
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΣΟΥ
Ὁ ἔνδοξος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ Ἰάκωβος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μπεϊτ- Λαπάντ, κοντὰ στὰ Σούσα τῆς Περσίας. Ἦταν γόνος εὐγενοῦς καὶ πλούσιας οἰκογένειας καὶ ἔγινε ἔμπιστος τοῦ βασιλέα τῆς Περσίας Βαχράμ Ε΄ (420-438), γιοῦ τοῦ Ἰσδιγέρδη Α΄ (399-425), ὁ ὁποῖος τοῦ προσέφερε τιμὲς καὶ προνόμια στὴν αὐλὴ του. Τυφλωμένος ἀπὸ τὴν εὔνοια αὐτὴ τοῦ ἡγεμόνα, τὶς κολακεῖες καὶ τὶς μάταιες ἡδονὲς τοῦ κόσμου τούτου ὁ Ἰάκωβος, ποὺ εἶχε λάβει χριστιανικὴ ἀνατροφὴ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰδωλολατρικὴ θρησκεία τοῦ βασιλέα. Ὅταν τὸ ἔμαθαν ἡ μητέρα καὶ ἡ γυναίκα του, τοῦ ἔστειλαν μία ἐπιστολὴ μὲ τὴν ὁποία τὸν πληροφοροῦσαν ὅτι δὲν τοὺς συνέδεε πια τίποτε, ἀφοῦ εἶχε προτιμήσει τὴν πρόσκαιρη δόξα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐπαγγελία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τὰ λόγια αὐτὰ συνετάραξαν τὸν Ἰάκωβο, καὶ συνερχόμενος ὅπως ἀπὸ μέθη ἔκλαυσε πικρὰ γιὰ τὸ ἁμάρτημα του καὶ ἄλλαξε ριζικὰ στάση ἀπέναντι στὸν βασιλέα. Ὀμολόγησε δημοσίως τὸ σφάλμα του καὶ διακήρυξε παντοῦ ὅτι ἦταν μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος ποὺ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Δὲν εἶχε πια παρὰ μόνον μία ἐπιθυμία: νὰ συμμερισθεῖ τὸν ζωοποιὸ τοῦτο θάνατο γιὰ νὰ βρει μιὰ θέση πλησίον τοῦ Θεοῦ.
Στὸ θέαμα αὐτὸ ὁ ἡγεμόνας ἔγινε ἔξω φρενῶν καὶ ἀφοῦ ἔβαλε νὰ συλλάβουν τὸν ἅγιο διέταξε νὰ τὸν ὑποβάλουν σὲ τρομερὰ βασανιστήρια. Ἡ τόλμη τοῦ μάρτυρα αὐξανόταν διαρκῶς μὲ τοὺς πόνους καὶ ἐνέπαιξε τὸν βασιλέα καὶ τοὺς δημίους του γιὰ τὴν ἀνημπόρια τους. Ὁ τύραννος τότε μηχανεύτηκε ἕνα φοβερὸ μαρτύριο καὶ κάλεσε ὅλη τὴν πόλη γιὰ νὰ τὸ παρακολουθήσει. Ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν ἅγιο, ἄρχισαν νὰ τοῦ κόβουν μεθοδικὰ τὰ μέλη του, κομμάτι κομμάτι, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. Μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους ὁ ἅγιος ἱκέτευσε τὸν Χριστὸ νὰ τὸν ἐνισχύσει. Μία θεία δύναμη τὸν περιέβαλε τότε, καθιστώντας τὸν ἀπαθὴ καὶ ξένο στὸν πόνο. Τέλος ἀποκεφαλίσθηκε καὶ ὄχι μόνον ἔλαβε συγχώρεση γιὰ τὸ σφάλμα του, ἀλλὰ ἀξιώθηκε καὶ τὶς αἰώνιες ἀπολαύσεις ποὺ προορίζονται γιὰ τοὺς ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τρίτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ιη’ 18-27
ΚΕΙΜΕΝΟ
18 Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. 20 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 21 ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. 22 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 24 ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! 25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 27 ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
18Tον ρώτησε τότε ένας άρχοντας: «Δάσκαλε αγαθέ, τι θα πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;» 19Kι ο Iησούς του απάντησε: «Γιατί με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός παρά μονάχα ένας, ο Θεός. 20Tις εντολές τις ξέρεις: Mη μοιχέψεις, Mη φονεύσεις, Mην κλέψεις, Mην ψευδομαρτυρήσεις, Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». 21Kι εκείνος του είπε: «Aυτά, όλα, τα τήρησα από τα νιάτα μου». 22Kαι σαν τ’άκουσε αυτά ο Iησούς, του είπε: «Aκόμα ένα σου λείπει: Πούλησε όλα όσα έχεις και διαμοίρασέ τα σε φτωχούς και θ’αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, κι έλα εδώ κι ακολούθα με». 23Mα εκείνος, όταν τα άκουσε αυτά, βαριοθύμησε, γιατί ήταν πολύ πλούσιος. 24Kι όταν τον είδε ο Iησούς που βαριοθύμησε, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν τα χρήματα! 25Γιατί είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας παρά ένας πλούσιος να μπει στη βασιλεία του Θεού»! 26Kι είπαν εκείνοι που τ’άκουσαν: «Tότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Kι εκείνος απάντησε: 27 «Eκείνα που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ Μάρτυς Ἰάκωβος, ὁ τῆς Περσίδας βλαστός, τὸν δόλιον δράκοντα, τοὶς τῶν αἱμάτων κρουνοίς, ἀθλήσας ἀπέπνιξε, πίστει γὰρ ἀληθείας, μεληδὸν τετμημένος, ὤφθη τροπαιοφόρος, τοῦ Σωτῆρος ὁπλίτης, πρεσβεύων ἀδιαλείπτως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.


