

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΕΠ. ΠΑΤΑΡΩΝ
Αὐτὀς ὁ μακάριος ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του στόν Θεό, ὁπότε ἔγινε σκεῦος τίμιο καί δοχεῖο τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό καί τήν Ἀρχιερωσύνη, μέ θεϊκή ἀπόφασι ἀφοῦ ἔλαβε, καλῶς καί θεοφιλῶς ποίμανε τό ποίμνιο, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκαν καί μέ τούς ὑπέροχους καί γλυκεῖς τους λόγους φώτισε καί γλύκανε τά τῶν Ὀρθοδόξων πληρώματα. Βλέποντας ὅμως τήν κακοδοξία καί ἀπάτη τῶν τοῦ Ὠριγένους ὀπαδῶν, οἱ ὁποῖοι τότε βρίσκονταν, ὡς ἄριστος ποιμένας τήν κατάφλεξε μέ τό θεῖο πῦρ τῆς διδασκαλίας του, λιγοστεύοντας τό σκοτάδι της μέ τήν θεία χάρι καί μέ τήν δική του σοφία. Ἕτσι καί ἡ τῶν λόγων του ἀστραπή καί ἡ σάλπιγγα τῆς γνώσεως ἐξῆλθε σέ ὅλη τήν γῆ. Γι’ αὐτό ὁ μισόκαλος ἐχθρός μή ὑποφέροντας τήν ἀντίστασι καί τό θάρρος αὐτοῦ τοῦ θείου Πατέρα, ὥπλισε τούς δικούς του ὑπηρέτες, γιά νά θανατώσουν τόν Ἅγιο. Ὁπότε μαρτυρικά ἀποκεφαλίσθηκε ἀπό αὐτούς ὁ μακάριος καί θανατώθηκε, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τό μαρτύριο καί τόν θάνατο ἦταν ντυμένος μία νέκρωσι ζωηφόρα. Καί λοιπόν ἀπῆλθε πρός τήν μακάρια καί ἀτελεύτητη ζωή, ἐκείνος πού προηγουμένως θυσίαζε καί ἱερουργοῦσε τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια ὁ ἴδιος, ἀφοῦ θυσιάσθηκε, προσφέρθηκε ὡς ζωντανή θυσία στόν Θεό, ὁπότε καί μέ διπλοῦς στεφάνους κατακοσμήθηκε ὁ γενναῖος τῆς εὐσεβείας πρόμαχος. Ἐπειδή ἐκεῖ, πού ἦταν Ἱεράρχης, δέχθηκε καί τέλος μαρτυρικό καί ἔβαψε τήν ἱεραρχική στολή μέ ἀθλητικά αἵματα.Αὐτός ὁ θεῖος καί τοῦ Θεοῦ ἀληθινός Ἱερέας καί Μάρτυρας, μᾶς ἄφησε συγγράμματα, τά ὁποῖα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φιλοπονίας του καί περιέχουν κάθε γνῶσι καί ὠφέλεια. Ἀλλά καί γιά τά μέλλοντα πράγματα φανερά καί καθαρά ὁ Ἅγιος αὐτός προεῖπε, δηλαδή γιά τίς μετέπειτα ἀλλαγές καί μεταβολές τῶν βασιλείων, γιά τίς καταδρομές και πολέμους τῶν ἐθνῶν, τίς ἐρημώσεις καί ἀφανισμούς πολλῶν τόπων καί πόλεων, γιά τούς Ὀρθοδόξους καί αἱρετικούς βασιλεῖς, καί γιά τόν Ἀντίχριστο καί τήν βασιλεία του καί γιά τόν ἀφανισμό καί τήν πανωλεθρία κάθε ἀνθρώπινης σάρκας.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Ε΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 20 IOYNIOY
Ιω.ζ’ 37-52, η’ 12
ΚΕΙΜΕΝΟ
37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.
12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
37Kαι την τελευταία ημέρα, την πιο μεγάλη της γιορτής, στάθηκε ο Iησούς και είπε με δυνατή φωνή: «Aν διψάει κάποιος, σ’ εμένα να έρχεται και να πίνει. 38Όπως το λέει η Γραφή, ποτάμια ζωντανού νερού θα ξεχυθούν μέσα από εκείνον που πιστεύει σ’ εμένα». 39Kι αυτό το είπε ο Iησούς εννοώντας το Πνεύμα που επρόκειτο να πάρουν εκείνοι που πίστευαν σ’ αυτόν, γιατί δεν είχε δοθεί ακόμα το Άγιο Πνεύμα, αφού δεν είχε δοξαστεί ακόμα ο Iησούς. 40Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, έλεγαν: «Aυτός είναι πραγματικά ο προφήτης!» 41άλλοι έλεγαν: «Aυτός είναι ο Xριστός!» Kι άλλοι πάλι έλεγαν: «Πώς είναι δυνατόν από τη Γαλιλαία να έρθει ο Xριστός; 42Δε λέει η Γραφή πως από το σπέρμα του Δαβίδ πρόκειται να έρθει ο Xριστός και να γεννηθεί στη Bηθλεέμ, στο χωριό από το οποίο καταγόταν ο Δαβίδ;» 43Έτσι, διχάστηκαν οι γνώμες του πλήθους γι’ αυτόν. 44Mάλιστα, μερικοί απ’ αυτούς ήθελαν να τον συλλάβουν, αλλά κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του. 45Eπέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, οι οποίοι και τους ρώτησαν: «Γιατί δε μας τον φέρατε;» 46Oι υπηρέτες απάντησαν: «Ποτέ άλλοτε δε μίλησε κανείς όπως αυτός ο άνθρωπος!» 47Tότε οι Φαρισαίοι τους είπαν: «Mήπως έχετε πλανηθεί κι εσείς; 48Mην τάχα πίστεψε σ’ αυτόν κανένας από τους άρχοντες ή τους Φαρισαίους; 49Mα ο όχλος αυτός, που το νόμο δεν τον ξέρει, είναι καταραμένος!» 50Tους λέει τότε ο Nικόδημος, αυτός που είχε επισκεφθεί νύχτα τον Iησού και ήταν ένας απ’ αυτούς: 51 «Mήπως ο νόμος μας επιτρέπει την καταδίκη ενός ανθρώπου, αν δεν του δοθεί πρώτα η ευκαιρία να απολογηθεί και να γίνει γνωστό το τι κάνει;» 52Aποκρίθηκαν οι άλλοι και του είπαν: «Mπας κι είσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία; Ψάξε και δες ότι προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει παρουσιαστεί». 53Kι έτσι, έφυγε ο καθένας για το σπίτι του.
12Tους μίλησε, λοιπόν, ξανά ο Iησούς και είπε: «Eγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθεί εμένα, δε θα περπατήσει στο σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον τῆς εὐσεβείας ἐθησαύρησας τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς ἱεράρχης καὶ μάρτυς, Μεθόδιε, σὺ γὰρ σοφίας τὸν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τὸ σὸν τάλαντον ηὔξησας. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


