Θεία Λειτουργία Αναλήψεως – Αγίου Νικηφόρου 2/6/2022 7:00-9:30π.μ.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. γ’ Θείας πίστεως
“Νίκην ἤνεγκε, τὴ Ἐκκλησία, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορία ἀδίκως ὠμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος”.
ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
Ἐπί σαράντα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση, ὁ Χριστός ἐμφανιζόταν συνεχῶς στούς Μαθητές Του, μέ τούς ὁποίους συνομιλοῦσε, συνέτρωγε καί συνέπινε, γιά νά κάνει βεβαιότερη τήν Ἀνάσταση Του. Τήν 40ή ἡμέρα ἀπό τοῦ ΠΑΣΧΑ, ἐμφανίστηκε πάλι, ἔδωσε τίς τελευταῖες ἐντολές (Κηρύξατε, μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, ἀναμείνατε στήν Ἱερουσαλήμ γιά νά λάβετε τό Ἅγιο Πνεῦμα) καί «τούς ἐξήγαγε εἰς τό ὄρος τῶν ἐλαιῶν».
Ἐκεῖ μπρός στά μάτια ὅλων καί τῆς Παναγία Μητέρας Του, ἀφοῦ τούς εὐλόγησε ΑΝΕΛΗΦΘΗ (ὡς Θεάνθρωπος, ἀναβιβάζων μαζί Του καί τήν ἀνθρώπινη φύση – διότι ὡς Θεός ἦταν πάντοτε καί στούς οὐρανούς) «καθήμενος ἐπί νεφέλης». Τότε παρουσιάστηκαν δύο ἄγγελοι, σάν νέοι λευκοφοροῦντες καί εἶπαν: «Ἄνδρες Γαλιλαίοι, τί ἐστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ’ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν οὕτως ελεύσεται…» (Πρ. α΄,11). Καί οἱ Μαθητές μετά ταῦτα ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ «μετά χαράς μεγάλης». Εἴθε ἡ χαρά αὐτή νά γίνει βίωμα καί μόνιμη κατάσταση τῶν ψυχῶν ὅλων μας…
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ὑμνεῖ ὡραιότατα τή σημερινή ἑορτή ὡς ἑξῆς: «Ἐφθάσαμε καί εἰς τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί καθώς ὁ Εὐαγγελισμός εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν, αὕτη (ἡ Ἀνάληψις) εἶναι τό τέλος. Καί ἐκείνη μέν ἦταν ἡ κατάβασις τοῦ Θεοῦ εἰς τήν γῆν, αὕτη δέ εἶναι ἡ ἀνάβασις τοῦ αὐτοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπό τήν γῆν εἰς τόν Οὐρανόν. Τότε μέν ἐκατέβη γυμνός ἀπό σάρκα, τώρα δέ ἀναβαίνει φορώντας τήν ἀνθρώπινη φύσιν… Διά τοῦτο ἄς εὐφρανθῶμεν σήμερον ἀδελφοί, βλέποντες τήν φθαρτήν καί θνητήν ἡμῶν φύσιν, τήν κρημνισθεῖσαν ἀπό τόν Παράδεισον, νά ἀναβαίνη ἐν τῷ Χριστῶ ἄφθαρτος καί ἀθάνατος καί μετά δόξης μεγάλης εἰς τούς Οὐρανούς ἄς πανηγυρίσωμεν λαμπρῶς καί ἄς εορτάσωμεν…» Δι’ αὐτό, σύμφωνα μέ ὁρισμένους Διδασκάλους, ἡ Ἀνάληψη εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν, ἐπειδή πραγματοποιήθηκε ὁ σκοπός τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, δηλ. «ἡ ἀναβίβασις εἰς τούς οὐρανούς τῆς καταπεσούσης ἀνθρωπίνης φύσεώς μας».
Χαιρόμαστε λοιπόν γιατί παρ’ ὅτι ὁ Χριστός ἀνελήφθηκε στούς οὐρανούς, θά παραμείνει μαζί μᾶς χορηγεῖ «πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματ. κη΄,20) μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό ὁποῖο μας χορηγεῖ τά ποικίλα Χαρίσματα.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Ὁ ἅγιος ἡμῶν Νικηφόρος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τὸ 758, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ διωγμοῦ ποὺ ἐξαπέλυσε ὁ Κωνσταντίνος ὁ Κοπρώνυμος κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ πατέρας του, Θεόδωρος, ἦταν πρῶτος γραμματέας τοῦ παλατίου (πρωτασηκρήτης). Ἔχοντας ἐκδηλώσει μὲ τόλμη τὴν ἀφοσίωσή του στὴν Ὀρθοδοξία, παύθηκε τοῦ ἀξιώματός του καὶ ἐξορίστηκε στὴν Νίκαια ὅπου καὶ ἐτελεύτησε τὸν βίο του, δίνοντας σὲ ὅλους τὸ παράδειγμα τῆς εὐσέβειας. Ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου, Εὐδοκία, καλλιέργησε τὶς ἀγαθὲς κλίσεις τοῦ γιοῦ της καὶ ἀφοῦ τὸν ἐμπιστεύτηκε σὲ ἕναν γραμματέα τοῦ αὐτοκράτορα γιὰ νὰ μαθητεύσει κοντὰ του, ἀποσύρθηκε σὲ μοναστήρι.
Ὁ Νικηφόρος, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε μὲ ἐπιτυχία ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς θύραθεν παιδείας, ἔγινε κι’ αὐτὸς μὲ τὴ σειρὰ του πρῶτος γραμματέας τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780-797) καὶ τῆς ἀντιβασιλίσσης Εἰρήνης , καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας (787) ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ αὐτοκράτορα.
Μετὰ τὴν προσωρινὴ ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Νικηφόρος, ἀποδίδοντας μικρὴ σημασία στὴν δόξα καὶ στὶς διακρίσεις τοῦ κόσμου τούτου, ἀνταποκρίθηκε στὴν ἐσωτερικὴ κλήση ποὺ τὸν ὠθοῦσε νὰ ἀσπαστεῖ τὸν μοναχικὸ βίο. Ἀποσύρθηκε στὴν ἐσχατιὰ τοῦ Βοσπόρου, στὴν ἀσιατικὴ ἀκτή, σὲ ἕνα προάστειο λεγόμενο τοῦ Ἀγαθοῦ, ὅπου ἵδρυσε μονή. Παραμένοντας λαϊκός, ἐπιδόθηκε, ὡστόσο, μὲ ζῆλο νυχθημερὸν στὴν προσευχὴ καὶ στὴν μελέτη. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὄχι μόνο ἀπέκτησε βαθειά γνώση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἤξερε ἐπίσης νὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία του τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ρητορική, τὶς ὁποῖες κατεῖχε ἄριστα. Μακρὰν τοῦ νὰ γίνει ἀφορμὴ ἔπαρσης, ἡ θύραθεν γνώση ἔδινε τὴν εὐκαιρία στὸν Νικηφόρο νὰ εὐχαριστεῖ τὸν Κύριο καὶ νὰ προκόβει στὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές. Ἀριστοκράτης ἐπιφανὴς καὶ λόγιος μὲ ὑπόληψη, ἔδειχνε ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε πρόσδεση στὸν κόσμο, πράος, νηφάλιος, ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ὅλους, ἀνίκανος νὰ ἐνεργεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος (805) ἐκοιμήθη ὑποδεικνύοντας ὡς διάδοχό του τὸν Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ὁμόφωνα στὸν πατριαρχικὸ θρόνο παρ’ ὅλες τὶς ἀντιστάσεις του καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ἀκόμα λαϊκός. Ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ ἀντιτιθέμενος ἀρχικὰ στὴν ἐκλογὴ αὐτή, ἔγινε στὴν συνέχεια ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς του καὶ ἔβαλε στὴν ἐνέργεια ὅλη τὴν αὐθεντία του γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν ἡσυχία του. Ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός, ὁ Νικηφόρος ἀνῆλθε διαδοχικὰ σὲ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης καὶ τέλος ἐνθρονίστηκε πατριάρχης τὸ Πάσχα τοῦ 806. Μετὰ τὴν τελετὴ τῆς ἐνθρόνισης, ὁ ἱεράρχης κατέθεσε ἐπίσημα στὸ θυσιαστήριο τῆς Ἁγίας Σοφίας ἕνα βιβλίο ποὺ εἶχε συντάξει πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ἡ ἀσυνήθιστη αὐτὴ ἄνοδος ἑνὸς λαϊκοῦ στὴν κορυφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας προκάλεσε τὴν ἀντίθεση τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Στουδίου, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Πλάτωνος [4 Ἀπρ.] καὶ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου [11 Νοεμ.]. Ἡ ἔνταση αὐξήθηκε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ὁ νέος πατριάρχης ἐπανέφερε στὶς τάξεις τῆς Ἐκκλησίας τὸν πρεσβύτερο Ἰωσὴφ ποὺ εἶχε καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὸν Ταράσιο, ἐπειδὴ τέλεσε τὸν παράνομο γάμο τοῦ Κωνσταντίνου ΣΤ΄. Οἱ μοναχοὶ διέκοψαν τὴν κοινωνία μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τότε ὁ αὐτοκράτορας ἔλαβε αὐστηρὰ μέτρα καὶ τοὺς ἐξόρισε, χωρὶς νὰ μπορέσει ὁ Νικηφόρος νὰ φέρει ἀντίσταση. Ἡ ἔνταση κόπασε μόνο μὲ τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Α΄ (811). Λαμβάνοντας τὸ στέμμα ἀπὸ τὸν πατριάρχη, ὁ αὐτοκράτορας δεσμεύθηκε νὰ ὑπερασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξία, ἀνακάλεσε τοὺς ἐξόριστους καὶ γιὰ νὰ τεθεῖ τέρμα σὲ κάθε διχοστασία ὁ Νικηφόρος δέχθηκε νὰ καθαιρεθεῖ ἐκ νέου ὁ Ἰωσήφ.
Σταθερὸς ὑπερασπιστὴς τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὁ ἅγιος ἱεράρχης μερίμνησε τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς γαλήνης νὰ ἀπαλλάξει τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸν λόγο καὶ τὰ συγγράμματά του, ἀπὸ κάθε αἱρετικὴ ἐπιρροή. Στερέωσε τὸν ἱερὸ θεσμὸ τοῦ γάμου ἀπαγορεύοντας τοὺς εὐγενεῖς νὰ ἀποπέμπουν τὶς συζύγους τῶν καὶ προσπάθησε νὰ διορθώσει ὁρισμένες καταχρήσεις ποὺ εἶχαν ἐμφανισθεῖ σὲ μοναστήρια, φροντίζοντας νὰ καταργηθοῦν οἱ «διπλὲς μονές». Σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία κατάφερε νὰ βασιλεύει ἡ κανονικὴ τάξη, πηγὴ χάριτος καὶ ἁρμονίας.
Οἱ εὐνοϊκὲς αὐτὲς συνθῆκες δὲν κράτησαν ὡστόσο γιὰ πολύ. Μετὰ τὸν ἄτυχο πόλεμο κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὸν διαδέχθηκε ὁ Λέων ὁ Ἀρμένιος (813). Μόλις ὁ τελευταῖος εἰσῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ἅγιος Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ὑπογράψει ὁμολογία Πίστεως, μὲ τὴν ὁποία θὰ δεσμευόταν νὰ μὴν ἐπιφέρει νεωτερισμοὺς σὲ θρησκευτικὰ θέματα∙ ὁ Λέων ὅμως ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει ὁτιδήποτε πρὶν τὴ στέψη του. Κατὰ τὴν τελετὴ τῆς στέψεως, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Νικηφόρος ἐπέθετε τὸ στέμμα στὸ κεφάλι τοῦ ἡγεμόνα, αἰσθάνθηκε πόνο σὰν νὰ ἀκουμποῦσε τὸ χέρι του πάνω σὲ ἕνα ἀγκαθερὸ βάτο. Δυὸ ἡμέρες ἀργότερα, ὅταν ὁ πατριάρχης τοῦ ὑπέβαλε ἐκ νέου τὴν ὁμολογία Πίστεως, ὁ Λέων ἀπροκάλυπτα ἀρνήθηκε νὰ τὴν ὑπογράψει, ἐνῶ λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 814 ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων. Ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὅρισε τότε νηστεία καὶ συνάθροισε μέγα πλῆθος στὴν Ἁγία Σοφία γιὰ μία ἀγρυπνία μὲ σκοπὸ νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ ὥστε νὰ ἀποτραπεῖ ἡ νέα αὐτὴ δοκιμασία τῆς Ἐκκλησίας. Μαθαίνοντας γιὰ τὴν σύναξη αὐτὴ καὶ φοβούμενος τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἁγίου, ὁ αὐτοκράτορας τὸν κάλεσε τὸ πρωὶ στὸ παλάτι καὶ τὸν κατηγόρησε ὅτι διαταράσσει τὴν δημόσια τάξη. Ὁ Νικηφόρος ὑπερασπίσθηκε τὸν ἑαυτὸ του ἀρνούμενος κάθε ἐνέργεια κατὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ ἡγεμόνα, ἀλλὰ τοῦ καταλόγισε ὅτι ἀναμειγνύεται μὲ ἀθέμιτο τρόπο στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καὶ διαταράσσει τὴν εἰρήνη ἐνσταλάζοντας τὸ δηλητήριο τῆς αἱρέσεως. Ἀκολούθησε μακρὰ θεολογικὴ συζήτηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Νικηφόρος κατέδειξε τὸ θεολογικὸ ἔρεισμα τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἡ τιμὴ αὐτὴ δὲν εἶναι εἰδωλολατρία, ἀπάντησε στὸν αὐτοκράτορα, διότι ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἔγινε ὁρατὸς διὰ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀπεικόνιση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐμφανίστηκε στὴν γῆ, ἰσοδυναμεῖ μὲ ὁμολογία τῆς Ἐνανθρωπήσεώς του καὶ τῆς Σωτηρίας μας.
Μετὰ τὴν λαμπρὴ ἀναίρεση ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἡγεμόνα, ὁ Λέων, μετὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων, κατάφερε νὰ πάρει μὲ τὸ μέρος τοῦ ἀρκετοὺς ἐπισκόπους καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κοινοῦ μὲ εἰκονομάχους θεολόγους ἦλθαν νὰ πιέσουν τὸν Νικηφόρο νὰ ὑποταχθεῖ. Ὁ ἱεράρχης τοὺς ἀποκρίθηκε ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλες οἱ Ἐκκλησίες εἶχαν ἑνωθεῖ στὸ θέμα τῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Δευτέρας Συνόδου τῆς Νικαίας δὲν μποροῦσε ἐκεῖνος νὰ ἀνοίξει συζήτηση μὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ θέλησή τους εἶχαν ἀποκλείσει ἑαυτοὺς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Πρόσθεσε ὅτι ἂν ὁ αὐτοκράτορας ἐπιθυμοῦσε νὰ συνεχίσει τὶς πιέσεις του, ἐκεῖνος ἦταν ἕτοιμος νὰ ὑποβάλει τὴν παραίτησή του. Ἡ συζήτηση δὲν εἶχε κανένα ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἅγιος προχώρησε στὴν καθαίρεση τῶν κληρικῶν ποὺ εἶχαν ἀσπαστεῖ τὴν αἵρεση∙ αἰσθανόμενος δὲ ὅτι πλησίαζε ἡ ὥρα τοῦ βίαιου διωγμοῦ, ἔγραψε στὴν σύζυγό του αὐτοκράτορα καὶ στοὺς ὑπουργοὺς του νὰ ἐνεργήσουν ὥστε νὰ μὴν χυθεῖ νέο αἷμα. Στὶς ἀρχὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Νικηφόρος ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ὁ αὐτοκράτορας ἀφαίρεσε ἀπὸ τὸν πατριάρχη τὴν διαχείριση τοῦ θησαυροφυλακείου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀναθέτοντας τὴν σὲ ἕναν πατρίκιο. Κατόπιν δὲ συνεκάλεσε μία παράνομη σύνοδο εἰκονομάχων, στὴν ὁποία κάλεσε τὸν Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος προέβη σὲ φλογερὴ ὑπεράσπιση ἀληθινῆς Πίστεως. Μάταια ὅμως∙ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν γίνει ἄγριοι λύκοι, καθαίρεσαν τὸν ἅγιο. Στὶς 13 Μαΐου, μέσα στὴν νύχτα, ἐνῶ ἕνας ἀπειλητικὸς ὄχλος εἶχε συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς φρουρὰς ἦρθε νὰ τὸν σηκώσει ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου. Μόλις ποὺ πρόφθασε νὰ ἀναπέμψει μία τελευταία προσευχὴ στὴν Ἁγία Σοφία γιὰ νὰ ἐναποθέσει τὴν φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας του στὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἔρριξαν σὲ πλοῖο γιὰ νὰ τεθεῖ ἐν συνεχεία ὑπὸ περιορισμὸ στὴν Μονὴ Ἀγαθοῦ, ὅπου εἶχε περάσει τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς ζωῆς του. Λίγο ἀργότερα τὸν ἔστειλαν ἀκόμη πιὸ μακριά, σὲ ἄλλη μονὴ ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἱδρύσει ἀφιερωμένη στὸν ἅγιο Θεόδωρο.
Ἐν τῷ μεταξύ, κι’ ἐνῶ ὁ Νικηφόρος εἶχε ὑποβάλει τὴν παραίτηση τοῦ, ὁ Λέων ἀνέβασε στὸν θρόνο τὸν Θεόδοτο Κασσιτερᾶ, ἕναν ἄσπονδο ἐχθρὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὁ ὁποῖος συγκάλεσε σύναξη αἱρετικῶν ἐπισκόπων γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Ἱερείας (754). Καταργήθηκε ἐπισήμως ἡ τιμὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀναθεματίστηκαν τὰ ὀνόματα τοῦ Ταρασίου καὶ τοῦ Νικηφόρου καὶ ξέσπασε ἐκ νέου διωγμὸς κατὰ τῶν ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως σὲ ὅλη τὴν Αὐτοκρατορία.
Ἡ ἀξιοθρήνητη αὐτὴ κατάσταση διήρκεσε μέχρι τὴν δολοφονία τοῦ Λέοντος ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Β΄ (820). Ἀναλαμβάνοντας τὴν ἐξουσία ὁ τελευταῖος, κατόπιν αἰτήματος τοῦ Νικηφόρου, κήρυξε ἄκυρες τὶς ἀποφάσεις τῶν εἰκονομαχικῶν συνόδων καὶ ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη καὶ τοὺς ἄλλους ὁμολογητές∙ οἱ νόμοι ὅμως κατὰ τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων παρέμεναν ἐν ἰσχύι καὶ τοὺς ἀπαγορεύτηκε ἡ εἴσοδος στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Θεόδωρος, ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Νικηφόρο πρὶν τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ, ἐπισκέφτηκε πολλὲς φορὲς τὸν πατριάρχη καὶ τοῦ ἔγραφε ἐνθαρρυντικὲς ἐπιστολὲς ὅπου τὸν ἐπαινεῖ ὡς: «μέγα ἥλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου οἱ τῆς ὁμολογίας ἀκτίνες φωτοβολοῦν τὴν οἰκουμένη».
Ὁ Μιχαὴλ Β΄ πρότεινε στὸν ἅγιο Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε γράψει γιὰ νὰ τὸν παροτρύνει νὰ ἀποκαταστήσει πλήρως τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ τὸν ἀνακαλέσει στὸν θρόνο του, ἂν ὑποσχόταν νὰ τηρήσει σιγὴ γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες καὶ τὴν Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Ὁ ἅγιος ἱεράρχης ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ καὶ προτίμησε νὰ παραμείνει στὴν ἐξορία. Ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριο τοῦ αὐτό, βάζοντας στὴν ὑπηρεσία τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν λεπτότητα τῆς φιλοσοφίας τοῦ Ἀριστοτέλους, συνέταξε σημαντικὲς πραγματεῖες, στὶς ὁποῖες καταδείκνυε ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναπαράγει μὲ εἰδωλολατρικὸ τρόπο τὴν ἀπερίγραπτη θεία φύση, ὅπως διατείνονταν οἱ εἰκονομάχοι θεολόγοι, ἀλλὰ διατηρεῖ μία σχέση ὁμοιότητας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: τὸν ἀόρατο Θεὸ ποὺ ἔγινε ὁρατὸς διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως παραμένοντας ταυτόχρονα ἀπερίγραπτος στὴν θειότητά του.
Συνέχισε τὸν ἔνδοξο αὐτὸ θεολογικὸ ἀγώνα του μέχρι ποὺ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίω στὶς 2 Ἰουνίου 829, μετὰ ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια ἐξορίας. Ἡ σορὸς του ἐνταφιάσθηκε στὴν μονὴ του καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μέχρι τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων καὶ τὴν μεταφορὰ της στὴν Κωνσταντινούπολη [13 Μαρτ.], στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, θριαμβευτικὴ ἐπιστροφὴ ποὺ σφράγισε τὴν ὁριστικὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 10ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.


