Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ’ ΛΟΥΚΑ 22 Ιαν. 2023 – ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ & ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΣΟΥ(Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
22/01/2023
Ώρα:
7:30 πμ - 10:30 πμ

Ενορία

ΕΝΟΡΙΑ Ι.Ν ΜΕΓ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Τηλέφωνο:
2410280569
Email:
info@galilea.gr
22-1 ΑΠ.ΤΙΜΟΘΕΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΙΕ’ ΛΟΥΚΑ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ & ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΣΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Πόσο εμποδίζει η εμφάνισή μας τη Σωτηρία μας;»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΙΕ’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΣΟΥ

Ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσιος ἦταν περσικῆς καταγωγῆς, γιὸς μάγου, καὶ ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς Χοσρόης Β΄ κατέλαβε τὴν Παλαιστίνη, λεηλάτησε τὴν Ἁγία Πόλη τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετέφερε στὴν χώρα του τὸν τίμιο καὶ ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Σωτῆρος (614). Ἔχοντας καταταχθεῖ πρὶν λίγο καιρὸ στὸν στρατό, στὴν πρωτεύουσα Σελεύκεια-Κτησιφόντα, ὁ νεαρὸς ἄνδρας, ποὺ τότε ὀνομαζόταν Μαγουνδάτ, πληροφορήθηκε γιὰ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε τὸ ἱερὸ Τρόπαιο παντοῦ στὸ πέρασμα του, ἄναψε μέσα στὴν καρδιὰ του τὸ πῦρ, ποὺ ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ σκορπίσει στὸν κόσμο (Λουκ. 1, 2, 49), ρωτοῦσε μὲ ἀδημονία τοὺς χριστιανούς, καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἐξήγησαν τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὑπέστη τὸν σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κατέκλυσε τότε ὅλη του τὴν ὕπαρξη, ἐγκατέλειψε τὰ ἀγαθὰ του, ἄφησε γονεῖς καὶ πατρίδα καὶ πῆγε στὴν Ἰεράπολη, στὴν Συρία, σ’ ἕναν Πέρση χρυσοχόο ποὺ ἦταν χριστιανός, ζητώντας του νὰ βαπτισθεῖ τὸ συντομότερο. Καθὼς ἐκεῖνος τὸ καθυστεροῦσε ἀπὸ τὸν φόβο τῶν Περσῶν, ὁ Ἀναστάσιος πήγαινε καὶ προσευχόταν στὸν ναό, ὅπου τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων, ποὺ ἦταν ἱστορημένα στοὺς τοίχους, κίνησαν μέσα του διάπυρο πόθο νὰ τελειωθεῖ χύνοντας τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως τὸ διψασμένο ἐλάφι τρέχει πρὸς τὴν πηγὴ τῶν ὑδάτων (Ψάλ. 41, 1), μετέβη στὰ Ἱεροσόλυμα, ἔλαβε τὸ ἅγιο βάπτισμα ἀπὸ τὸν ἅγιο Μόδεστο [16 Δεκ.], τοποτηρητὴ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀναστάσιος (620).

Πῆγε κατόπιν νὰ μονάσει στὴν γειτονικὴ Μονὴ τοῦ Ἀββὰ Ἀναστασίου, ὅπου κατοικοῦσαν πρόσφυγες μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα [22 Μαΐου]. Ὁ ἠγούμενος Ἰουστίνος τὸν ἐμπιστεύτηκε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς γέροντες, καὶ ὁ γενναῖος νεόφυτος ἔμαθε γρήγορα τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἀποστηθίζοντας τὸ Ψαλτήρι. Ἄριστη ἦταν ἡ ἐπίδοσή του σὲ ὅλες τὶς μοναστικὲς ἀρετές, προτοῦ κὰν ἐνδυθεῖ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα. Ἐκάρη μοναχός, καὶ ἐργάστηκε ἐπὶ ἑπτὰ χρόνια μὲ ὅλο καὶ περισσότερο ζῆλο, γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν διακονία τῶν ἀδελφῶν. Ἐκπλήρωνε δύο διακονήματα ταυτόχρονα, τοῦ μαγείρου καὶ τοῦ κηπουροῦ, καὶ προσερχόμενος πάντοτε πρῶτος σὲ ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, ἄκουγε μὲ προσοχὴ καὶ δάκρυα τὴν ἀνάγνωση τῶν Βίων τῶν ἁγίων καὶ τῶν κατορθωμάτων τῶν μαρτύρων, ὑψώνοντας μυστικὰ πρὸς τὸν Θεὸ τὶς προσευχὲς του γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ νὰ λάβει κι αὐτὸς τὸν στέφανο τῆς νίκης.

Τὴν νύχτα πρὶν τὸ Πάσχα, παρουσιάσθηκε μιὰ οὐράνια μορφή, ἡ ὁποία τοῦ πρόσφερε νὰ πιεῖ μέσα σὲ πολύτιμο ποτήριο τοῦ πατέρα ἕνα θεσπέσιο κρασί.  Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἀφηγήθηκε τὸ ὅραμα στὸν πνευματικὸ του πατέρα καί, ὅταν ἐκεῖνος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ θεία πρόσκληση νὰ προσφερθεῖ στὸ μαρτύριο, ἀμέσως, μόλις μετέλαβε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἐγκατέλειψε κρυφὰ τὴν μονὴ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, πόλη ποὺ βρισκόταν ὑπὸ περσικὴ κατοχή. Καθὼς πήγαινε νὰ προσευχηθεῖ στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Εὺφημίας, εἶδε μάγους νὰ ἐπιδίδονται σὲ ζωροαστρικὲς τελετές. Τοὺς ἐπιτίμησε μὲ αὐστηρότητα, λέγοντάς τους ὅτι, ὄντας περσικῆς καταγωγῆς, εἶχε παλαιότερα ἐξαπατηθεῖ καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὶς μηχανεύσεις τῶν δαιμόνων καὶ ὅτι βρῆκε τὸ ἀληθινὸ φῶς καὶ ἔγινε χριστιανός. Αὐτοὶ τὸν ἄφησαν νὰ φύγει, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ Ἀναστάσιος συνάντησε μιὰ ἔφιππη περσικὴ περίπολο∙  οἱ στρατιῶτες τὸν συνέλαβαν ὡς κατάσκοπο καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸ παλάτι τοῦ ἐπάρχου (μαρσαβανᾶ). Καθὼς ὁ Ἀναστάσιος ἐπανέλαβε στὸν ἔπαρχο τὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς του, καὶ παρέμενε ἀκλόνητος καὶ ἀτάραχος στὶς κολακεῖες καὶ στὶς ἀπειλές, τὸν ἔδεσαν μὲ ἁλυσίδες καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ μεταφέρει πέτρες στὸ φρούριο. Κάποιοι Πέρσες τῆς περιοχῆς του, θεωρώντας ὅτι ἡ διαγωγὴ του ἦταν ἐπονείδιστη γιὰ τὸ γένος τους, πῆγαν στὴν φυλακὴ καὶ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ὁ ἅγιος χωρὶς δισταγμὸ ἀπέκρουσε τὰ διαβήματά τους ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἔρχονταν κάθε ἡμέρα καὶ τὸν ἔβριζαν, τὸν χτυποῦσαν, ἔσκιζαν τὰ ροῦχα του, τοῦ ξερρίζωναν τὰ γένια, ἀποκαλώντας τὸν τρελὸ καὶ ἐξωμότη. Ὁ Ἀναστάσιος ὑπέμενε χαρούμενος ἐπειδὴ ὑπέφερε ἔτσι τὴν ἀτίμωση τοῦ Χριστοῦ.

Μετὰ μιὰ δεύτερη ἀνάκριση ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου, ποὺ ὑπῆρξε ἐξ ἴσου ἄκαρπη, παραδόθηκε χωρὶς ἀντίσταση στὰ βασανιστήρια. Ἀρνούμενος νὰ εἶναι δεμένος ἢ νὰ τὸν κρατοῦν οἱ φύλακες, καὶ ζητώντας νὰ τοῦ βγάλουν τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, γιὰ νὰ μὴν ἀτιμασθεῖ, ὑπέφερε ἀγόγγυστα τὰ κτυπήματα ποὺ τοῦ κατάφερναν μὲ ἀγριότητα στὸ κεφάλι. Καθὼς ὁ ἔπαρχος τὸν ἀπειλοῦσε ὅτι θὰ ἔγραφε στὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος σίγουρα θὰ τὸν καταδίκαζε σὲ θάνατο, ἀποκρίθηκε: «Γιατὶ νὰ τὸν φοβηθῶ; Θνητὸς εἶναι ὅπως ἐσύ. Ποιὸν πρέπει νὰ φοβηθὼ, αὐτὸν ποὺ εἶναι φθαρτὀς ὅπως ἐσύ, ἢ τὸν Χριστό, ποὺ ἐποίησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ;»

Ὅταν ὁ ἠγούμενος τῆς μονῆς πληροφορήθηκε τὸ βασανισμὸ τοῦ ὑποτακτικοῦ του, δεήθηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀδελφότητα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἔστειλε δύο ἀδελφούς, νὰ τοῦ συμπαρασταθοῦν καὶ νὰ καταγράψουν μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸν ἀγώνα του. Ἁλυσοδεμένος μαζὶ μὲ ἕναν κακοποιὸ στὴν φυλακή, ὁ ἅγιος τηροῦσε παρ’ ὅλα αὐτὰ μὲ μεγάλο κόπο τὸν κανόνα του, καὶ οἱ δεσμοφύλακες εἶδαν φωτεινοὺς ἀγγέλους, μὲ ἀρχιερατικὴ στολὴ νὰ παραστέκονται δίπλα του, προσφέροντας θυμίαμα.

Ὁ τύραννος ἔκανε μιὰ τελευταία προσπάθεια νὰ τὸν μεταπείσει καὶ ὁ Ἀναστάσιος ἀποκρίθηκε: «Ἀκόμα καὶ ἂν μὲ ἐλευθέρωνες, θὰ πήγαινα αὐτοβούλως στὸν βασιλέα!» Τότε τοῦ ἔβαλαν σιδερένιο κλοιὸ στὸν λαιμό, σφράγισαν τὸν κλοιό, καὶ τὸν μεταφέραν στὴν κοινὴ φυλακὴ πρὶν νὰ τὸν στείλουν στὸν βασιλέα. Τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου 627), οἱ δύο μοναχοὶ ποὺ εἶχαν σταλεῖ νὰ τοῦ παραστέκονται καὶ μερικοὶ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ κατάφεραν νὰ μπουν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ ἑορτάσουν, μὲ ὕμνους καὶ εὐχαριστίες, τὴν δικὴ του ἑορτὴ μαζὶ μὲ ἐκείνη τοῦ Σταυροῦ. Καὶ τὸ πρωί, δέχθηκε ὁ ἀρχιδεσμοφύλακας νὰ ἀφήσει τὸν ἅγιο νὰ πάει ἐκκλησία. Ὅταν τὸν εἶδαν οἱ πιστοὶ ὅρμησαν πρὸς τὸν ἅγιο, γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία καὶ τὴν μεσιτεία του καὶ ἡ παρουσία του συνέβαλε πολὺ στὴν στερέωση τῆς πίστεώς τους.

Ὅταν ἔφθασαν στὴν Περσία, ὁ Ἀναστάσιος καὶ ἡ συνοδεία του ἔκαναν στάση στὴ Βηθσαλωέ, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Δισκαρθά, ὅπου διέμεινε ὁ Χοσρόης, ἀναμένοντας τὶς διαταγὲς του. Μετὰ ἀπὸ νέα ἀνάκριση ποὺ ἔγινε μέσω διερμηνέα, ἐπειδὴ ὁ Ἀναστάσιος δὲν ἤθελε κὰν νὰ ὁμιλεῖ τὴν γλώσσα τῆς πλάνης, τὸν ἅπλωσαν ἀνάσκελα, ἔβαλαν μιὰ δοκὸ στὰ σκέλη του, καὶ δύο ἄνδρες στάθηκαν πάνω στὶς δύο ἄκρες της, προκαλώντας ἀφόρητο πόνο στὸν ἀθλητὴ του Χριστοῦ. Μιὰ ἄλλη ἡμέρα τὸν κρέμασαν δύο ὧρες σὲ ἕνα δέντρο ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, δένοντας στὸ πόδι του μιὰ βαρεία πέτρα. Ἔπειτα τὸν ἔδεσαν μὲ τὸν περσικὸ τρόπο, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του δεμένα μαζὶ σ’ ἕναν πάσσαλο, καὶ τὸν παρέδωσαν σὲ καθημερινοὺς ραβδισμούς. Δυναμωμένος ὅμως ἀπὸ τὴν θεία χάρη, ὁ Ἀναστάσιος ὑπέμενε ὅλα τὰ μαρτύρια ὡσὰν νὰ ἦταν ἀσώματος. Μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε ἡμέρες, ἔφεραν τὴν διαταγὴ τοῦ βασιλέα, μὲ τὴν ὁποία κατεδικάζετο σὲ θάνατο. Στραγγάλισαν πρῶτα μπροστὰ του, έναν-έναν, ἑβδομήντα δύο χριστιανούς, λέγοντας μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ καθενὸς: «Γιατὶ νὰ πεθάνεις ὅπως αὐτοί; Ὑποτάξου στὶς διαταγὲς τοῦ βασιλιά, δέξου τὶς τιμὲς ποὺ σοῦ προτείνει, καὶ θὰ εἶσαι μαζὶ μας στὸ παλάτι!» Ὁ Ἀναστάσιος παρέμενε ἀτάραχος καὶ ἀκλόνητος, καὶ ὅταν ἦλθε ἡ σειρὰ του, εἶπε: «Περίμενα νὰ μὲ κατακόψετε μεληδόν, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἂν θέλετε μὲ τόσο ἐλαφρὸ τρόπο νὰ μὲ κάνετε μέτοχο τῆς δόξης τῶν μαρτύρων, δοξάζω τὸν Θεό!» Μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ προθυμία παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του στοὺς δημίους, οἱ ὁποῖοι τὸν στραγγάλισαν καὶ κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ πῆγαν κεφαλὴ καὶ κλοιὸ στὸν βασιλέα (22 Ἰανουαρίου 628).

Σκυλιὰ ὅρμησαν καὶ κατασπάραξαν τὰ σώματα τῶν ἄλλων θανατωθέντων, ἀλλὰ ἄφησαν ἄθικτο τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου, καὶ ὁ μοναχὸς ποὺ τὸν εἶχε συνοδεύσει, τὸ ἐξαγόρασε καὶ τὸ ἐνταφίασε σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ ἐκεῖ, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Ὅταν, λίγο ἀργότερα, ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος κατέλαβε τὴν Περσία, ὁ μοναχὸς μετέφερε στὴν Παλαιστίνη τὸν χιτώνα (κολλόβιο) τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, καὶ διηγήθηκε τὸ ἔνδοξο τοῦ μαρτύριο. Τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου μετακομίστηκαν ἀργότερα στὴν Παλαιστίνη [24 Ἰαν.] καὶ ἀργότερα στὴν Βασιλεύουσα, ὅπου ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη ἀφιέρωσε ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 5ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Τιμόθεος καταγόταν ἀπὸ τὴν Λύστρα, ρωμαϊκὴ πόλη στὴν Λυκαονία τῆς Μικρὰς Ἀσίας. Ὁ πατέρας του ἦταν εἰδωλολάτρης καὶ ἡ μητέρα του Εὐνίκη, ἑβραία. Ὁ Τιμόθεος ἀνατράφηκε μὲ εὐσέβεια καὶ ἀγάπη γιὰ τὶς ἱερὲς Γραφὲς ἀπὸ τὴν μητέρα του καὶ τὴν γιαγιὰ του Λωίδα. Κατὰ τὴν πρώτη παραμονὴ του στὴν πόλη (45) ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μετέστρεψε τὶς δύο γυναῖκες καὶ ὅταν ἐπανῆλθε μερικὰ χρόνια ἀργότερα (περὶ τὸ 50), βρῆκε τὸν νεαρὸ Τιμόθεο ἔμπλεο ζήλου καὶ θαυμασμοῦ γιὰ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ δεινὰ ποὺ εἶχε ὑποστεῖ ὁ Ἀπόστολος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ σύσταση τῶν ἀδελφῶν στὴν Λύστρα καὶ τὸ Ἰκόνιο, ὁ Παῦλος τὸν βάπτισε, ἐπέθεσε στὴν κεφαλὴ του τὶς χεῖρες καὶ τὸν διάλεξε ὡς σύντροφο στοὺς κόπους του καὶ ἀγαπημένο του μαθητή. Τὸν ἀποκαλεῖ: ἀγαπητὸν τέκνον (Β΄ Τιμ. 1,2) καὶ δίνει γιὰ αὐτὸν μαρτυρία στὶς Ἐκκλησίες λέγοντας: ὡς πατρί τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιο (Φιλ. 2,22). Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ τήρηση τοῦ Νόμου εἶχε καταργηθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη, ὁ Ἀπόστολος περίτμησε τὸν νεαρὸ μαθητή, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ κηρύττει στοὺς Ἑβραίους στὶς συναγωγές, ὅπως καὶ στοὺς εἰδωλολάτρες στὴν ἀγορά. Πράος, σεμνός, πρότυπο ὑπακοῆς καὶ ταπεινοφροσύνης, ὁ ἅγιος Τιμόθεος ἐπέδειχνε ὡστόσο ἀκατάβλητο ζῆλο γιὰ τὸ κήρυγμα, ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ (Β΄Τιμ.2,3). Ὑπῆρξε ἐκπρόσωπος  τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ἐνεργητικὸ ὄργανο τῆς θείας χάριτος στὴν διαποίμανση τῶν Ἐκκλησιῶν, γιὰ τὴν διόρθωση τῶν ἠθῶν καὶ τὴν διαφύλαξη τῆς καλῆς παρακαταθήκης (Β΄Τιμ. 1,14). Ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο ὁ Τιμόθεος περιόδευσε μὲ τὸν Παῦλο στὴν Φρυγία καὶ στὴν Γαλατία, βοηθώντας τὸν παντοῦ στὸ κήρυγμα καὶ στὴν προσευχή. Κατόπιν πέρασαν στὴν Μακεδονία, μετὰ ἀπὸ θεῖο ὅραμα, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Θεσσαλονίκη καὶ στὴν Βέροια, ὅπου ὁ Τιμόθεος παρέμεινε μὲ τὸν Σίλα (Σιλβανό) ὅσο ὁ Παῦλος μετέβη στὴν Ἀθήνα. Σύντομα πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Παῦλο, μεταφέροντάς του τὸ θλιβερὸ μήνυμα τῆς σκληρῆς ἀντίστασης τῶν Ἑβραίων τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ἐπέστρεψε γιὰ νὰ ἐμψυχώσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς πιστοὺς (Α΄Θεσ. 3, 1-5). Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὴν ἀποστολὴ του αὐτή, ἔσπευσε νὰ συναντήσει τὸν Παῦλο στὴν Κόρινθο ὥστε νὰ ἐργασθεῖ μαζὶ του γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς πόλης.

Ἀργότερα, ἀφοῦ ἔμεινε μὲ τὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν περὶ τὸν ἑνάμισυ χρόνο στὴν Ἔφεσο, τὴν μητρόπολη τῆς Ἀσίας, ἐστάλη ἐκ νέου στὴν Κόρινθο γιὰ νὰ ὑπενθυμίσει στοὺς πιστοὺς τὶς ἀρχὲς τῆς εὐαγγελικῆς βιοτῆς. Καθὼς οἱ Κορίνθιοι ἀπειθοῦσαν στὶς παραινέσεις τοῦ μαθητῆ του, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποφάσισε νὰ στείλει ἐκεῖ τὸν Τίτο καὶ πῆρε μαζὶ του τὸν Τιμόθεο σὲ νέα περιοδεία στὴν Μακεδονία∙ μὲ τὴν συνεργασία του συνέταξε τὴν Β΄ προς Κορινθίους ἐπιστολὴ καὶ ἐπέστρεψε μαζὶ του στὴν Κόρινθο γιὰ νὰ ἐργασθοῦν πρὸς διόρθωση καὶ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν.

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιχείρησε τὸ τελευταῖο του ταξίδι στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ μεταφέρει τοὺς καρποὺς ποὺ ἀπέφερε ὁ ἔρανος σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἁγίας Πόλης (Πράξ. 20), ὁ Τιμόθεος συγκαταλεγόταν μεταξὺ τῆς συνοδείας του. Παρὼν ὅταν συνέλαβαν τὸν Παῦλο (Πράξ. 22 κ.ἑ.), τὸν ἀκολούθησε στὴν Καισάρεια καὶ στὴν Ρώμη κατὰ τὴν πρώτη του αἰχμαλωσία, ἀπὸ ἐκεῖ ὅμως ὁ Παῦλος τὸν ἔστειλε σὲ περιοδεία στὴν Ἐκκλησία τῶν Φιλίππων (Φιλ. 2, 19-24). Ὅταν ἀπευλευθερώθηκε, ὁ Παῦλος ἦλθε νὰ τὸν συναντήσει στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὸν ὅρισε τέλος ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου, συστήνοντάς του νὰ ὀργανώσει τὴν λατρευτικὴ καὶ χριστιανικὴ ζωή, νὰ ἀναιρέσει τὶς πλάνες τῶν ἐτεροδιδασκάλων, νὰ ἐπιλέξει μὲ διάκριση τὰ μέλη τοῦ κλήρου καὶ νὰ καθοδηγεῖ ἐν παντὶ καιρῷ τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ στὴν εἰρήνη, τὴν ὁμόνοια καὶ τὴν ἀλήθεια (Α΄Τιμ.). Σὲ δεύτερη ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἔστειλε ὄντας φυλακισμένος στὴν Ρώμη, ἐν ἀναμονὴ τῆς ἐκτέλεσής του, καλεῖ τὸν πιστὸ του μαθητὴ νὰ ἔλθει νὰ τὸν βρεῖ γιὰ νὰ παρευρεθεῖ στὶς τελευταῖες του στιγμὲς (Β΄ Τιμ. 4,8). Συνέλαβαν τότε τὸν Τιμόθεο ἀλλὰ γρήγορα τὸν ἀπελευθέρωσαν (Εβρ. 13,23). Ἐπέστρεψε στὴν ἐπισκοπὴ του μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀναφέρεται ὅτι συνάντησε στὴν Ἔφεσο τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, καὶ ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν περίσσια χάρη καὶ πνευματικὸ φωτισμό. Ὅταν ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου ἐξορίσθηκε στὴν Πάτμο, ὁ Τιμόθεος ποίμανε τὴν Ἐκκλησία συγκεντρώνοντας στὸ πρόσωπό του τὸ πνεῦμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Μιὰ ἡμέρα, καθὼς οἱ εἰδωλολάτρες τῆς πόλης ἑτοιμάζονταν νὰ τελέσουν μιὰ ἀπὸ τὶς ἄθλιες ἑορτὲς τους, ποὺ κατέληγαν σὲ ὄργια καὶ φόνους, ὁ ἅγιος Τιμόθεος προσπάθησε νὰ τοὺς λογικεύσει. Ἐκεῖνοι ὅμως, σὰν θηρία ἀνήμερα, ρίχθηκαν πάνω του καὶ τὸν ξυλοκόπησαν. Οἱ μαθητὲς του μόλις κατάφεραν νὰ τὸν γλυτώσουν καὶ νὰ τὸν μεταφέρουν ἡμιθανῆ σ’ ἕνα γειτονικὸ ὕψωμα, ὅπου μετὰ ἀπὸ λίγο παρέδωσε τὴν ψυχὴ του στὸν Κύριο.

Τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου Τιμοθέου ἐνταφιάσθηκε ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη καὶ πολὺ ἀργότερα, τὸ 356, τὰ πολύτιμα λείψανά του μεταφέρθηκαν ἐν πομπὴ στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀρτέμιο [20 Ὀκτ.], μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τῶν εὐαγγελιστῶν ἁγίου Ἀνδρέα καὶ ἁγίου Λουκᾶ γιὰ νὰ ἀποτεθοῦν στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐπιτέλεσαν ἐκεῖ πολλὰ θαύματα, ἕως ὅτου τὰ ἅρπαξαν οἱ Λατίνοι Σταυροφόροι κατὰ τὴν λεηλασία τῆς πόλης, τὸ 1204.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 5ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιθ’ 1-10

ΚΕΙΜΕΝΟ

1 ΚΑΙ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1Mπήκε κατόπιν στην Iεριχώ και περνούσε μέσα απ’αυτήν. 2Eκεί, λοιπόν, εμφανίστηκε κάποιος, που ονομαζόταν Zακχαίος – ο οποίος ήταν προϊστάμενος των τελωνών και ήταν πλούσιος – 3και προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Iησούς, αλλά δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, γιατί ήταν κοντός στο ανάστημα. 4Tους προσπέρασε τότε τρέχοντας μπροστά κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή από εκείνο το δρόμο θα περνούσε ο Iησούς. 5Mόλις, λοιπόν, έφτασε ο Iησούς στο μέρος εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε:  «Zακχαίε, βιάσου να κατέβεις, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». 6Bιαστικά, τότε, κατέβηκε και τον υποδέχτηκε με χαρά. 7Όλοι οι άλλοι, όμως, όταν το είδαν αυτό, γόγγυζαν λέγοντας πως σ’ενός αμαρτωλού το σπίτι μπήκε να μείνει. 8Σηκώθηκε όρθιος τότε ο Zακχαίος και είπε στον Kύριο:  «Kύριε, να! Aπό τώρα τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα προσφέρω στους φτωχούς. Kι αν από κάποιον πήρα κάτι με τρόπο εκβιαστικό, του το επιστρέφω στο τετραπλάσιο». 9Tότε ο Iησούς του είπε:  «Σήμερα συντελέστηκε σωτηρία στο σπίτι αυτό, καθότι γιος του Aβραάμ είναι κι αυτός. 10Γιατί ο Γιος του Aνθρώπου ήρθε ν’αναζητήσει και να σώσει το χαμένο».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καί νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθήν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τά ἀπόρρητα, καί τήν πίστιν τηρήσας, τόν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἀπόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

0