέλλης, ποὺ ἀργότερα ἔγινε Βασιλιάς, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Βασιλεύουσας νὰ περπατήσει. Στὸ δρόμο του συνάντησε ἕναν ζητιάνο τυφλό, ποὺ τοῦ ζήτησε λίγο νερὸ νὰ σβήσει τὴ δίψα του. Ἀμέσως ὁ Λέων ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ νερό. Ἂν καὶ ὁ τόπος ἦταν κατάφυτος μὲ πλούσια βλάστηση, νερὸ δὲν εὕρισκε πουθενά. Στεναχωρήθηκε καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει. Τότε ἄκουσε μία φωνὴ σὰν πνοὴ αὔρας νὰ τοῦ λέγει: -Δὲν χρειάζεται Λέων, ν’ ἀγωνιᾶς. Τὸ νερὸ ποὺ ζητὰς εἶναι πολὺ κοντὰ σου!». Ἀμέσως ἄρχισε νὰ ψάχνει καὶ χωρὶς νὰ βρει τίποτα, κουράστηκε κι ἀποφάσισε νὰ σταματήσει τὴν ἀναζήτηση. Τότε ἀκούει καὶ πάλι τὴν ἴδια φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: -Λέων Βασιλεῦ, μπὲς μέσα στὸ δάσος, πάρε στὰ χέρια σου ἀπὸ τὸ θολὸ νερὸ τῆς πηγῆς καὶ σβῆσε τὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου. Μετὰ μὲ τὸ ἴδιο νερὸ ἄλειψε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Τότε θὰ γνωρίσεις ποιὰ εἶμαι ἐγώ, ποὺ κατοικῶ ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἐδῶ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν χῶρο! Πράγματι ὁ Λέων ἔκανε ὅπως ἀκριβῶς ἡ παράδοξη αὐτὴ φωνὴ τοῦ ὑπέδειξε καὶ τότε ὁ τυφλὸς θεραπεύτηκε καὶ βρῆκε τὸ φῶς του. Τόσο ὁ τυφλὸς ὅσο καὶ ὁ Λέων δόξαζαν κι οἱ δύο μαζὶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του, τῆς ὁποίας ἡ χάρις ἔδωσε τὴ χαρὰ καὶ τὸ φῶς στὸν τυφλό. Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τῆς Θεοτόκου ὁ Λέων ὁ Μακέλλης ἢ Θράξ, τὸ ἔτος 457 ἔγινε αὐτοκράτορας. Μὲ εὐγνωμοσύνη τότε πρὸς τὴν Παναγία σ’ αὐτὸ τὸν τόπο τῆς πηγῆς ἔκτισε Ναό. Στὴ μέση τοῦ τρούλου μέσα σὲ ὁλόχρυσο φόντο καὶ σὲ ἄφθονο φῶς ἱστόρισε μὲ ψηφίδες τὴν Παναγία μὲ τὸ Θεῖο Βρέφος στὴν ἀγκαλιὰ της, «προχέουσα ὡς ἀπὸ τῶν κόλπων αὐτῆς τὸ ὕδωρ ἐν εἴδει νεφέλης».
Ἡ ἱερὴ αὐτὴ Πηγὴ ὀνομάσθηκε «Ζωοδόχος Πηγή». Ἡ ὀνομασία Ζωοδόχος εἶναι ἕνα προσωνύμιο τῆς Παναγίας μας ἡ ὁποία δέχθηκε μέσα της τὴν κατεξοχὴν ζωή, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Ἀμέτρητα τὰ θαυμαστὰ τῆς Πηγῆς, περισσότερα ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς, ἀπὸ τὰ φύλλα τῶν δέντρων ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἀνίατες ἀρρώστιες θεραπεύθηκαν, τυφλοὶ ξαναβρῆκαν τὸ φῶς τους, πυορροοῦσες πληγὲς ἔκλεισαν, ἀκόμα καὶ στειρώσεις ἔλυσε. Δῶρο αὐτῆς τῆς Πηγῆς ἦταν καὶ ὁ Βασιλιὰς Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος πρὸς τὴν Βασίλισσα Ζωή. Ἡ Ζωοδόχος αὐτὴ Πηγὴ τῆς Θεοτόκου ἀνέστησε ἀκόμη καὶ νεκρό, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλία προσκυνητὴς στὴν ἱερὴ Πηγὴ μέσα στὸ καράβι πέθανε. Πρὶν κλείσει τὰ μάτια του μόλις αἰσθάνθηκε τὸ τέλος του παρακάλεσε τοὺς ναῦτες νὰ τὸν πᾶνε νεκρὸ στὸ μεγάλο αὐτὸ προσκύνημα καὶ νὰ θάψουν ἐκεῖ τὸ σῶμα του, ἀφοῦ πρῶτα ρίξουν ἐπάνω του τρεῖς κάδους ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς ἱερῆς Πηγῆς. Ὅταν οἱ ναῦτες ἔκαναν αὐτὸ ποὺ τοὺς ζήτησε, ὅταν δηλαδὴ τὸ νεκρὸ του σῶμα περιχύθηκε μὲ τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος, τότε ὁ ἄνδρας ἀναστήθηκε. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἡ Πηγὴ ἀναδείχθηκε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ὀνομαστὰ προσκυνήματα τῆς Θεοτόκου στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατέφευγαν πλῆθος προσκυνητῶν.
Τὸ 541 ἕνας φοβερὸς σεισμὸς κατερείπωσε τὴν Πόλη. Μέσα στὸν μεγαλόπρεπο Ναὸ τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Πηγῆς ἐκείνη τὴν ὥρα βρισκόταν πολλοὶ πιστοί. Ἡ Θεοτόκος δὲν ἐπέτρεψε νὰ καταπλακωθοῦν στὰ ἐρείπια οἱ Χριστιανοὶ καὶ κράτησε τὸν Ναὸ ὄρθιο μέχρι νὰ βγουν ὅλοι ἔξω. Ὕστερα ὅλα τὰ κτίρια κατέπεσαν χωρὶς νὰ πάθει κανένας τίποτα. Τότε λόγο τοῦ ἰσχυροῦ σεισμοῦ ξεράθηκε καὶ ἡ Πηγὴ τοῦ Ἁγιάσματος γιὰ νὰ ξαναεμφανισθεῖ μετὰ ἀπὸ τὶς δεήσεις τῶν εὐσεβῶν, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Δεκαπενταύγουστου, σὲ ἕνα λίγο πιὸ πέρα ὅπου καὶ ξαναχτίσθηκε τὸ λαμπρὸ προσκύνημα. Ἀπὸ τότε καθιερώθηκε κάθε Δεκαπενταύγουστο νὰ γιορτάζεται ἡ ἀνάμνηση τοῦ νέου θαύματος. «Πηγὴ κενοῦται θαυματουργῶν ὑδάτων, κενουμένη δὲ θαυματουργεῖ καὶ πάλι» σημειώνει ὁ ἱστορικός. Στὰ δύσκολα χρόνια ποὺ ἀκολουθοῦν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ποικιλοτρόπως δοκιμάζεται καὶ τὸ Μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Παρ’ ὅλες τὶς δυσκολίες ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει ἀκόμα καὶ μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἅλωσης τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
Κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως θέλει ἡ παράδοση, ἕνας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια. Ὅταν ἦρθαν καὶ τοῦ εἶπαν πὼς οἱ Τοῦρκοι πῆραν τὴν πόλη, αὐτὸς ἀρνούμενος νὰ παραδεχθεῖ καὶ νὰ πιστέψει τὸ φοβερὸ μήνυμα, εἶπε: «Ὅταν τὰ ψάρια πεταχτοῦν καὶ βγοῦν καὶ ζωντανέψουν τότε καὶ ὁ Τοῦρκος θὲ νὰ μπει κι ἡ πόλη θὰ τουρκέψει». Τὸ ἄγγελμα ὅμως ὅσο κι ἂν ἦταν ἀπίστευτο, ἦταν ὅμως ἀληθινό, γι’ αὐτὸ καὶ: «τὰ ψάρια πεταχτήκανε, τὰ ψάρια ζωντανέψαν κι ὁ ἀμηρᾶς εἰσέβηκεν στὴν πόλη καβαλάρης». Ἡ παράδοση γιὰ τὰ ψάρια δὲν σταματᾶ ἐδῶ στὴν ἀδυναμία τοῦ καλογέρου νὰ πιστέψει στὸ φοβερὸ μαντάτο, ἀλλὰ προχωρεῖ σὲ ἕνα μήνυμα ἐλπίδας. Προβλέπει ὅτι κάποια μέρα θὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ πόλις καὶ τότε θαυματουργικὰ τὰ ψάρια θὰ ξαναπηδήσουν ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος κοκκινισμένα ἀπὸ τὴν μιὰ μεριά, σὰν μισοτηγανισμένα.
«Χίλια τόσα ἔτη περιῆλθον καὶ ἡ Πηγὴ αὐτὴ τῆς Θεοτόκου ἐξακολουθεῖ βλύζουσα ἀθορύβως νὰ παρέχει ἰάσεις» γράφει ὁ Βυζάντιος Σκαρλάτος καὶ μέχρι σήμερα ὑπάρχει ἐπαληθεύοντας τὸν στίχο τῆς ἑορτῆς ποὺ λέγει: «Μάνα, Σιλωὰμ καὶ Στοὰν Σολομῶντος, Πηγὴν Κόρη, σὴν ἐμφανῶς πᾶς τὶς βλέπει», καθένας, δηλαδή, Κόρη, βλέπει τούτη τὴν πηγὴ σου, σὰν τὸ οὐράνιο μάννα ποὺ ξενότροπα ἔτρεφε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ κατὰ τὴν πορεία τους στὴν ἔρημο, σὰν τὴν πηγὴ τοῦ Σιλωὰμ ποὺ ὁ Χριστὸς ἔστειλε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸν νὰ νιφθεῖ ἀφοῦ προηγουμένως τοῦ ἄλειψε μὲ πηλὸ τὰ μάτια του, ἀλλὰ καὶ σὰν τὴν στοὰ τοῦ Σολομῶντος. «Χαῖρε Νερὸ σωτήριο!»
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017


