
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ
Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη βασίλευε κηδεμονεύοντας τὸν ἀνήλικο ἀκόμη γιὸ της Κωνσταντίνο ΣΤ΄ (780), ζοῦσε στὴν πόλη Ἄμνεια τῆς Παφλαγονίας ἕνας πλούσιος γαιοκτήμονας ὀνόματι Φιλάρετος. Ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δώσει ἄφθονα πλούτη καὶ ἀγαθὰ: χωράφια, ἀμπελῶνες, ποίμνια καὶ ἀγέλες· πλῆθος ἀνθρώπων ἐργαζόταν γι’ αὐτόν. Ἦταν ἤδη σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ ζοῦσε εὐτυχὴς ἔχοντας γύρω του τὴν πολυάριθμη οἰκογένειά του. Μόνη του μέριμνα ἦταν νὰ διάγει βίο θεάρεστο, χρησιμοποιώντας τὰ πλούτη του γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν πλησίον. Ἐραστὴς τῆς ἀρετῆς, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ ἴδιο του τὸ ὄνομα, ὁ Φιλάρετος ἀγαποῦσε τόσο τοὺς ἀδελφοὺς του, τοὺς πλησίον καὶ τοὺς μακρινούς, τοὺς γνωστοὺς καὶ τοὺς ἀγνώστους, ὥστε δὲν ἄντεχε νὰ βλέπει συνάνθρωπό του εὑρισκόμενο σὲ ἀνάγκη. Μοίραζε τ’ ἀγαθὰ του δίχως νὰ τὰ ὑπολογίζει σ’ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη καὶ παρουσιάζονταν ἐνώπιον του, καὶ ὅπως ὁ Ἀβραὰμ προϋπαντοῦσε κάθε ξένο γιὰ νὰ εἶχε τὴν τιμὴ νὰ του προσφέρει τὴν φιλοξενία του. Ὁ Κύριος ἐξάλλου τοῦ ἔδειχνε τὴν εὔνοιά του παρέχοντάς του ἀφθονία ἀγαθῶν στὸ μέτρο ποὺ ἐκεῖνος ἢ οἱ ὑπηρέτες του τὰ μοίραζαν στοὺς φτωχούς.
Ὅμως, ἀπὸ φθόνο τοῦ μισόκαλου καὶ κατὰ συγκατάβαση Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε νὰ δοκιμασθεῖ ὁ Φιλάρετος ὅπως δοκιμάστηκε ὁ δίκαιος Ἰώβ, ληστὲς κατάκλεψαν τὰ πλούτη του καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ συμφορὲς ἔφεραν τὸν πλούσιο ἐργάτη τοῦ Θεοῦ στὴν πιὸ ἀδήριτη πτωχεία, σὲ σημεῖο ποὺ δὲν τοῦ ἀπέμεινε παρὰ ἕνα ἄθλιο χωραφάκι, ἕνα ζευγάρι βόδια, ἕνας γάιδαρος, ἕνα ἄλογο, μιὰ ἀγελάδα μὲ τὸ μοσχάρι της καὶ μερικὲς κυψέλες. Παρὰ τὴν μεγάλη καὶ ραγδαία πτώχευση, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν ἄφησε οὔτε ἕνα παράπονο ἢ λόγο ἀπρεπὴ νὰ βγει ἀπὸ τὰ χείλη του· ἀντιθέτως χαιρόταν καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀπήλλαξε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ πλούτου, ἐνθυμούμενος τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: εὐκοπώτερον ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν (Ματθ. 19, 24).
Ἀναγκάσθηκε πλέον γιὰ χειρωνακτεῖ γιὰ νὰ θρέψει τὴν οἰκογένειά του καὶ μιὰ μέρα, ἐνῶ πήγαινε στὸ χωράφι του, συνάντησε ἕναν φτωχὸ χωρικὸ ὁ ὁποῖος θρηνοῦσε γιὰ τὸ βόδι του ποὺ μόλις εἶχε ψοφήσει. Ξεχνώντας τὴ δικὴ του ἀνάγκη καὶ ὑπακούοντας μόνο στὴν συμπόνια του, ἀμέσως τοῦ χάρισε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δικὰ του, καὶ λίγες ἡμέρες ἀργότερα τοῦ χάρισε καὶ τὸ ἄλλο, στερούμενος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, τὴν ἰσχνὴ ἔστω συγκομιδὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει τὸ χωράφι του. Πληροφορούμενοι αὐτὴν τὴν πράξη ἐλεημοσύνης, ἡ σύζυγος τοῦ Φιλαρέτου καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἔκλαψαν πικρὰ καὶ τὸν κατηγόρησαν ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τοὺς καταδίκαζε νὰ λιμοκτονήσουν. Πλήρης ὅμως ἐλπίδος στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ πιστὸς στὸν λόγο τοῦ Κυρίου: μὴ μεριμνᾶτε τὴν ψυχὴ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, […] ζητεῖτε δὲ πρώτον τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνη αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (Ματθ. 6, 25-33), ὁ γενναῖος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ τοὺς παρότρυνε νὰ κάνουν ὑπομονὴ καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε ἕναν θησαυρὸ ποὺ εἶχε κρυμμένο.
Λίγο μετά, συναντώντας ἕναν στρατιώτη ποὺ εἶχε χάσει τὸ ἄλογό του, ὁ Φιλάρετος τοῦ χάρισε τὸ δικὸ τοῦ μὲ τὴν ἴδια ἀμεριμνησία γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς αὔριον. Ἐξακολούθησε νὰ μοιράζει τὰ λίγα ἀγαθὰ ποὺ τοῦ εἶχαν ἀπομείνει, ὅπως ἔκανε τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν πλούσιος, κι ἔτσι σύντομα στερήθηκε τὴν ἀγελάδα καὶ τὸ μοσχάρι της καὶ χάρισε σὲ ἕναν ἀκόμη πιὸ φτωχὸ τὸν γάιδαρό του μ’ ἕνα φόρτωμα συρτάρι ποὺ εἶχε δανειστεῖ ἀπὸ μακριά. Στερήθηκε τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὸν ἐπιούσιο. Μιὰ ἡμέρα ἔλαβε κάποια βοήθεια ἀπὸ πλούσιους φίλους του. Ἔδωσε σὲ κάθε μέλος τῆς οικογένειάς του τὸ μερίδιό του καὶ ἔτρεξε νὰ μοιράσει τὸ δικὸ του στοὺς φτωχούς, ποὺ ἦταν πολλοὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς ἔνδειας. Καὶ ἀφοῦ μοίρασε ὅλο τὸ μέλι ἀπὸ τοὺς μελισσώνες του, ἔδωσε τὸ ἴδιο τὸ ἔνδυμα ποὺ φοροῦσε σ’ ἕναν ζητιάνο ποὺ ἦρθε νὰ τοῦ ζητήσει τροφή.
Ἀπογυμνωμένος ἀπὸ κάθε ἀγαθό, νεκρὸς τῶ κοσμῶ, δίχως πλέον καμιὰ παρηγορία ἀνθρώπινη, ὁ Φιλάρετος ἀφέθηκε στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, καὶ Ἐκεῖνος τοῦ ἔδειξε ὅτι δὲν τὸν εἶχε ἐγκαταλείψει. Τὸν καιρὸ ἐκείνον, ὁ παιδοτρίβης τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορος εἶχε στείλει ἀνὰ τὴν ἐπικράτεια ἀπεσταλμένους μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ βροῦν κόρες ὡραῖες καὶ ἐνάρετες ὥστε νὰ ἐπιλέξουν μεταξὺ τους μία ποὺ θὰ ἦταν ἄξια νὰ γίνει σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα. Φθάνοντας στὴν Ἄμνεια, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ αὐτοκράτορα ἔγιναν δεκτοὶ στὴν οἰκία τοῦ Φιλαρέτου, ὁ ὁποῖος τοὺς δέχθηκε μὲ φιλοξενία ἰσάξια τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ. Παρὰ τὶς συμφορὲς εἶχε διατηρήσει τὴν μεγαλοπρεπὴ οἰκία του καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλης ἔτρεξαν καὶ πρόσφεραν γιὰ τὴν περίσταση τὰ πλέον πολύτιμα καὶ ἀκριβὰ ἀγαθὰ τους σ’ ἐκείνον ποὺ στὸ σπίτι του δὲν εἶχε κὰν τὸν ἐπιούσιο. Ἐντυπωσιασμένοι οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὴν ἀρχοντιὰ καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ γέροντα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε στὸ πρόσωπο καὶ στὶς χειρονομίες του, ζήτησαν νὰ γνωρίσουν τὴν οἰκογένειά του καὶ διάλεξαν δύο ἀπὸ τὶς ἐγγονὲς του, τὴν Μαρία καὶ τὴν Μαρανθία, γιὰ νὰ τὶς συνοδεύσουν στὰ ἀνάκτορα. Ὅταν παρουσιάσθηκαν στὸν αὐτοκράτορα, ἡ πνευματικὴ ὡραιότης τῆς ψυχῆς τους, ποὺ εἶχε διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τοῦ ἁγίου Φιλαρέτου, ἀνύψωσε τόσο τὴν καλλονὴ τοῦ σώματος ὥστε ἀμέσως τὶς διάλεξαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑποψηφίων. Ὁ Κωνσταντίνος ΣΤ΄ νυμφεύθηκε τὴν Μαρία καὶ ἔδωσε τὴν Μαρανθία σύζυγο σ’ ἕναν ἀνώτερο αὐλικό. Ἔφερε τὸν Φιλάρετο στὸ παλάτι καὶ τὸν περιέβαλε μὲ τιμὲς καὶ πλούτη περισσότερα ἀπ’ ὅσα εἶχε ἐκεῖνος στὸ παρελθόν.
Ὁ ἅγιος ὡστόσο δὲν ἀφέθηκε νὰ μεθύσει μὲ τὴν ἐκ νέου αὐτὴ ἀφθονία. Ἑτοίμασε γεῦμα πλουσιοπάροχο καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς φτωχούς, τοὺς γέροντες καὶ τοὺς ἀνήμπορους τῆς Βασιλεύουσας. Ἔκτοτε τριγύριζε στοὺς δρόμους τῆς Πόλεως μαζὶ μ’ ἕναν ὑπηρέτη ὁ ὁποῖος κρατοῦσε τρία πουγγία: τὸ ἕνα γεμάτο νομίσματα χρυσά, τὸ ἄλλο γεμάτο ἀργυρά, τὸ τρίτο γεμάτα χάλκινα. Μόλις τὸν πλησίαζε ἕνας ζητιάνος, ἔπαιρνε στὴν τύχη νομίσματα ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πουγγία, δίνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐλεημοσύνη σὲ ὅσους τὴν ἄξιζαν καὶ σὲ ὅσους δὲν τὴν ἄξιζαν, δίχως νὰ ὑπολογίζει τὴν ἐλεημοσύνη μὲ βάση τὴν δικὴ του κρίση ἀλλὰ γενόμενος ὁ ἴδιος ἁπλὸ ὄργανο τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ, ὁ ὁποῖος Ἐκεῖνος γνωρίζει τοῦ καθενὸς τὶς ἀνάγκες.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις δέχθηκε τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπάτου· ὡστόσο ποτὲ δὲν φόρεσε μεταξωτὸ ἔνδυμα καὶ χρυσὴ ζώνη. «Ἀρκεῖ ὅτι μὲ λέγουν πάππον τῆς βασιλίσσης, ὅστις ἤμην πτωχὸς τῆς γῆς καὶ τῆς κοπρίας πένης», ἔλεγε. Ὁ ταπεινὸς καὶ πράος Φιλάρετος προεῖδε τὴν ἐπικείμενη τελευτή του. Συγκέντρωσε τὴν οἰκογένεια καὶ τοὺς πολυάριθμους συγγενεῖς του γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη του, ὅπως ἔπραξε ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐπίγεια (Γέν. 49), καὶ τοὺς συμβούλευσε μὲ χαρὰ νὰ μοιράσουν τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθὰ του στοὺς φτωχούς, λέγοντας: «Τέκνα μου φίλτατα, μὴν ἐπιλησμονεῖτε τῆς φιλοξενίας, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ἐν φυλακαῖς νὰ ἐπισκέπτεσθε, διὰ τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ νὰ μεριμνᾶτε, νὰ φροντίζετε διὰ τὴν ταφὴ ὅσων πεθαίνουν ἄποροι, νὰ ἐπιμελεῖσθε τὸν ἐκκλησιασμὸ σας· μὴν ἐπιθυμεῖτε τὰ τῶν ἄλλων ἀγαθά, κανένα μὴν κακολογεῖτε, ποτὲ μὴν ἐπιχαίρεσθε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ παθαίνουν οἱ ἐχθροὶ σας, πράττετε πάντα ὅπως μὲ εἴδατε νὰ πράττω ἐγὼ στὸν βίο μου, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ σας ἔχει ὑπὸ τὴν προστασία Του». Κατόπιν, μὲ πρόσωπο ποὺ ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ καὶ φῶς, παρέδωσε τὴν ψυχὴ του στὸν Κύριο, τὴν ὥρα ποὺ πρόφερε τὸ «Γενηθήτω τὸ θέλημα Σου ὡς ἐν ουρανώ καὶ ἐπὶ γῆς» τῆς Κυριακῆς προσευχῆς (762).
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τέταρτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ιδ’ 35-43
ΚΕΙΜΕΝΟ
35 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· 36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 37 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. 38 καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με· 39 καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. 40 σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν 41 λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. 42 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 43 καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
35Στο μεταξύ, καθώς πλησίαζε πια στην Iεριχώ, συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. 36Kι όταν άκουσε να περνάει κόσμος, ρωτούσε να μάθει σαν τι να συνέβαινε. 37Tον πληροφόρησαν, λοιπόν, ότι περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. 38Tότε αυτός άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Iησού, Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με». 39Mα εκείνοι που βάδιζαν μπροστά, τον μάλωναν για να σωπάσει. Eκείνος όμως φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με»! 40Στάθηκε τότε ο Iησούς και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Kι όταν πλησίασε, τον ρώτησε: 41 «Tι θέλεις να σου κάνω:» Kι εκείνος απάντησε «Kύριε, να ξαναδώ!» 42Tότε ο Iησούς του είπε: «Nα ξαναδείς! H πίστη σου σε έσωσε»! 43Kαι μεμιάς ξαναβρήκε την όρασή του κι ακολουθούσε τον Iησού δοξολογώντας το Θεό! Kι όλος ο λαός, μόλις το είδε αυτό, δοξολόγησε το Θεό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως περιουσίᾳ, διεσκόρπισας τοῖς δεομένοις τὸν προσιόντα σοι πλοῦτον, Φιλάρετε, καὶ εὐσπλαχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγὸν τοῦ ἐλέους ἐδόξασας, Ὃν ἱκέτευε δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσι σε ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.


