Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ 2 Ιουνίου 2024 – ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
02/06/2024
Ώρα:
7:00 πμ - 5:00 μμ
ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ – ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Ο ευλογημένος θάνατος του Μωυσή»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής της Σαμαρείτιδος ΕΔΩ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Τὴν Πέμπτη ἀπὸ τοῦ Πάσχα Κυριακὴ τὴν τῆς Σαμαρείτιδος ἑορτὴν εορτάζομεν.

Ὁ Ἰησοῦς ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ ἐρχόμενος πρὸς τὴν Γαλιλαία θεώρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Σαμάρεια. Κουρασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία στάθηκε στὸ ἀρχαῖο φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Συχάρ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἐκεῖ πάνω στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ «κεκοπιακώς» ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀναζήτηση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, κάθεται ὁ Ἰησοῦς καὶ περιμένει μέσα στὴ λάβα τοῦ μεσημεριοῦ. Περιμένει τὴν Σαμαρείτισσα. Ὁ Ἰησοῦς θέλει νὰ συναντήσει τὴν Σαμαρείτισσα ἐδῶ σ’ ἕνα τόπο ποὺ ἀνήκει στοὺς Σαμαρεῖτες καὶ εἶναι γιὰ αὐτοὺς ἕνας τόπος ἱερός. Τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἄνοιξε ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ τὸ δώρισε στὸν γιὸ του Ἰωσὴφ καὶ τοὺς ἀπογόνους του καὶ ἀντιπροσωπεύει συμβολικὰ τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἐκτὸς τῶν Ἑβραίων. Μέσα στὴν λάβα τοῦ μεσημεριοῦ φθάνει στὸ πηγάδι μιὰ Σαμαρείτισσα γυναίκα. Ὁ Ἰησοῦς τῆς μιλᾶ πρῶτος καὶ τῆς ζητὰ νὰ τοῦ δώσει νὰ πιεῖ. «Δὸς μοι πιεῖν! τῆς λέγει. Στὸ στόμα τοῦ Ἰησοῦ τοῦτο τὸ αἴτημα δὲν σημαίνει ἁπλῶς δῶσε μου λίγο νερὸ νὰ ξεδιψάσω! Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ αἴτημα ἔχει παγκόσμια ἔννοια καὶ δὲν ἀπευθύνεται μονάχα στὴ Σαμαρείτισσα, ἀλλὰ στὸν κάθε ἄνθρωπο: Διψάω γιὰ σένα! Διψάω νὰ μπω στὴ ζωὴ σου, νὰ τὴν διαποτίσω, νὰ ἑνωθῶ μαζὶ σου! Διψάω γιὰ ὅτι δικὸ σου νὰ γίνει καὶ δικὸ μου. Θέλω νὰ πάρω ἀπὸ σένα καὶ νὰ σοῦ δώσω…

Ἀκούγοντας ἡ γυναίκα τὸ λόγο του ξαφνιάζεται. Πὼς ἕνας Ἰουδαῖος ἔχει τὸ θράσος νὰ ἀπευθύνεται σὲ μιὰ γυναίκα καὶ μάλιστα Σαμαρείτισσα, ἐφ’ ὅσον οἱ Ἰουδαῖοι ἐχθρεύονταν τοὺς Σαμαρεῖτες; Ὁ Κύριος ὅμως ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ ἑνώσει τοὺς ἐχθροὺς μὲ ἀγάπη τῆς ἀπαντᾶ: «Εἰ ἤδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἐστὶν ὁ λέγων σοι, δὸς μοι πιεῖν, σὺ ἂν ἤτησας αὐτόν». Ἡ Σαμαρείτισσα δὲν γνωρίζει αὐτὴν τὴ θεϊκὴ δωρεὰ τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ὡστόσο ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὰ λόγια του. Ὁ Ἰησοῦς συνεχίζει νὰ τῆς ἀποκαλύπτεται: «Ὅς δ’ ἂν πίη ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αυτῶ, οὐ μὴ διψήση εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῶ, γενήσεται ἐν αυτῶ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀσφαλῶς δὲν κατάλαβε ἡ Σαμαρείτισσα τὸ πνευματικὸ βάθος τῶν λόγων του ἀλλὰ κατάλαβε πὼς ἔχει μπροστὰ της ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο καὶ μὲ κάποιο σεβασμὸ τοῦ λέγει: «Κύριε δὸς μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἴνα μὴ διψῶ μηδὲ ἐρχωμαι ἐνθάδε αντλεῖν». Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ γνώριζε τὴν κατάσταση τῆς προσωπικῆς της ζωῆς τὴν προσκαλεῖ νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της. –«Ούκ ἔχω ἄνδρα» τοῦ ἀπαντᾶ. Καὶ λέει τὴν ἀλήθεια κι ὁ Χριστὸς ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα τῆς φανερώνει τὴ ζωὴ της: -«Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω, πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὂν ἔχεις οὐκ ἐστὶ σου ἀνήρ, τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας». Τὴν ἀλήθεια εἶπε καὶ ἡ κατάστασή της δὲν ἦταν καταδικαστέα ἀπὸ τὸν Νόμο, ἀλλὰ ἐπιτρεπτή, ἐφ’ ὅσον ἀγνοοῦσε τὴν Εὐαγγελικὴ διδαχὴ τῆς μίας καὶ μοναδικῆς μόνιμης συζυγικῆς ἕνωσης.

Ἡ Σαμαρείτισσα μὲ τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ τῆς προσωπικῆς της ζωῆς θαυμάζει τὸν Ἰησοῦ καὶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἕνας Προφήτης. Κι ἐπειδὴ δὲν ἀντέχει νὰ μιλάει γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ της ζωὴ στρέφει τὴ συζήτηση πρὸς ἄλλο θέμα, στὴ διαμάχη Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν. Ποὺ δηλαδὴ πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός∙  στὸν Ναό, ὅπως λέγουν οἱ Ἰουδαῖοι ἢ στὸ ὄρος Γαριζὶν, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Σαμαρεῖτες. Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιμένει ἄλλο στὴν προσωπικὴ ζωὴ τῆς γυναίκας γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ἀκολουθεῖ στὸ ἐπίπεδο τῆς συζήτησης ποὺ ἐκείνη θέλει καὶ διακηρύττει τὴν μεγάλη ἀλήθεια: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν Πνεύματι καὶ ἀλήθεια δεῖ προσκυνεῖν…» Καὶ τῆς τονίζει ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ βρίσκεται πολὺ κοντά, ποὺ «Οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκηνήσουσι τῶ Πατρί ἐν Πνεύματι κι ἀλήθεια». Κι ὁλοκληρώνοντας τὴ φράση Του ἀποκαλύπτει ὅτι: «Καὶ γὰρ ὁ Πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν». Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ συνεχίζει ἀδιάκοπα νὰ ἀναζητᾶ καὶ νὰ ἀνασταίνει καινούργιους προσκυνητὲς ἐν πνεύματι κι ἀλήθεια.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνάντηση ἡ Σαμαρείτισσα ἄλλαξε ριζικά, ἔγινε μία ὁλοφώτεινη ἱεραπόστολος ποὺ παντοῦ κήρυττε ὅσα τῆς ἀποκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Βαπτίστηκε καὶ ὀνομάστηκε Φωτεινὴ καὶ κοντὰ στὸν Χριστό, τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό, ὁδήγησε ὅλη τὴν οἰκογένειά της, τοὺς δύο γιοὺς της καὶ τὶς πέντε ἀδελφὲς της κι ὅλοι μαζὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου σκορπίσθηκαν στὰ πέρατα τῆς γῆς νὰ κηρύξουν ὅτι: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν Πνεύματι καὶ ἀλήθεια δεῖ προσκυνεῖν». Συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὴ Ρώμη κι ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα Νέρωνα κι ὕστερα ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια νικηφόρως πέρασαν στὴν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ζοῦν αἰωνίως κοντὰ Του στὴν Πηγὴ τῆς αἰώνιας Ζωῆς «ἐν Πνεύματι».

Ἡ Σαμαρείτισσα ξεκίνησε ἀπὸ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ τῆς Σαμάρειας, ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὰ παραστρατήματά της, ἀναζητᾶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν γιὰ νὰ σβήσει τὴν πνευματικὴ της δίψα κι ἀξιώθηκε νὰ συναντήσει στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ τὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, ποὺ ὄχι μόνο ἱκανοποίησε τὴ δίψα της, ἀλλὰ ὁδήγησε κι ἄλλους πολλοὺς «ἀληθινοὺς προσκυνητὲς» πρὸς τὴν Αἰώνιο Πηγή.

Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ ἅγιος ἡμῶν Νικηφόρος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τὸ 758, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ διωγμοῦ ποὺ ἐξαπέλυσε ὁ Κωνσταντίνος ὁ Κοπρώνυμος κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ πατέρας του, Θεόδωρος, ἦταν πρῶτος γραμματέας τοῦ παλατίου (πρωτασηκρήτης). Ἔχοντας ἐκδηλώσει μὲ τόλμη τὴν ἀφοσίωσή του στὴν Ὀρθοδοξία, παύθηκε τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἐξορίστηκε στὴν Νίκαια ὅπου καὶ ἐτελεύτησε τὸν βίο του, δίνοντας σὲ ὅλους τὸ παράδειγμα τῆς εὐσέβειας. Ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου, Εὐδοκία, καλλιέργησε τὶς ἀγαθὲς κλίσεις τοῦ γιοῦ της καὶ ἀφοῦ τὸν ἐμπιστεύτηκε σὲ ἕναν γραμματέα τοῦ αὐτοκράτορα γιὰ νὰ μαθητεύσει κοντὰ του, ἀποσύρθηκε σὲ μοναστήρι.
Ὁ Νικηφόρος, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε μὲ ἐπιτυχία ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς θύραθεν παιδείας, ἔγινε κι αὐτὸς μὲ τὴ σειρὰ του πρῶτος γραμματέας τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780-797) καὶ τῆς ἀντιβασιλίσσης Εἰρήνης , καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας (787) ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ αὐτοκράτορα.
Μετὰ τὴν προσωρινὴ ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Νικηφόρος, ἀποδίδοντας μικρὴ σημασία στὴν δόξα καὶ στὶς διακρίσεις τοῦ κόσμου τούτου, ἀνταποκρίθηκε στὴν ἐσωτερικὴ κλήση ποὺ τὸν ὠθοῦσε νὰ ἀσπαστεῖ τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀποσύρθηκε στὴν ἐσχατιὰ τοῦ Βοσπόρου, στὴν ἀσιατικὴ ἀκτή, σὲ ἕνα προάστειο λεγόμενο τοῦ Ἀγάθου, ὅπου ἵδρυσε μονή. Παραμένοντας λαϊκός, ἐπιδόθηκε, ὡστόσο, μὲ ζῆλο νυχθημερὸν στὴν προσευχὴ καὶ στὴν μελέτη. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὄχι μόνο ἀπέκτησε βαθειά γνώση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἤξερε ἐπίσης νὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία του τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ρητορική, τὶς ὁποῖες κατεῖχε ἄριστα. Μακρὰν τοῦ νὰ γίνει ἀφορμὴ ἔπαρσης, ἡ θύραθεν γνώση ἔδινε τὴν εὐκαιρία στὸν Νικηφόρο νὰ εὐχαριστεῖ  τὸν Κύριο καὶ νὰ προκόβει στὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές. Ἀριστοκράτης ἐπιφανὴς καὶ λόγιος μὲ ὑπόληψη, ἔδειχνε ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε πρόσδεση στὸν κόσμο, πράος, νηφάλιος, ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ὅλους, ἀνίκανος νὰ ἐνεργεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος (805) ἐκοιμήθη ὑποδεικνύοντας ὡς διάδοχό του τὸν Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ὁμόφωνα στὸν πατριαρχικὸ θρόνο παρ’ ὅλες τὶς ἀντιστάσεις του καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ἀκόμα λαϊκός. Ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ ἀντιτιθέμενος ἀρχικὰ στὴν ἐκλογὴ αὐτή, ἔγινε στὴν συνέχεια ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς του καὶ ἔβαλε στὴν ἐνέργεια ὅλη τὴν αὐθεντία του γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν ἡσυχία του. Ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, ὁ Νικηφόρος ἀνῆλθε διαδοχικὰ σὲ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης καὶ τέλος ἐνθρονίστηκε πατριάρχης τὸ Πάσχα τοῦ 806. Μετὰ τὴν τελετὴ τῆς ἐνθρόνισης, ὁ ἱεράρχης κατέθεσε ἐπίσημα στὸ θυσιαστήριο τῆς Ἁγίας Σοφίας ἕνα βιβλίο ποὺ εἶχε συντάξει πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ἡ ἀσυνήθιστη αὐτὴ ἄνοδος ἑνὸς λαϊκοῦ στὴν κορυφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας προκάλεσε τὴν ἀντίθεση τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Στουδίου, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Πλάτωνος [4 Ἀπρ.] καὶ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου [11 Νοεμ.]. Ἡ ἔνταση αὐξήθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ὁ νέος πατριάρχης ἐπανέφερε στὶς τάξεις τῆς Ἐκκλησίας τὸν πρεσβύτερο Ἰωσὴφ ποὺ εἶχε καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὸν Ταράσιο, ἐπειδὴ τέλεσε τὸν παράνομο γάμο τοῦ Κωνσταντίνου ΣΤ΄. Οἱ μοναχοὶ διέκοψαν τὴν κοινωνία μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τότε ὁ αὐτοκράτορας ἔλαβε αὐστηρὰ μέτρα καὶ τοὺς ἐξόρισε, χωρὶς νὰ μπορέσει ὁ Νικηφόρος νὰ φέρει ἀντίσταση. Ἡ ἔνταση κόπασε μόνο μὲ τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Α΄ (811). Λαμβάνοντας τὸ στέμμα ἀπὸ τὸν πατριάρχη, ὁ αὐτοκράτορας δεσμεύθηκε νὰ ὑπερασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξία, ἀνακάλεσε τοὺς ἐξόριστους καὶ γιὰ νὰ τεθεῖ τέρμα σὲ κάθε διχοστασία ὁ Νικηφόρος δέχθηκε νὰ καθαιρεθεῖ ἐκ νέου ὁ Ἰωσήφ.
Σταθερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὁ ἅγιος ἱεράρχης μερίμνησε τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς γαλήνης νὰ ἀπαλλάξει τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸν λόγο καὶ τὰ συγγράμματά του, ἀπὸ κάθε αἱρετικὴ  ἐπιρροή. Στερέωσε τὸν ἱερὸ  θεσμὸ τοῦ γάμου ἀπαγορεύοντας τοὺς εὐγενεῖς νὰ ἀποπέμπουν τὶς συζύγους των καὶ προσπάθησε νὰ διορθώσει ὁρισμένες καταχρήσεις ποὺ εἶχαν ἐμφανισθεῖ σὲ μοναστήρια, φροντίζοντας νὰ καταργηθοῦν οἱ «διπλὲς μονές». Σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία κατάφερε νὰ βασιλεύει ἡ κανονικὴ τάξη, πηγὴ χάριτος καὶ ἁρμονίας.
Οἱ εὐνοϊκὲς αὐτὲς συνθῆκες δὲν κράτησαν ὡστόσο γιὰ πολύ. Μετὰ τὸν ἄτυχο πόλεμο κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὸν διαδέχθηκε ὁ Λέων ὁ Ἀρμένιος (813). Μόλις ὁ τελευταῖος  εἰσῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ἅγιος Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ὑπογράψει ὁμολογία Πίστεως, μὲ τὴν ὁποία θὰ δεσμευόταν νὰ μὴν ἐπιφέρει νεωτερισμοὺς σὲ θρησκευτικὰ θέματα∙  ὁ Λέων ὅμως ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει ὁτιδήποτε πρὶν τὴ στέψη του. Κατὰ τὴν τελετὴ τῆς στέψεως, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Νικηφόρος ἐπέθετε τὸ στέμμα στὸ κεφάλι τοῦ ἡγεμόνα, αἰσθάνθηκε πόνο σὰν νὰ ἀκουμποῦσε τὸ χέρι του πάνω σὲ ἕνα ἀγκαθερὸ βάτο. Δυὸ ἡμέρες ἀργότερα, ὅταν ὁ πατριάρχης τοῦ ὑπέβαλε ἐκ νέου τὴν ὁμολογία Πίστεως, ὁ Λέων ἀπροκάλυπτα ἀρνήθηκε νὰ τὴν ὑπογράψει, ἐνῶ λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 814 ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων. Ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὅρισε τότε νηστεία καὶ συνάθροισε μέγα πλῆθος στὴν Ἁγία Σοφία γιὰ μία ἀγρυπνία μὲ σκοπὸ νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ ὥστε νὰ ἀποτραπεῖ ἡ νέα αὐτὴ δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας. Μαθαίνοντας γιὰ τὴν σύναξη αὐτὴ καὶ φοβούμενος τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἁγίου, ὁ αὐτοκράτορας τὸν κάλεσε τὸ πρωὶ στὸ παλάτι καὶ τὸν κατηγόρησε ὅτι διαταράσσει τὴν δημόσια τάξη. Ὁ Νικηφόρος ὑπερασπίσθηκε τὸν ἑαυτὸ του ἀρνούμενος κάθε ἐνέργεια κατὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ ἡγεμόνα, ἀλλὰ τοῦ καταλόγισε ὅτι ἀναμειγνύεται μὲ ἀθέμιτο τρόπο στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καὶ διαταράσσει τὴν εἰρήνη ἐνσταλάζοντας τὸ δηλητήριο τῆς αἱρέσεως. Ἀκολούθησε μακρὰ θεολογικὴ συζήτηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Νικηφόρος κατέδειξε τὸ θεολογικὸ ἔρεισμα τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἡ τιμὴ αὐτὴ δὲν εἶναι εἰδωλολατρία, ἀπάντησε στὸν αὐτοκράτορα, διότι ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἔγινε ὁρατὸς διὰ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀπεικόνιση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐμφανίστηκε στὴν γῆ, ἰσοδυναμεῖ μὲ ὁμολογία τῆς Ἐνανθρωπήσεώς του καὶ τῆς Σωτηρίας μας.
Μετὰ τὴν λαμπρὴ ἀναίρεση ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἡγεμόνα, ὁ Λέων, μετὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων, κατάφερε νὰ πάρει μὲ τὸ μέρος του ἀρκετοὺς ἐπισκόπους καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κοινοῦ μὲ εἰκονομάχους θεολόγους ἦλθαν νὰ πιέσουν τὸν Νικηφόρο νὰ ὑποταχθεῖ. Ὁ ἱεράρχης τοὺς ἀποκρίθηκε ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλες οἱ Ἐκκλησίες εἶχαν ἑνωθεῖ στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Δευτέρας Συνόδου τῆς Νικαίας δὲν μποροῦσε ἐκεῖνος νὰ ἀνοίξει συζήτηση μὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ θέλησή τους εἶχαν ἀποκλείσει ἑαυτοὺς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Πρόσθεσε ὅτι ἂν ὁ αὐτοκράτορας ἐπιθυμοῦσε νὰ συνεχίσει τὶς πιέσεις του, ἐκεῖνος ἦταν ἕτοιμος νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτησή του. Ἡ συζήτηση δὲν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἅγιος προχώρησε στὴν καθαίρεση τῶν κληρικῶν ποὺ εἶχαν ἀσπαστεῖ τὴν αἵρεση∙ αἰσθανόμενος δὲ ὅτι πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ βίαιου διωγμοῦ, ἔγραψε στὴν σύζυγό του αὐτοκράτορα καὶ στοὺς ὑπουργοὺς του νὰ ἐνεργήσουν ὥστε νὰ μὴν χυθεῖ νέο αἷμα. Στὶς ἀρχὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Νικηφόρος ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ὁ αὐτοκράτορας ἀφαίρεσε ἀπὸ τὸν πατριάρχη τὴν διαχείριση τοῦ θησαυροφυλακείου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀναθέτοντάς τὴν σὲ ἕναν πατρίκιο. Κατόπιν δὲ συνεκάλεσε μία παράνομη σύνοδο εἰκονομάχων, στὴν ὁποία κάλεσε τὸν Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος προέβη σὲ φλογερὴ ὑπεράσπιση ἀληθινῆς Πίστεως. Μάταια ὅμως∙ οἱ ποιμένες  τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν γίνει ἄγριοι λύκοι, καθαίρεσαν τὸν ἅγιο. Στὶς 13 Μαΐου, μέσα στὴν νύχτα, ἐνῶ ἕνας ἀπειλητικὸς ὄχλος εἶχε συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς φρουρὰς ἦρθε νὰ τὸν σηκώσει ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου. Μόλις ποὺ πρόφθασε νὰ ἀναπέμψει μία τελευταία προσευχὴ στὴν Ἁγία Σοφία γιὰ νὰ ἐναποθέσει τὴν φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας του στὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἔρριξαν σὲ πλοῖο γιὰ νὰ τεθεῖ ἐν συνεχεία ὑπὸ περιορισμὸ στὴν Μονὴ Ἀγάθου, ὅπου εἶχε περάσει τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς ζωῆς του. Λίγο ἀργότερα τὸν ἔστειλαν ἀκόμη πιὸ μακριά, σὲ ἄλλη μονὴ ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἱδρύσει ἀφιερωμένη στὸν ἅγιο Θεόδωρο.
Ἐν τῷ μεταξύ, κι ἐνῶ ὁ Νικηφόρος εἶχε ὑποβάλει τὴν παραίτησή του, ὁ Λέων ἀνέβασε στὸν θρόνο τὸν Θεόδοτο Κασσιτερᾶ, ἕναν ἄσπονδο ἐχθρὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὁ ὁποῖος συγκάλεσε σύναξη αἱρετικῶν ἐπισκόπων γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Ἱερείας (754). Καταργήθηκε ἐπισήμως ἡ τιμὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀναθεματίστηκαν τὰ ὀνόματα τοῦ Ταρασίου καὶ τοῦ Νικηφόρου καὶ ξέσπασε ἐκ νέου διωγμὸς κατὰ τῶν ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως σὲ ὅλη τὴν Αὐτοκρατορία.
Ἡ ἀξιοθρήνητη αὐτὴ κατάσταση διήρκεσε μέχρι τὴν δολοφονία τοῦ Λέοντος ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Β΄ (820). Ἀναλαμβάνοντας τὴν ἐξουσία ὁ τελευταῖος, κατόπιν αἰτήματος τοῦ Νικηφόρου, κήρυξε ἄκυρες τὶς ἀποφάσεις τῶν εἰκονομαχικῶν συνόδων καὶ ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη καὶ τοὺς ἄλλους ὁμολογητές∙ οἱ νόμοι ὅμως κατὰ τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων παρέμεναν ἐν ἰσχύι καὶ τοὺς ἀπαγορεύτηκε  ἡ εἴσοδος στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Θεόδωρος, ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Νικηφόρο πρὶν τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ, ἐπισκέφτηκε πολλὲς φορὲς τὸν πατριάρχη καὶ τοῦ ἔγραφε ἐνθαρρυντικὲς ἐπιστολὲς ὅπου τὸν ἐπαινεῖ ὡς: «μέγα ἥλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου οἱ τῆς ὁμολογίας ἀκτίνες φωτοβολοῦν τὴν οἰκουμένη».
Ὁ Μιχαὴλ Β΄ πρότεινε στὸν ἅγιο Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε γράψει γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει νὰ ἀποκαταστήσει πλήρως τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ τὸν ἀνακαλέσει στὸν θρόνο του, ἂν ὑποσχόταν νὰ τηρήσει σιγὴ γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες καὶ τὴν Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Ὁ ἅγιος ἱεράρχης ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ καὶ προτίμησε νὰ παραμείνει στὴν ἐξορία. Ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό του αὐτό, βάζοντας στὴν ὑπηρεσία τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν λεπτότητα τῆς φιλοσοφίας τοῦ Ἀριστοτέλους, συνέταξε σημαντικὲς πραγματεῖες, στὶς ὁποῖες καταδείκνυε ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναπαράγει μὲ εἰδωλολατρικὸ τρόπο τὴν ἀπερίγραπτη θεία φύση, ὅπως διατείνονταν οἱ εἰκονομάχοι θεολόγοι, ἀλλὰ διατηρεῖ μία σχέση ὁμοιότητας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: τὸν ἀόρατο Θεὸ ποὺ ἔγινε ὁρατὸς διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως παραμένοντας ταυτόχρονα ἀπερίγραπτος στὴν θειότητά του.
Συνέχισε τὸν ἔνδοξο αὐτὸ θεολογικὸ ἀγώνα του μέχρι ποὺ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίω στὶς 2 Ἰουνίου 829, μετὰ ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια ἐξορίας. Ἡ σορὸς του ἐνταφιάσθηκε στὴν μονὴ του καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μέχρι τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων καὶ τὴν μεταφορὰ της στὴν Κωνσταντινούπολη [13 Μαρτ.], στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, θριαμβευτικὴ ἐπιστροφὴ ποὺ σφράγισε τὴν ὁριστικὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 10ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 2 IOYNIOY
Ιω. δ’ 5-42 

ΚΕΙΜΕΝΟ

5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

5Έρχεται, λοιπόν, σε μια πόλη της Σαμάρειας, που ονομάζεται Συχάρ, κοντά στο χωράφι που έδωσε ο Iακώβ στον Iωσήφ, το γιο του. 6Eκεί υπήρχε κι ένα πηγάδι του Iακώβ. Έτσι, ο Iησούς, κατάκοπος καθώς ήταν, καθόταν κοντά στο πηγάδι. H ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι.   7Tην ώρα εκείνη έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Tης λέει τότε ο Iησούς: «Δώσε μου να πιω».  (8Oι μαθητές του, στο μεταξύ, είχαν πάει στην πόλη για ν’  αγοράσουν τρόφιμα). 9H γυναίκα του αποκρίνεται: «Πώς γίνεται, εσύ που είσαι Iουδαίος, να ζητάς να πιεις νερό από μένα που είμαι Σαμαρείτισσα;» (γιατί δε σχετίζονται οι Iουδαίοι με τους Σαμαρείτες.) 10O Iησούς της αποκρίθηκε: «Aν ήξερες τη δωρεά του Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δώσε μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ’  αυτόν και θα σου έδινε νερό ζωντανό».  11Tου λέει η γυναίκα: «Kύριε, ούτε καν κουβά δεν έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού, λοιπόν, έχεις το ζωντανό νερό; 12Mήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Iακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, αφού ήπιε απ’  αυτό κι ο ίδιος και οι γιοι του και τα κοπάδια του;» 13O Iησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει από το νερό αυτό, θα ξαναδιψάσει. 14Mα όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, αυτός όχι, δε θα διψάσει ποτέ. Aπεναντίας, το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ’  αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας».  15Tου λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσε μου το νερό αυτό για να μη διψάω κι ούτε να έρχομαι εδώ για να αντλώ».  16Tης λέει ο Iησούς: «Πήγαινε φώναξε τον άντρα σου κι έλα εδώ».  17Aποκρίθηκε εκείνη: «Δεν έχω άντρα».  Tότε ο Iησούς της είπε: «Kαλά είπες πως δεν έχεις άντρα, 18γιατί πήρες πέντε άντρες, κι αυτός που έχεις τώρα δεν είναι άντρας σου. Σε τούτο είπες την αλήθεια».  19Tου λέει η γυναίκα: «Kύριε, βλέπω πως εσύ είσαι προφήτης. 20Oι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό στο βουνό αυτό, ενώ εσείς λέτε πως στα Iεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει να τον λατρεύουν».  21Tης λέει ο Iησούς: «Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι έρχεται ο καιρός, που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε στο βουνό αυτό ούτε στα Iεροσόλυμα. 22Eσείς λατρεύετε εκείνο που δε γνωρίζετε, ενώ εμείς λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία από τους Iουδαίους είναι προκαθορισμένο να έρθει. 23Έρχεται, όμως, ο καιρός, από τώρα κιόλας, κατά τον οποίο οι αληθινοί λατρευτές θα λατρεύουν το Θεό πνευματικά και αληθινά. Kι ασφαλώς έτσι τους θέλει ο Πατέρας εκείνους που τον λατρεύουν. 24O Θεός είναι πνεύμα κι εκείνοι που τον λατρεύουν, πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά».  25Tου λέει η γυναίκα: «Ξέρω ότι πρόκειται να έρθει ο Mεσσίας, που ονομάζεται Xριστός. Όταν έρθει εκείνος, θα μας τα φανερώσει όλα».  26Tης λέει ο Iησούς: «Eγώ είμαι, που σου μιλάω».   27Tην ώρα που το έλεγε αυτό ήρθαν οι μαθητές του κι απόρησαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Mα κανένας δεν τον ρώτησε: «Tι συζητάς;» ή «Γιατί συνομιλείς μαζί της;» 28ʼφησε τότε τη στάμνα της η γυναίκα και πήγε στην πόλη και λέει στους ανθρώπους: 29 «Eλάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έχω κάνει, μήπως και είναι αυτός ο Xριστός;» 30Bγήκαν τότε από την πόλη και κατευθύνονταν προς αυτόν.   31Στο μεταξύ, οι μαθητές του τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Δάσκαλε, φάε».  32Mα εκείνος τους είπε: «Eγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν το ξέρετε».  33Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές μεταξύ τους: «Mήπως του έφερε κανείς να φάει;» 34Tους λέει ο Iησούς: «Φαγητό δικό μου είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να αποπερατώσω το δικό του έργο. 35Eσείς δε λέτε: Tέσσερις μήνες ακόμα και θα έχουμε θερισμό; Mα εγώ σας λέω: Oρίστε! Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια ότι είναι κιόλας άσπρα, έτοιμα για θερισμό! 36Kαι ο θεριστής αμείβεται και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε κι εκείνος που σπέρνει κι εκείνος που θερίζει να χαίρονται μαζί. 37ʼλλωστε, στο γεγονός αυτό στηρίζεται το αληθινό ρητό που λέει: ʼλλος είναι εκείνος που σπέρνει κι άλλος εκείνος που θερίζει. 38Eγώ σας έστειλα να θερίσετε εκείνο για το οποίο εσείς δεν έχετε κοπιάσει. άλλοι έχουν κοπιάσει κι εσείς έχετε μπει στον κόπο εκείνων».   39Kι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν πολλοί σ’  αυτόν, χάρη στη διήγηση της γυναίκας, που έδινε τη μαρτυρία της λέγοντας: «Aυτός μου είπε όλα όσα έχω κάνει!»  40Έτσι, μόλις ήρθαν κοντά του οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους, κι έμεινε εκεί δύο μέρες. 41Tότε πίστεψαν ακόμα περισσότεροι χάρη στη δική του διδαχή, 42κι έλεγαν στη γυναίκα: «Tώρα πια δεν πιστεύουμε χάρη στη δική σου τη διήγηση, αφού εμείς οι ίδιοι τον έχουμε ακούσει και ξέρουμε πως αυτός είναι πραγματικά ο Σωτήρας του κόσμου, ο Xριστός!».

‘Απολυτίκιον
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως
“Νίκην ἤνεγκε, τὴ Ἐκκλησία, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορία ἀδίκως ὠμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος”.

0