Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ 25 Σεπτ. 2022 (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
25/09/2022
Ώρα:
7:00 πμ - 5:00 μμ

ΚΥΡΙΑΚΗ  Α’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Όταν ψάχνει ο Θεός»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Α’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ, ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΠΑΜΦΟΥΤΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ

Ἡ ὁσία Εὐφροσύνη ἔζησε στὴν Ἀλεξάνδρεια κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408-450). Ὁ πατέρας τῆς Παφνούτιος ἦταν ἀπὸ τοὺς πλουσιωτέρους ἄνδρες τῆς πόλεως καὶ ἡ Εὐφροσύνη τὸ μόνο παιδὶ ποὺ ἄφησε σὲ αὐτὸν μετὰ τὸν πρόωρο θάνατό της ἡ γυναίκα του. Μεγαλωμένη μὲ εὐσέβεια καὶ φόβο Θεοῦ, ἡ Εὐφροσύνη ποθοῦσε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Δεσπότη Χριστό∙ ἀλλά, ὅταν ἔγινε δεκαοκτὼ ἐτῶν, ὁ Παφνούτιος, ἂν καὶ ἐγνώριζε τὴν φιλόθεο γνώμη τῆς, τὴν ἐμνήστευσε μὲ εὐγενὴ καὶ πλούσιο ἄρχοντα.
Λίγον καιρὸ πρὶν ἀπὸ τοὺς γάμους ὁ Παφνούτιος ἐπισκέφθηκε κατὰ τὴν συνήθειά του κάποιο ἀνδρικὸ μοναστήρι τῆς περιοχῆς. Ἡ Εὐφροσύνη, βρίσκοντας εὐνοϊκὴ τὴν περίσταση, κούρευσε τὰ μαλλιὰ της καὶ ντυμένη ἀνδρικὰ παρουσιάσθηκε στὴν μονὴ ὡς εὐνοῦχος τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου μὲ τὸ ὄνομα Σμάραγδος τὴν ἡμέρα ποὺ ἀναχωροῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ πατέρας της.
Ὁ ἠγούμενος τὴν δέχθηκε στὴν συνοδεία του καὶ τὴν ἔθεσε ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ σοφοῦ καὶ ἐνάρετου Ἀγαπίου, στὸν ὁποῖον ἡ Εὐφροσύνη ὑποτασσόταν μὲ πολλὴ προθυμία καὶ ταπείνωση. Φλεγόμενη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, παραδόθηκε ἀμέσως μὲ τόσο ζῆλο στοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ὥστε σύντομα ἔγινε ἀγνώριστη. Τὸ ἀποσκελετωμένο πρόσωπο καὶ τὸ κατεξηραμμένο σῶμα της δὲν ἄφηναν πια καμιά ὑποψία ὅτι ἀνῆκαν σὲ πρώην ἁπαλὴ καὶ ὡραιότατη κόρη. Ζῶντας σὲ ἀνδρικὸ μοναστήρι ἡ νεαρὴ παρθένος, μὲ τὴν συνεχῆ της ἐγρήγορση καὶ τοὺς καθημερινοὺς ἀγῶνες ὄχι μόνον ἀπέκρουε τὶς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου καὶ ὑπερπηδοῦσε τὶς παγίδες του, ἀλλὰ κατενίκησε παντελῶς τὴν γυναικεία της φύση. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ μισόκαλος δὲν μποροῦσε νὰ χαυνώσει τὴν ἔνταση τῆς δικῆς της ἀσκήσεως, ἔρριξε σὲ πειρασμὸ τοὺς μοναχούς, προκαλώντας σκάνδαλα ἀπὸ τὴν φυσικὴ της χάρη, ποὺ οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες δὲν μπόρεσαν νὰ ἀφανίσουν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ ἠγούμενος τὴν πρόσταξε νὰ ἡσυχάζει σὲ ἀπομονωμένο κελλί, ὅπου μόνον ὁ Ἀγάπιος εἶχε τὴν εὐλογία νὰ τὴν ἐπισκέπτεται, γιὰ νὰ τῆς κομίζει τὰ ἀναγκαῖα.
Ἀπηλλαγμένη ἀπὸ ἐνοχλήσεις καὶ περισπασμούς, ἡ Εὐφροσύνη μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ τεταμμένη πρὸς τὸν Θεὸ καθ’ ἡμέραν «ἀναβάσεις ἐν τὴ καρδία αὐτῆς διέθετο», προσθέτοντας νηστεία στὶς νηστεῖες, ἀγρυπνία στὶς ἀγρυπνίες καὶ ἄσκηση στὶς ἀσκήσεις. Λάμποντας μὲ τὴ ζωὴ της σὰν πολύτιμος λίθος στὴν μονή, ὕστερα ἀπὸ τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἠσθένησε.
Ὁ Παφνούτιος, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ὅτου τὴν ἔχασε συχνὰ κατέφευγε γιὰ παρηγοριὰ σὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, ἔτυχε καὶ τότε ἀπὸ θεία πρόνοια νὰ βρίσκεται ἐκεῖ. Προγνωρίζοντας ἡ Εὐφροσύνη τὴν εκδημία της ἀπὸ τὰ γήινα, τὸν κάλεσε τὴν τελευταία ὥρα στὸ κελλὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴ λυπᾶσαι πλέον, πάτερ, καὶ μὴν ἀναζητεῖς τὸ παιδὶ σου, διότι ἐγὼ εἶμαι»∙ καὶ εὐθὺς παρέδωσε τὴν ψυχὴ της στὸν Κύριο.
Ἔκπληκτος ὁ Παφνούτιος ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη ἀνεύρεση, ἔπεσε στὴν γῆ ἄφωνος ὡς νεκρός. Ὅταν συνῆλθε, κατέβρεχε τὸ ἅγιο λείψανο μὲ τὰ δάκρυά του, μακαρίζοντας τὴ θυγατέρα του ποὺ ἀπολάμβανε ἤδη τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα τοῦ παραδείσου. Καὶ ἐνῶ ἡ φύση τὸν ἀνάγκαζε νὰ θρηνεῖ, ἡ ἐλπίδα μετέτρεψε τὴν θλίψη του σὲ χαρὰ καὶ τὰ δάκρυά του σὲ εὐφροσύνη. Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ παρέμεινε στὴν μονή. Ἀπὸ τὸν πόθο του νὰ συναγάλλεται αἰωνίως μαζὶ μὲ τὴν θυγατέρα του, ἀκολούθησε τὰ ἴχνη της. Ἔγινε μοναχὸς καὶ ἔζησε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του ὡς ἀσκητὴς στὸ κελλὶ τῆς Εὐφροσύνης, κατακλινόμενος στὴν ψάθα της. Μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια θεάρεστου βίου ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ μνῆμα τῆς θυγατέρας του.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 1ος. Εκδόσεις Ορμύλια.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ε’1-11

ΚΕΙΜΕΝΟ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1Kάποτε, λοιπόν, καθώς αυτός στεκόταν δίπλα στη λίμνη της Γεννησαρέτ κι ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του, 2είδε δύο πλοία αραγμένα στην άκρη της λίμνης, ενώ οι ψαράδες είχαν βγει απ’αυτά και ξέπλεναν τα δίχτυα. 3Mπήκε τότε σ’ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά. Kι αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη μέσα από το πλοίο. 4Kι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα:  «Ξανοίξου στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». 5Aποκρίθηκε τότε ο Σίμωνας και του είπε:  «Δάσκαλε, παρόλο που κοπιάσαμε όλη τη νύχτα, χωρίς να πιάσουμε τίποτε, όμως επειδή εσύ το λες, θα ρίξω το δίχτυ μου». 6Kι όταν το έκαναν, έπιασαν πολύ μεγάλο αριθμό ψαριών, τόσο που το δίχτυ τους σκιζόταν. 7Kάλεσαν τότε με νεύματα τους συντρόφους τους, που βρίσκονταν στο άλλο πλοίο, να έρθουν και να τους δώσουν χέρι βοήθειας. Ήρθαν λοιπόν και γέμισαν και τα δύο πλοία σε σημείο που να βουλιάζουν. 8Kαι σαν το είδε αυτό ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Iησού λέγοντας:  «Aπομακρύνσου από μένα, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Kύριε!» 9Διότι είχε κυριεύσει τρόμος αυτόν και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, μπροστά στη θέα της ποσότητας των ψαριών που έπιασαν. 10Tο ίδιο συνέβη και με τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τους γιους του Zεβεδαίου, που ήταν συνέταιροι του Σίμωνα. Tότε ο Iησούς είπε στο Σίμωνα:  «Mη φοβάσαι. Aπό τώρα ανθρώπους θα κερδίζεις για τη ζωή». 11Tα άραξαν κατόπιν τα πλοία στη στεριά κι αφού τα παράτησαν όλα, τον ακολούθησαν.

 

 

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ὡς παρθένος φρόνιμη καὶ ἀδιάφθορος, κοτηγγυήθης ὁσίως τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ προσκαίρων τὴν χλιδὴν ἐμφρόνως ἔλιπες, ὅθεν ἐν μέσω τῶν ἀνδρῶν, ὡς ἀμόλυντος ἀμνάς, ἐξέλαμψας Εὐφροσύνη, καὶ τοῦ Βελίαρ τὰ κέντρα, τὴ πολιτεία σου ἀπήμβλυνας.

0