
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
Ὁ Θεὸς ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ ἀναζητᾶ τὶς ἐκλεκτὲς ψυχὲς βρίσκει τρόπους νὰ προσεγγίσει καὶ τὶς πλέον ἀπρόσιτες καρδιές, ἐκεῖνες ποὺ ἀπὸ φόβο βρίσκονται καλὰ φυλαγμένες. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὴν Ἁγία Χριστίνα. Ὁ πατέρας της γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴ χριστιανικὴ πίστη, τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα πύργο μὲ ἰσχυρὴ φρουρὰ εἰδωλολατρῶν. Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Χριστὸς τὴν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴν ἔκανε φλογερὴ Χριστιανή. Τῆς δίνει τὸ ὄνομα του καὶ τὴν βαπτίζει στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, γεγονὸς μοναδικὸ στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Γεννήθηκε στὴν ἱστορικὴ πόλη τῆς Τύρου καὶ ἦταν κόρη τοῦ στρατηλάτου Οὐρβανοῡ, φανατικοῦ εἰδωλολάτρη καὶ φοβεροῦ διώκτη τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Οὐρβανός θέλοντας νὰ διαφυλάξει τὴν μοναχοκόρη του ἀπὸ τὴν ἰδεολογία τῶν Χριστιανῶν τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα πύργο καὶ δὲν ἐπέτρεπε σὲ κανέναν τὴν εἴσοδο, παρὰ μόνο σὲ φανατικοὺς εἰδωλολάτρες. Τὸν πύργο μέσα τὸν στόλισε μὲ χρυσὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν ὥστε νὰ προσεύχεται σὲ αὐτά. Κι ἐνῶ ἡ ἔγκλειστη κόρη μεγάλωνε χωρὶς νὰ ἔχει καμία ἐπαφὴ μὲ τὸν ἔξω κόσμο, ἄρχισε νὰ διαλογίζεται ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδωλα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Θεός. Ἀγναντεύοντας ἀπὸ τὸ παράθυρό της τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης, τὸν ἔναστρο οὐρανὸ καὶ τὸ γλυκὸ φῶς τῆς δύσης, ἄρχισε νὰ συμπεραίνει ὅτι ἄλλος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Δημιουργὸς γῆς καὶ οὐρανοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ χωρὶς διακοπὴ δίνει τὴν ὀμορφιὰ στὴ φύση. Τότε ἐμφανίζεται μπροστὰ της Ἄγγελος Κυρίου, τῆς ἐξηγεῖ ὅλα αὐτὰ ποὺ τόσο συγκεχυμένα εἶχε συμπεράνει καὶ τὴν κατηχεῖ στὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἡ Χριστίνα μόλις διδάχθηκε τὴν Ἀλήθεια, ἔσπασε τὰ χρυσὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν καὶ τὸ χρυσάφι μὲ μιὰ πιστὴ καὶ ἀφοσιωμένη δούλη της, τὸ μοίρασε ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχούς.
Μαθαίνοντας ὁ Οὐρβανός πὼς ἡ κόρη του ἔγινε Χριστιανή, εξοργίσθηκε. Ἦρθε στὸν πύργο καὶ μὲ κάθε μέσο προσπάθησε τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ ἡ μητέρα της νὰ τὴ μεταστρέψουν στὴν εἰδωλολατρία. Ἀφοῦ μὲ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς τίποτα δὲν κατόρθωσαν, ἔστειλαν στὸν πύργο ἱερεῖς καὶ φιλοσόφους γιὰ νὰ τὴν μεταπείσουν ἐκεῖνοι, μὰ τίποτα δὲν πέτυχαν. Ἡ Χριστίνα ἔμεινε ἀμετακίνητη στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἔρχονται καὶ πάλι οἱ γονεῖς της κι ἐπιχειροῦν μὲ λόγια τρυφερὰ καὶ συναισθηματικὰ νὰ τὴν φέρουν στὴν πατρογονικὴ τοὺς πίστη. Ἡ Χριστίνα, ἂν καὶ συγκινήθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τούς, δὲν παρασύρθηκε ἀλλὰ ἔμεινε ἑδραιωμένη στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πατέρας της ἐξαγριώθηκε τόσο ποὺ προστάζει τοὺς στρατιῶτες του νὰ τὴν μαστιγώσουν. Αἱμόφυρτη τὴν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ νηστικὴ γιὰ νὰ πεθαίνει ἀπὸ τὴν πείνα. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τὴν ἐπισκέφτηκε τὴν θεράπευσε καὶ τῆς πρόσφερε οὐράνια τροφή. Βλέποντας ὁ πατέρας της ὅτι τίποτα δὲν πέτυχε, τὴν ἄλλη μέρα πρόσταξε νὰ τὴν ρίξουν στὴ θάλασσα δεμένη μὲ μιὰ βαριὰ πέτρα γιὰ νὰ πνιγεῖ. Ἐκεῖ ἄγγελοι τὴν ἐπισκέπτονται λύνουν τὴν πέτρα, τὴν βγάζουν καὶ μάλιστα τὴν ἄφησαν νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά. Ἐκείνη τὴν ὥρα μέσα σὲ λαμπρὸ φῶς πρόβαλλε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ μυριάδες ἀγγέλων ποὺ Τὸν ὑμνοῦσαν καὶ ξέχυναν ὁλόγυρα μία ἐξαίσια εὐωδία θυμιάματος. Πλησίασε τὴν Χριστίνα, τὴν βάπτισε βυθίζοντας τὴν τρεῖς φορὲς στὸ νερὸ στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατόπιν τὴν ἐμπιστεύθηκε στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ ποὺ τὴν ἔφερε καὶ πάλι στὸ σπίτι τοῦ πατέρα της.
Ὅταν ἔγινε γνωστὴ ἡ διάσωσή της ὁ πατέρας της ὀργισμένος πρόσταξε νὰ τὴν κλείσουν καὶ πάλι στὴ φυλακή. Τὴν νύχτα ὅμως ποὺ ἀκολούθησε ὁ ἄσπλαχνος ἐκεῖνος πατέρας πέθανε κακὴν κακῶς. Τότε ἡ Χριστίνα ὁδηγήθηκε στὸν διοικητὴ τῆς πόλης Δίονα, γιὰ ἀνάκριση, ὅπου χωρὶς φόβο ἀλλὰ μὲ τόλμη καὶ παρρησία ὀμολόγησε τὴν πίστη της στὸ Χριστό.
Ὁ Δίων βλέποντάς τὴν σταθερὴ στὴν χριστιανικὴ πίστη τὴν ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ ὅμως θεράπευσε ἀμέσως τὶς πληγὲς της, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ ὄχι μόνο τῶν δημίων ἀλλὰ καὶ πολλῶν εἰδωλολατρῶν μὲ ἀποτέλεσμα 5.000 εἰδωλολάτρες νὰ γίνουν Χριστιανοί.
Οἱ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες μὴ μπορώντας νὰ ὑποφέρουν τὴν ἥττα αὐτὴ ἀντεκατέστησαν τὸν Δίονα μὲ ἕναν φοβερὸ διώκτη τῶν Χριστιανῶν τὸν Ἰουλιανό, ὁ ὁποῖος χωρὶς ἀνάκριση ἔριξε τὴν Ἁγία σὲ πυρακτωμένο καμίνι, μὰ οἱ φλόγες μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου δὲν τὴν ἄγγιξαν καθόλου. Ἔπειτα τὴν ἔριξε σὲ δηλητηριώδη ἑρπετὰ μὰ κι ἐκεῖνα φιλικὰ τῆς ἔγλειφαν τὰ πόδια. Ὀργισμένος ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ τὶς κόψουν τοὺς μαστοὺς καὶ τὴ γλώσσα. Τέλος προστάζει νὰ τὴν τρυπήσουν στὰ πλευρὰ καὶ τὴν καρδιὰ μὲ κοντάρια καὶ λόγχες. Διὰ τοῦ φρικτοῦ αὐτοῦ μαρτυρίου ἡ Καλλιπάρθενος Ἁγία Χριστίνα παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὰ χέρια τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου της, ὁ ὁποῖος τὴν συναρίθμησε στὴ χορεία τῶν Παρθενομαρτύρων Ἁγίων.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΙΟΥΛΙΟΥ
Ματθ. θ’ 1-8
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. 4 καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5 τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Mπήκε τότε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην ιδιαίτερη πόλη του. 2Eκεί, λοιπόν, του έφεραν, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, έναν παράλυτο. Kαι σαν είδε ο Iησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, πάρε θάρρος! Oι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί». 3Tότε μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους είπαν μέσα τους: «Aυτός εδώ βλαστημάει «! 4O Iησούς, όμως, που κατάλαβε τους διαλογισμούς τους, είπε: «Γιατί εσείς σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας; 5Eπιτέλους τι είναι ευκολότερο να πω: Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω και περπάτα; 6Για να μάθετε όμως, ότι ο Γιος του Aνθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη «―λέει τότε απευθυνόμενος στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». 7Σηκώθηκε τότε και πήγε στο σπίτι του. 8Kαι σαν το είδαν αυτό τα πλήθη, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.



