
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ἡ Κυριακή αὐτή λέγεται ἔτσι, διότι ἀπό τήν ἑπόμενη ἡμέρα (Δευτέρα) ἀπέχουμε κρέατος. Δηλ. ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς κρεοφαγίας μέχρι τό Πάσχα καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ κατανάλωση κρέατος, ἐκτός ἄν πρόκειται γιά ἀρρώστους.
Οἱ θεῖοι Πατέρες ἔταξαν αὐτή τήν Κυριακή νά γίνεται ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θυμόμαστε ὄχι μόνο τή φιλανθρωπία Του (ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου), ἀλλά καί τή δικαιοσύνη Του στήν κρίση, πού θά γίνει μερικῶς τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας καί τελικῶς – τελεσιδίκως στή Δευτέρα Παρουσία Του.
Ἔτσι εἶναι δυνατόν νά διεγειρόμαστε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀμελείας πρός ἐργασία τῶν ἀρετῶν καί καλλιέργεια – αὔξηση τῶν ταλάντων μας.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζογλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΦΙΛΟΘΕΗΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΙΑΣ
Τὸ λαμπρὸ αὐτὸ ἂστρο τῆς εὐσεβείας ἀνέτειλε τὰ σκοτεινὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας γιὰ νὰ σκορπίσει τὴν θεία εὐσπλαχνία στὸν σκλαβωμένο λαὸ τῆς Ἀθήνας καὶ νὰ φέρει τὴν εὐθεία ὁδό τῆς ἀρετῆς πλῆθος ψυχῶν ποὺ κινδύνευαν.
Γεννήθηκε τὸ 1528 ἀπὸ ἀρχοντικὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων εἰς ἀπάντησιν τῶν μακρόχρονων καὶ καρτερικῶν προσευχῶν τῆς μητέρας της. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἐπέδειξε θαυμαστὴ κλίση πρὸς τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ τὴν προσευχή. Νύφη πολύφερνη καὶ περιζήτητη, νυμφεύτηκε παρὰ τὴν θέλησή της σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν μὲ ἕναν σκληρὸ καὶ βίαιο ἄνδρα, τὰ ἄγρια ξεσπάσματα καὶ τὴν κακομεταχείριση τοῦ ὁποίου ὑπέμεινε καρτερικά, προσευχόμενη γιὰ τὴν μεταστροφὴ του. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τοῦ γάμου, μὲ τὸν θάνατο τοῦ τυραννικοῦ αὐτοῦ συζύγου καὶ ἀντιστεκόμενη σὲ ὅλες τὶς πιέσεις νὰ παντρευτεῖ γιὰ δεύτερη φορά, ἀφιερώθηκε ἀποκλειστικὰ στὸν Κύριο, μὲ νηστεία καὶ προσευχή, παραμένοντας ὡστόσο, στὸ πατρικὸ της σπίτι. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, δέκα χρόνια ἀργότερα, χρησιμοποίησε τὴν μεγάλη περιουσία της γιὰ τὴν ἵδρυση μίας μονῆς εἰς τιμὴν τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος τῆς ἀνέθεσε τὴν ἀποστολὴ αὐτὴ σὲ ἕνα ὅραμα. Δὲν ἔκτισε μόνο κελλιά καὶ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν λειτουργία ἑνὸς μοναστηριοῦ, ἀλλὰ ἵδρυσε ἐπίσης κοντὰ καὶ μία ὁλόκληρη σειρὰ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων: νοσοκομεῖο, πτωχοκομεῖο καὶ γηροκομεῖο, διάφορα ἐργαστήρια καὶ κυρίως σχολεῖα στὰ ὁποία τὰ παιδιὰ τῆς Ἀθήνας μποροῦσαν νὰ λάβουν χριστιανικὴ μόρφωση. Προίκισε ἐξάλλου τὸ καθίδρυμά της μὲ κτήματα καὶ μετόχια γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει πόρους καὶ νὰ μοιράζει γενναιόδωρα ἐλεημοσύνες, ἔτσι ὥστε ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Φιλοθέης ἔγινε σύντομα γιὰ τὴν Ἀθήνα πηγὴ θείων εὐλογιῶν, λιμὴν καταφυγῆς τῶν θλιβομένων καὶ ἑστία ὅπου μποροῦσε νὰ ἀναζωπυρωθεῖ ἡ παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
Μόλις ἀποπερατώθηκαν τὰ πρῶτα κτίρια, ἡ μακαρία ἐνεδύθη πρώτη τὸ μοναχικὸ Σχῆμα, μὲ τὸ ὄνομα Φιλοθέη, μαζὶ μὲ τὶς ὑπηρέτριές της καὶ πολλὰ νέα κορίτσια τῆς ἀριστοκρατίας, ἀλλὰ καὶ ταπεινῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχαν ἀπαρνηθεῖ τὰ θέλγητρα τῆς κοσμικῆς ζωῆς γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν ὑπὸ τὴν καθοδήγησή της τὴν στενὴ ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὅλες οἱ ἀδελφές, μὲ κοινὸ φρόνημα, ἀγωνίζονταν νὰ μιμηθοῦν τὶς ἀρετὲς τῆς πνευματικῆς τους μητέρας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε τὸν ὅμοιό της στὴν ἀγάπη καὶ τὴν συμπόνια πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους ποὺ ἐπισκεπτόταν καὶ φρόντιζε ἡ ἴδια. Μοίραζε ἀλογάριαστα ἐλεημοσύνες, σὲ σημεῖο ποὺ κάποτε ἡ μονὴ βρέθηκε σὲ ἔσχατη ἀνάγκη καὶ ὁρισμένες ἀδελφὲς ἄρχισαν νὰ παραπονοῦνται ἐναντίον τῆς ἁγίας. Ἡ Φιλοθέη τότε τὶς προέτρεψε νὰ κάνουν ὑπομονὴ καὶ νὰ ἀναζητοῦν πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καὶ πράγματι, λίγες ἡμέρες ἀργότερα, δύο εὐγενεῖς ἔκαναν μία σημαντικὴ δωρεὰ ποὺ ἔσωσε τὸ μοναστήρι ἀπὸ τὴν σιτιδεία.
Ἐλαυνόμενη ἀπὸ πίστη καὶ συμπόνοια, ἡ ὁσία Φιλοθέη εἶχε προσφέρει ἄσυλο στὸ μοναστήρι, περιφρονώντας τοὺς κινδύνους γιὰ ἀντίποινα, σὲ ὁρισμένους αἰχμαλώτους χριστιανοὺς ποὺ εἶχαν δραπετεύσει ἀπὸ τοὺς κυρίους τους γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετὴ τους. Αὐτὸ στάθηκε ἡ εὐκαιρία γιὰ τοὺς Τούρκους νὰ περικυκλώσουν τὴν μονή, νὰ ἐπιπέσουν σὰν ἄγρια θηρία πάνω στὴν ἁγία ποὺ ἦταν ἄρρωστη καὶ νὰ τὴν σύρουν μὲ σκληρότητα μπροστὰ στὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος τὴν ἔρριξε σὲ σκοτεινὴ φυλακή. Τὴν καλέσαν ἐπιτακτικὰ νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ ἢ νὰ θανατωθεῖ∙ ὀμολόγησε τότε μὲ ἀπερίγραπτη χαρά, ὅτι ὁ βαθύτερος πόθος της ἦταν ἀκριβῶς νὰ ὁλοκληρώσει τὸ μαρτύριό της γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἦταν ὅμως τοῦτο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ∙ καὶ χάρις τὴν ἐπέμβαση τῶν Ἑλλήνων προκρίτων τῆς πόλεως, ἀφέθηκε ἐλεύθερη. Ἐνδυναμωμένη ἀπὸ τὴν δοκιμασία αὐτή, διπλασίασε ἔκτοτε τὸν ζῆλο της στὰ ἀποστολικὰ της ἔργα καὶ στοὺς ἀσκητικοὺς κόπους. Φθάνοντας στὴν τελειότητα ἔλαβε τὴν χάρη τῶν θαυμάτων καὶ ἰάσεων καὶ προσείλκυε κοντὰ της ὅλο καὶ περισσότερες μαθήτριες, σὲ σημεῖο ποὺ χρειάστηκε νὰ ἱδρύσει νέο μοναστήρι, κοντὰ στὸ ὁποῖο βρισκόταν μικρὸ σπήλαιο, ὅπου ἡ ἁγία ἀρεσκόταν νὰ ἀποσύρεται γιὰ νὰ προσεύχεται
Ἡ ἀκτινοβολία της στὸν λαὸ προκάλεσε τὸ μίσος τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι κατέφθασαν στὴν νέα μονὴ κατὰ τὴν διάρκεια μίας ἀγρυπνίας καὶ κακοποιῆσαν τόσο ἀπάνθρωπα τὴν ἁγία κτυπώντας τὴν μὲ ραβδία, ὥστε τὴν ἄφησαν ἡμιθανῆ στὸ χῶμα. Ἡ ὁσία Φιλοθέη ὑπέμεινε τὶς συνέπειες τῶν τραυμάτων της μὲ θαυμαστὴ καρτερία καὶ παρέδωσε στὸν Κύριο τὴν μαρτυρικὴ ψυχὴ της στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589.
Εἴκοσι μόλις ἡμέρες ἀργότερα, ὁ τάφος της ἄρχισε νὰ ἀναδίδει μίαν εὐωδία θαυμάσια καὶ τὸ τίμιο λείψανό της, ποὺ τιμᾶται σήμερα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῶν Ἀθηνῶν, παρέμεινε ἄφθορο εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ παραμυθία τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Ματθ.κε’ 31-46
ΚΕΙΜΕΝΟ
31 Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
31 «Όταν, λοιπόν, έρθει ο Γιος του Aνθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του. 32Kαι θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια. 33Kαι θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στ’ αριστερά. 34Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: Eλάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. 35Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, 36γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφτήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου. 37Tότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; 38Kαι πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; 39Kαι πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σε επισκεφτήκαμε; 40Kαι θ’ αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο τα κάνατε αυτά σ’ έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα τα κάνατε. 41 «Kατόπιν θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι στ’ αριστερά: Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του. 42Γιατί πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω, 43ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφτήκατε. 44Tότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε υπηρετήσαμε; 45Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο δεν τα κάνατε αυτά σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε μένα τα κάνατε. 46Kαι θ’ αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».

‘Απολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀθηναίων ἡ πόλις ἡ περιώνυμος Φιλοθέην τιμᾷ τὴν ὁσιομάρτυρα καὶ ἀσπάζεται αὐτῆς τὸ θεῖον λείψανον, ὅτι ἐβίωσε σεμνῶς καὶ μετήλλαξε τὸ ζῆν ἀθλήσει καὶ μαρτυρίῳ, καὶ πρεσβεύει πρὸς τὸν Σωτῆρα, διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.


