
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ
Λίγους πάντα καλεῖ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν στὸ δύσκολο στάδιο τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ σ’ αὐτοὺς βέβαια δὲν ἀνήκουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ διάφορους λόγους γίνονται μοναχοί. Μία ἀπὸ τοὺς λίγους αὐτοὺς ποὺ δέχθηκαν τέτοια κλήση εἶναι καὶ ἡ ὁσία Εἰρήνη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου. Οἱ γονεῖς της τὴν ἤθελαν βασίλισσα, ἐκείνη ὅμως ἄκουσε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ ὑπακοὴ στὸ ἅγιο θέλημά Του ἔγινε μοναχή. Ἔζησε ὅταν ἦταν αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντίου ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Αὐγούστα, ἡ ὁποία ἔστειλε ἀνθρώπους σὲ διάφορους τόπους νὰ βροῦν μιὰ νέα, ὡραία εὐγενικῆς καταγωγῆς, εὐσεβὴ κι ἐνάρετη, κατάλληλη γιὰ νὰ γίνει σύζυγος τοῦ μέλλοντος αὐτοκράτορος Μιχαήλ. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔρχονται καὶ στὴν Καππαδοκία γιὰ νὰ φέρουν στὴν Βασιλεύουσα τὴν Εἰρήνη. Ὅταν περνοῦσαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ἡ Εἰρήνη παρακάλεσε τοὺς συνοδοὺς της νὰ σταθοῦν γιὰ λίγο γιὰ νὰ πάει νὰ πάρει τὴν εὐχὴ τοῦ Ὁσίου Ἰωαννίκιου. Ὁ Ὅσιος μεταξὺ τῶν ἄλλων τῆς εἶπε: -Πήγαινε στὴν Βασιλεύουσα καὶ νὰ ξέρεις πὼς ἡ μονὴ τοῦ Χρυσοβαλάντου σὲ χρειάζεται νὰ ποιμάνεις τὶς παρθένους.
Ὅταν ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Μιχαὴλ εἶχε ἐκλέξει ἤδη τὴν σύζυγό του. Ἡ Εἰρήνη ἄρχισε μέσα της νὰ καλλιεργεῖ τὸν πόθο τῆς ἀφιέρωσής της στὸ Θεό. Πολλοὶ ἄρχοντες τὴν ζητοῦσαν γιὰ γυναίκα τους ἀλλὰ ἡ Εἰρήνη τοὺς ἀπαντοῦσε ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε νὰ γίνει Βασίλισσα, ἀσφαλῶς δὲν θέλει νὰ γίνει ἀρχόντισσα. Ὅλοι τὴν πίεζαν νὰ δεχθεῖ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς προτάσεις, μὰ ἡ Εἰρήνη παρέμενε στὴν δικὴ της ἀπόφαση, ὥσπου μία ἀσθένεια ἔκανε ὅλους νὰ παύσουν νὰ τὴν πιέζουν. Ἐλεύθερη πλέον ἡ Εἰρήνη μοίρασε στοὺς πτωχοὺς τὰ πλούτη της καὶ ἦρθε στὴ Μονὴ Χρυσοβαλάντου, ὅπου ἐκάρη μοναχή. Παρ’ ὅλη τὴν εὐγενικὴ καταγωγὴ της ὡς μοναχὴ ἔδειξε ὑποδειγματικὴ ὑπακοὴ καὶ μεγάλο ζῆλο στὴν προσευχή. Γρήγορα ἔφθασε σὲ μεγάλα ὕψη πνευματικῆς θεωρίας. Ὁ βίος της κοσμεῖτε μὲ θαυμαστὲς ἀγγελοφάνειες καὶ θεῖες ὀπτασίες. Μία νύχτα ἐνῶ προσευχόταν ὁ διάβολος ἐμφανίσθηκε δίπλα της καὶ ἄναψε ἕνα κερὶ καὶ μ’ αὐτὸ ἔβαλε φωτιὰ στὸ κουκούλι τῆς Ὁσία Εἰρήνης. Σύντομα ἡ φωτιὰ μεταδόθηκε μέχρι κάτω καὶ καψάλισε ὄχι μόνο τὰ ροῦχα της ἀλλὰ καὶ πολλὰ σημεῖα τοῦ σώματός της. Μιὰ μοναχὴ πῆρε εἴδηση τί γινόταν, ἔτρεξε στὸ κελὶ της κι ἔσβησε τὴ φωτιά. Τότε ἄκουσε τὴν ὁσία νὰ τῆς λέει μὲ παράπονο: -Γιατὶ ἀδελφὴ μου, μὲ στέρησες ἀπὸ τέτοια ἀγαθά; Τώρα μπροστὰ μου στεκόταν Ἅγιος ἄγγελος καὶ μοῦ ἔπλεκε στεφάνι ἀπὸ εὐωδιαστὰ λουλούδια, ποὺ ποτὲ μου δὲν εἶδα οὔτε ὀσφράνθηκα. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἅπλωνε τὸ χέρι του νὰ τὸ βάλει στὸ κεφάλι μου, ἦρθες ἐσὺ κι ἐκεῖνος ἔφυγε.
Εἶχαν περάσει λίγα χρόνια ἀφ’ ὅτου ἡ Εἰρήνη μπῆκε στὸ Μοναστήρι καὶ ἡ ἠγουμένη κοιμήθηκε. Ἠγουμένη ἀναδείχθηκε ἡ Εἰρήνη. Ὁ Θεὸς τῆς ἔδωσε θεία χαρίσματα κι ἐπὶ πλέον ἄγγελος στεκόταν κοντὰ της καὶ τῆς ἀποκάλυπτε τὰ κρυφὰ ἔργα τοῦ καθενός. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κατόρθωνε νὰ κατευθύνει σωστὰ τὸ Μοναστήρι. Ἀκόμα ἡ Ὁσία Εἰρήνη προφήτευσε καὶ προεῖπε πολλὰ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Βασιλεύουσας. Στὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Γ΄ ἐμφανίσθηκε κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἐνῶ αὐτὸς κοιμόταν, τὸν ξύπνησε καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἀπελευθερώσει δύο ἄρχοντες ποὺ ἄδικα εἶχαν καταδικασθεῖ. Ἐπίσης θεράπευε πολλοὺς δαιμονισμένους. Συχνὰ ἔβγαινε τὶς νύχτες στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς καὶ ἀγρυπνοῦσε μὲ μεγάλη κατάνυξη. Μιὰ νύχτα κάποια μοναχὴ ἀντίκρυσε ἕνα ἐξαίσιο θέαμα. Ἡ Ὁσία προσευχόταν καὶ τὰ πόδια της δὲν ἄγγιζαν τὴ γῆ, ὡστόσο δύο κυπαρίσσια εἶχαν γείρει τὶς κορφὲς τους μέχρι κάτω μπροστὰ στὴν Ἁγία, αὐτὴ τὰ πλησίασε, ἄγγιξε τὶς κορφὲς τους, τὰ εὐλόγησε σταυρωειδῶς κι ἐκεῖνα ἐπέστρεψαν στὴν ἀρχικὴ τους θέση. Ἡ ἀδελφὴ βλέποντας αὐτὰ τὰ παράδοξα ἄρχισε νὰ τρέμει ἀπὸ φόβο. Τὸ θαῦμα ἐπαναλήφθηκε κι αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ Ὁσία στὶς χαμηλωμένες κορφὲς ἔδεσε δύο μαντήλια.
Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι τοῦ Χρυσοβαλάντου ἕνας ἄγνωστος ναυτικὸς καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὴν Ὁσία Εἰρήνη προσφέροντάς της τρία μῆλα σταλμένα ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ἀπὸ τὶς βραγιὲς τοῦ Παραδείσου. Μὲ συγκίνηση ἡ Ὁσία Εἰρήνη πῆρε τὰ τρία αὐτὰ μῆλα. Τὸ ἕνα τὸ τεμάχισε καὶ κάθε μέρα ἐπὶ 40 ἡμέρες, ἐλάμβανε ἕνα μικρὸ τεμάχιο μετὰ τὴν προσευχὴ της χωρὶς νὰ φάει τίποτα ἄλλο. Τότε μία ἀνέκφραστη εὐλογία ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ στόμα της καὶ γέμισε ὁλόκληρο τὸ Μοναστήρι. Τὴν Μεγάλη Πέμπτη ἀφοῦ κοινώνησαν ὅλες οἱ ἀδελφές, ἔκοψε τὸ δεύτερο μῆλο καὶ πρόσφερε σὲ ὅλες ἀπὸ ἕνα μικρὸ κομμάτι. Οἱ ἀδελφὲς ἔνιωσαν τὴ θεία εὐωδία ἀλλὰ καὶ μιὰ γλυκύτητα στὸ στόμα τους.
Προαισθάνθηκε τὸ τέλος της, γιατὶ ἂν καὶ εἶχε φθάσει 103 ἐτῶν διατηροῦσε τὶς αἰσθήσεις της. Κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων κι ἀφοῦ ἔφαγε τὸ τρίτο μῆλο, κάλεσε τὶς μοναχὲς καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες νουθεσίες της. Ἔπειτα σήκωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ τὸ πρόσωπό της ἔλαμψε σὰν ἥλιος. Τότε εἰρηνικὰ παρέδωσε τὴν ψυχὴ της στὰ χέρια τοῦ Κυρίου. Τότε διαπίστωσαν ὅλοι πὼς ἡ μορφὴ της δὲν εἶχε ἀλλάξει ἀπὸ τὸ γῆρας, ἀλλὰ φαινόταν νέα καὶ ὡραιοτάτη, ὅπως τότε ποὺ πρωτομπῆκε στὸ Μοναστήρι. Τοῦτο ἦταν δῶρο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μαρτυρεῖτε διὰ αὐτοῦ ἡ ὡραιότητα τῆς ψυχῆς της διὰ τῆς παρθενικῆς της ἀσκήσεως ποὺ τόσο χαρίτωσε ὁ οὐράνιος Νυμφίος Της.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 28 IOYΛIOY
Ματθ. η’ 28 – θ΄ 1
ΚΕΙΜΕΝΟ
28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. 32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.
1 ΚΑΙ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
28Kι όταν έφτασε στην αντίπερα όχθη της λίμνης, στη χώρα των Γαδαρηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα. Ήταν τόσο άγριοι, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από εκείνον το δρόμο. 29Kι είπαν αυτοί κραυγάζοντας: «Tι σχέση έχουμε εμείς με σένα Iησού, Γιε του Θεού; Ήρθες εδώ πρόωρα να μας βασανίσεις;» 30Στο μεταξύ, σε μεγάλη απόσταση απ’ αυτούς, υπήρχε ένα κοπάδι χοίρων που έβοσκαν. 31Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, οι δαίμονες λέγοντας: «Aν μας βγάλεις, επίτρεψέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». 32Kαι τους είπε: «Nα πάτε», Kι εκείνοι βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων, κι αμέσως όρμησε όλο το κοπάδι των χοίρων στον γκρεμό κι έπεσαν στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά. 33Έφυγαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στην πόλη και τα διηγήθηκαν όλα, και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους. 34Όλη η πόλη βγήκε τότε σε συνάντηση του Iησού. Kι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τη δική τους περιοχή.
1Mπήκε τότε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην ιδιαίτερη πόλη του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Βασιλείας γήινους πάλαι οὐκ ἔτυχες, ἀλλ’ ἄφθαρτων στεφάνων νῦν σὲ ἠξίωσεν, ὁ Νυμφίος σου Χριστὸς ὁ ὡραιότατος ὢ καθιέρωσας σαύτην, ὅλη καρδία καὶ ψυχή, Εἰρήνη Ὁσία Μῆτερ, Χρυσοβαλάντου ἡ δόξα, ἠμῶν δὲ προσφυγὴ καὶ βοήθεια.


