Θεία Λειτουργία – Η Υπαπαντή του Σωτήρος Χριστού 2/2/2022
Ἦχος α’.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.

ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα ἡμέρες ποὺ ὁ Μωσαϊκός Νόμος ὁρίζει γιὰ τὸν καθαρισμό τῆς μητέρας ἑνὸς νεογέννητου (βλ. Λευ. 12, 2-4) ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὁδήγησαν τὸ Θεῖο Βρέφος στὴν Ἱερουσαλἠμ γιὰ νὰ τὸ παρουσιάσουν στὸν Κύριο. Κάθε πρωτότοκο ἀγόρι, ἀνήκοντας δικαιωματικὰ στὸν Κύριο (Ἔξ. 13,15), ἔπρεπε νὰ Τοῦ ἀφιερωθεῖ στὸν Ναό, καὶ κατὰ κάποιον τρόπο νὰ ἐξαγορασθεῖ μὲ τὴν θυσιαστικὴ προσφορὰ ἑνὸς ἀμνοῦ ἑνὸς ἔτους ἤ δύο τρυγονιῶν ἤ δύο περιστεριῶν, γιὰ τὶς φτωχές οἰκογένειες (Λευ.12,8). Ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ ὁ Νομοθέτης τοῦ λαοῦ Του Ἰσραήλ, Αὐτὸς ποὺ δὲν ἦλθε νὰ καταλύσει τὸν Νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν πληρώσει (Ματθ. 5,17), προσλαμβάνοντας στὴν δικὴ Του ὑπόσταση τὴν ἐκ τῆς παρακοῆς θνητή μας φύση, τὴν ἀποκαθιστᾶ μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο, γινόμενος ὁ ἴδιος ὑπάκουος σὲ ὄλα τὰ προστάγματά τοῦ Νόμου. Πηγή κάθε δωρεᾶς καὶ κάθε χάριτος, γίνεται ὁ ταπεινότερος καὶ πτωχότερος ἀνάμεσά μας. Ὑποτάσσεται στὸν Νόμο ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε καὶ ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουμε παύσει νὰ παραβιάζουμε, δείχνοντάς μας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἶναι ὁδὸς τῆς συμφιλίωσής μας μὲ τὸν Θεὸ. Παρόλο ποὺ μήτε Ἐκεῖνος μήτε ἡ ἄμωμη μητέρα Του εἶχαν ἀνάγκη καθαρισμοῦ, τὴν ὄγδοη ἡμέρα ὑπέβαλε τὴν σάρκα Του στὴν περιτομή, καὶ περίμενε κατόπιν στὴν Βηθλεὲμ νὰ περάσει τὸ νενομισμένο διάστημα γιὰ νὰ παρουσιάσει στὸν Ναὸ τῆς δόξης Του αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ προσέλαβε γιὰ νὰ τὸ καταστήσει νέον, τέλειο Ναὸ τῆς θεότητός Του. Αὐτός, ὁ ἀπρόσιτος καὶ ἀπερινόητος Θεός, συγκαταβαίνει νὰ ἀνταλλαγεῖ μὲ τὴν προσφορὰ τῶν πτωχῶν: τὰ περιστέρια και τὰ τρυγόνια, σύμβολα τῆς ἀγνότητος, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀθωότητας ποὺ ὁ φιλάνθρωπος Σωτὴρ ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μὰς φέρει.
Φθάνοντας στὸν Ναὸ, τοὺς ὑποδέχθηκε ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας, πατέρας τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος ἀπρόσμενα ὁδήγησε τὴν Θεοτόκο στὸν τόπο τὸν προορισμένο γιὰ τὶς παρθένες. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔφθασε στὸν Ναὸ ἕνας ἄνθρωπος ὀνόματι Συμεών. Δίκαιος καὶ εὐλαβὴς τηρητὴς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, περίμενε ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας ποὺ τοῦ εἶχε ἐμπνεύσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ πέθαινε πρὶν δεῖ καὶ ἀγγίξει τὸν Σωτήρα Χριστό. Ὁ γέροντας αὐτός, ποὺ στὸ πρόσωπό του εἰκονιζόταν ἡ ἀπ’αἰῶνος προσδοκία τοῦ Ἰσραήλ, ἔτεινε τότε τοὺς βραχίονές του, μὲ τὰ χέρια του καλυμμένα ἀπὸ τὶς πτυχὲς τοῦ ἱματίου, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Σωτήρα, ὅπως ἐπὶ ἑνὸς χερουβικοῦ θρόνου, καὶ εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ εἶπε: Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ∙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου (Λουκ. 2,29). Ἡ Διαθήκη τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἀκυρώθηκε διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ σκοτεινὸς Νόμος ζητοῦσαν διὰ μέσου τοῦ πρεσβυτέρου Συμεὼν νὰ ἀποσυρθοῦν μπροστὰ στὸ φῶς τῆς χάριτος. Ὁ γέροντας αὐτός, βλέποντας καὶ ἀγγίζοντας τὸν Σωτήρα ποὺ εἶχαν ἀναγγείλει καὶ προετοιμάσει οἱ Δίκαιοι καὶ οἱ Προφῆτες ἀπὸ αιῶνες, μποροῦσε πιὰ νὰ ζητήσει μὲ παρρησία ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν λυτρῶσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς σαρκὸς καὶ τῆς φθορᾶς, γιὰ νὰ κάνει τόπο στὴν αἰώνια νεότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀνήγγελλε ἔτσι ἐπισήμως τὴν κατάργηση τῶν προτυπῶσεων καὶ ἀπήγγελλε τὴν ἔσχατη προφητεία ὅσον ἀφορᾶ τὸν Σωτήρα, προλέγοντας στὴν Μητέρα Του, ὅτι τὸ Πάθος Του καὶ ἡ ζωοποιὸς Ἀνάστασή Του θὰ εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο καὶ θὰ ἐπιφέρει τὴν πτώση τῶν ἀσεβῶν καὶ τὴν ὕψωση ὅσων θὰ πιστέψουν εἰς Αὐτόν.
Μία γυναίκα ὀνόματι Ἄννα, ἀπὸ τὴν φυλή Ἀσήρ – προχωρημένης ἡλικίας καὶ γνωστὴ σὲ ὅσους σύχναζαν στὸν Ναό, γιατὶ μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια γάμου εἶχε χηρεύσει καὶ ἔκτοτε ὑπηρετοῦσε ἐκεῖ διαρκῶς τὸν Θεὸ ἀναμένοντας τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχῇ – προχώρησε κι αὐτὴ πρὸς τὸ Παιδίον καὶ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεὸ ἀναγγέλλοντας σὲ ὅλους τὴν λύτρωση τοῦ Ἰσραήλ.
Οἱ παρευρισκόμενοι φαρισαῖοι, ἀκούγοντας τέτοιες ἀποκαλύψεις καὶ ἔξαλλοι ποὺ ἔβλεπαν τὴν Μαρία μεταξὺ τῶν παρθένων, ἔσπευσαν νὰ ἀναφέρουν τὰ συμβάντα στὸν Ἡρώδη. Ἐκεῖνος κατάλαβε ὅτι τὸ παιδί πρέπει νὰ ἦταν ὁ νέος βασιλέας γιὰ τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχαν κάνει λόγο οἱ Μάγοι ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει τὸ ἀστέρι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔστειλε ἀμέσως στρατιῶτες νὰ τὸ θανατώσουν. Προειδοποιημένοι ἐγκαίρως ἡ Μαρία καὶ ὁ Ἰωσήφ, ἄφησαν τὴν πόλη καὶ κατέφυγαν στὴν Αἴγυπτο, ὁδηγημένοι ἀπὸ Ἄγγελο Κυρίου. Κατὰ τὴν παράδοση, δὲν ἐπέστρεψαν, παρὰ μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια, στὴν Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας. Καὶ τὸ παιδὶ μεγάλωνε ἥσυχα, περιμένοντας τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ τὴν δημόσια ἀποστολὴ του.
Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τῆς Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου – ἤ τοῦ Ἐξαγνισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπως ὀνομάζεται στὴν Δύση – ἦταν γνωστὴ ἀπὸ τὸν 4ο αιώνα στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἑορταζόταν στὶς 14 Φεβρουαρίου γιὰ νὰ συμπίπτει μὲ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἑορταζόταν τότε στὶς 6 Ἰανουαρίου. Εἰσήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν αὐτόκράτορα Ἰουστινιανὸ τὸ 542 καὶ κατατάχθηκε τότε μεταξύ τῶν δεσποτικῶν ἑορτῶν.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.


